ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΔΕΞΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΜΑΣ!
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βενέζης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βενέζης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

Το σπιτι του μεγάλου Ηλια Βενέζη στο Αϊβαλί!


Η οικία Μιχαήλ Μέλλου, του καταγόμενου από την Κεφαλλονιά πατέρα του συγγραφέα και της λεσβιακής καταγωγής μητέρας του (Βενέζης λεγόταν ο παππούς του Δημήτριος από την πλευρά της μητέρας του, το όνομα του οποίου χρησιμοποίησε σαν λογοτεχνικό ψευδώνυμο) βρίσκεται στο απάνω πλατύ σοκάκι του Αϊβαλιού. Πολύ κοντά στην εκκλησία της Αγίας Τριάδας που επίσης καταρρέει.

Πιεζόμενος από τα συνεχή δημοσιεύματα στον ελληνικό και τουρκικό Τύπο αλλά και από την τοπική κοινωνία και τους φορείς της, ο ιδιώτης ιδιοκτήτης του σπιτιού ξεκίνησε εργασίες αποκατάστασης οι οποίες μάλιστα, εξωτερικά τουλάχιστον, έχουν προχωρήσει σημαντικά. Ήδη, αποκαταστάθηκε η στέγη του εμβληματικού για τον Μικρασιατικό Ελληνισμό σπιτιού, και οι όψεις του επιχρισμένου ξύλινου σκελετού ελαφρύ (μπαγδατί) άνω ορόφου που εδράζεται στο πέτρινο ισόγειο.
Ας σημειωθεί ότι ο ιδιώτης ιδιοκτήτης του ακινήτου αρνήθηκε να κάνει την παραμικρή δήλωση σχετικά με τη χρήση του ακινήτου. Πληροφορίες πάντως αναφέρουν ότι υπάρχει έκδηλο ενδιαφέρον από τον Δήμο.

Μέσα σε αυτήν διαδραματίστηκαν τα όσα τραγικά περιγράφει ο συγγραφέας στο ιστορικό βιβλίο του «Το Νούμερο 31328». Γεγονότα που αφορούν το τέλος του Μικρασιατικού Ελληνισμού στην Αϊβαλιώτικη Πολιτεία τον Σεπτέμβριο του 1922, τη σύλληψή του και τη ζωή του στα Τάγματα Εργασίας επί 14 μήνες έως και την απελευθέρωσή του μαζί με ελάχιστους επιβιώσαντες από τις κακουχίες συμπατριώτες του.

Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2024

Καταρρέει το σπίτι στο μικρασιατικό Αϊβαλί όπου γεννήθηκε και έζησε, μέχρι τα 18 του χρόνια, ο μεγάλος Έλληνας λογοτέχνης Ηλίας Βενέζης.


Στην τύχη του το σπίτι του Ηλία Βενέζη

Αφημένο στην τύχη του, στις ιστορικές Κυδωνίες, από τους άγνωστους ιδιοκτήτες του στους προγόνους των οποίων πέρασε σε εφαρμογή της Συνθήκης της Λωζάννης, το εμβληματικό για το Μικρασιατικό Ελληνισμό σπίτι, κυριολεκτικά «μαδάει». Με τον πάνω όροφό του να πέφτει αφού εκτός από την υπερεκατοντάχρονη ηλικία του, τον βαραίνει το ότι είναι φτιαγμένος σύμφωνα με την αντισεισμική μέθοδο της εποχής εκείνης ιδιαίτερα επιβαρυμένης από τους σεισμούς στην περιοχή στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Με επιχρισμένο ξύλινο σκελετό ελαφρύ (μπαγδατί) που εδράζεται στο πέτρινο ισόγειο.

Η οικία Μιχαήλ Μέλλου, του καταγόμενου από την Κεφαλλονιά πατέρα του συγγραφέα και της λεσβιακής καταγωγής μητέρας του, (Βενέζης λεγόταν ο παππούς του Δημήτριος από την πλευρά της μητέρας του το όνομα του οποίου χρησιμοποίησε σαν λογοτεχνικό ψευδώνυμο) βρίσκεται στο απάνω πλατύ σοκάκι του Αϊβαλιού, πολύ κοντά στην εκκλησία της Αγίας Τριάδας που επίσης καταρρέει. Μέσα σε αυτήν διαδραματίσθηκαν τα όσα τραγικά περιγράφει ο συγγραφέας στο ιστορικό βιβλίο του «Το Νούμερο 31328». Γεγονότα που αφορούν το τέλος του Μικρασιατικού Ελληνισμού στην Αϊβαλιώτικη Πολιτεία το Σεπτέμβριο του 1922, τη σύλληψη του και τη ζωή του στα Τάγματα Εργασίας επί 14 μήνες έως και την απελευθέρωση του μαζί με ελάχιστους επιβιώσαντες από τις κακουχίες συμπατριώτες του.

Ο Ηλίας Βενέζης όταν συνελήφθη ήταν μόλις 18 χρόνων. Γεννημένος στο Αϊβαλί το 1904, πέρασε με την οικογένεια του στη Μυτιλήνη στα χρόνια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου και του λεγόμενου πρώτου διωγμού.

Παρασκευή 23 Αυγούστου 2024

Η Παναγία της Αγιάσου(Ηλίας Βενέζης)


 Η Παναγία της Αγιάσου όπως φαίνεται και από το άρθρο του μεγάλου συγγραφέα Ηλία Βενέζη που με γλαφυρότητα περιγράφει τις εντυπώσεις τους από το προσκύνημα στην Παναγία. 

Το αναδημοσίευσε το Αναγνωστήριο της Αγιάσου από το μηνιαίο εκκλησιαστικό περιοδικό της Μητρόπολης Μυτιλήνης «Ο Ποιμήν» (έτος ΚΑ \ Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1959, αριθ. 8-9, σσ. 277-281).

Γράφει ο Ηλίας Βενέζης:
Σήμερα θα πάμε στη Λέσβο. Όχι για να γνωρίσουμε την πόλι της Μυτιλήνης ή το νησί ολόκληρο. Αλλά για να επισκεφθούμε ένα μονάχα μέρος του, μια μικρή πολιτεία ξακουστή σ’ όλο το Ελληνικό Αρχιπέλαγο και στα παράλια της Μικρασίας: στην Αγιάσο. Είνε στην καρδιά του νησιού κάτω από τον λεσβιακόν Όλυμπο. Και είνε το λίκνο του θαύματος. Εκεί είνε το προσκύνημα της Παναγίας του Λουκά, που επί γενεές γενεών του Αιγαιοπελαγίτικου και του Μικρασιατικού Ελληνισμού εστάθηκε η παραμυθία και η ελπίδα.

Δευτέρα 25 Δεκεμβρίου 2023

Στην Παναγία την Θεοσκέπαστη...


  Με θέα που κόβει την ανάσα, το παρεκκλήσι της Παναγίας της Θεοσκέπαστης είναι χτισμένο στη δυτική άκρη του βράχου του Σκάρου στο Ημεροβίγλι της Σαντορίνης.
  Αποτελεί το μοναδικό κτίσμα που υπάρχει σήμερα στον Σκάρο και εορτάζει κάθε χρόνο στις 26 Δεκεμβρίου. 
  Η ασύγκριτη ομορφιά του ενέπνευσε τον Ηλία Βενέζη να γράψει ένα διήγημα αφιερωμένο στην Παναγία μας και στο εκκλησάκι αυτό του βράχου της Καλντέρας…


Η Θεοσκέπαστη
Ηλία Βενέζη

[…] Άξαφνα ψίθυρος σιγονότατος, ψαλμωδία κατανυκτική, φωνή ικέτις, μπερδεύοντας με τη φωνή της ερημίας και της θαλάσσης, έφτασε στ’ αυτιά μας. Xείλη γυναικεία έψελναν ύμνους χριστιανικούς. Kάτω απ’ τα ερείπια του κάστρου των Φράγκων, η ταπεινή μελωδία της Oρθοδοξίας, βεβαίωση της συνέχειας, τι συγκίνηση που ήταν!

Τρίτη 4 Ιουλίου 2023

Πέρασε μαζί με τον παππού όλες τις πίκρες κι όλες τις δυσκολίες της ζωής...

  «Φαίνεται πως όλες οι γιαγιάδες είναι τρυφερά πλάσματα, αλλά η δική μου ήταν το πιο γλυκό και το πιο ήμερο πρόσωπο μέσα σ' όλες τις γιαγιάδες του κόσμου. 

  Πέρασε μαζί με τον παππού όλες τις πίκρες κι όλες τις δυσκολίες της ζωής, είδε πλάι του ν' ανασταίνουνται από χρόνο σε χρόνο τα παιδιά, τα εγγόνια, τα δέντρα, τα κλήματα. Ένα μεγάλο μέρος απ' το έργο τούτο ήταν έργο της. 

  Ωστόσο και στα βαθιά ακόμα γεράματα οι σχέσεις της με τον παππού μας μένανε βασισμένες στο ίδιο τυπικό των νεανικών τους χρόνων. Στον παππού σας τα χρωστάμε όλ' αυτά, μας έλεγε κ' έδειχνε γύρω της, με μια κίνηση που έκλεινε μέσα στον κύκλο της τη γη, τα δέντρα κ' εμάς. Κι όταν έμπαινε ο παππούς, έπρεπε πάντα να σηκωθεί πρώτη η γιαγιά να τον δεχτεί, πάντα όρθια, όχι μονάχα για να μάθει σ' εμάς να τον σεβόμαστε μα επειδή το αισθανόταν και σα δικό της χρέος. Τότε, όταν η γιαγιά σηκωνόταν, σηκωνόμαστε όλα τα παιδιά όρθια, τ' αδέρφια μου κ' εγώ, τρέχαμε και φιλούσαμε τα χέρια του παππού ή του χαϊδεύαμε τα πόδια, ως τα γόνατα, ίσαμε κει που φτάναμε. 

Κ' εκείνος χαμογελώντας περνούσε με δυσκολία απ' ανάμεσά μας, σα να βάδιζε μέσα σε κύματα, και πήγαινε κατά το μέρος της γιαγιάς που, όρθια, περίμενε στο βάθος.

-Κάθισε, Δέσποινα, της έλεγε και τη χάιδευε στις πλάτες, ενώ στο πρόσωπό του αχτινοβολούσε η χαρά του ανθρώπου που στάθηκε χρήσιμος και που η ζωή του δεν πέρασε ανωφέλευτη απ' τη γη.» 

«ΑΙΟΛΙΚΗ ΓΗ»ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ σελίδα 30-31
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ "ΕΣΤΙΑΣ" Ι. Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ Α. Ε.

Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2022

Αμίλητο, βαρύ, πιεσμένο απ’ το στυφό κύμα το φόβο, έγειρε και το κοπάδι των Φωκιανών στη γη



"Στην κατασκήνωση των προσφύγων έγινε μικρή κίνηση. Οι άνθρωποι σηκώνονταν όρθιοι, ο ένας έδειχνε στον άλλο κατά το μέρος της μικρής χαράδρας που άνοιγε ανάμεσα στους δυο λόφους.
- Κοιτάξτε! Έρχουνται άνθρωποι! Ποιοι να ’ναι; […]
- Καλώς τους! αποκριθήκαν πολλά στόματα οι πρόσφυγες.
- Τι είσαστε; είπε πάλι αργά ο γέροντας.
- Πρόσφυγες είμαστε! Πατρίδα μας ήταν οι Φώκες!
- Και τώρα πούθε ερχόσαστε;
- Ένα χρόνο περιπλανηθήκαμε στα μέρη της Πελοπόννησος κι υποφέραμε πολύ. Τώρα μας δώσαν τη γη εδώ, για να μείνουμε.
Ανάμεσα στις στερεωμένες γκλίτσες των βοσκών έγινε μικρή κίνηση. Μετακινηθήκαν, σάλεψαν λίγο, πάλι ησυχάσαν. Κανένας δε μίλησε άλλος απ' το γέροντα.
- Σας δώσαν, είπες, τη γη αυτή; κι η φωνή του άρχισε να γίνεται τραχιά. Ποιος σας την έδωσε; Ποια γη;
- Το Κράτος μάς είπε: “Δική σας είναι η γη της Ανάβυσσος”. Μας είπε να ’ρθουμε και να την πάρουμε!
- Σας είπε να ’ρθετε και να την πάρετε; Και πού ’ναι τα κοπάδια σας, τα ζωντανά σας;
- Δεν έχουμε κοπάδια. Δεν είμαστε βοσκοί. Θα ξεχερσώσουμε τη γη, και θα φυτέψουμε αμπέλια, και θα σπείρουμε σιτάρι.
- Τι μιλάς, άνθρωπε, για σιτάρι και για αμπέλια που θα φυτέψετε σ’ αυτή τη γη! φωνάζει έξαλλος ο γέροντας. Τήρα λοιπόν κατά κει!

Πέμπτη 20 Οκτωβρίου 2022

Η αφήγηση του Βενέζη για τα οστά των Ελλήνων της Μ. Ασίας!

Απόσπασμα από το νούμερο 31328 του Ηλία Βενέζη, κεφάλαιο ΙΗ΄.


Ανέλπιστα, μια μέρα δε μας βγάλανε για δουλειά.
—Τι τρέχει;
Και την άλλη τα ίδια.
Δεν μπορούμε να το ξηγήσουμε. Τέλος το μαθαίνουμε: Θα 'ρχόταν μια επιτροπή, ένας Σπανιόλος λέει, Ντελλάρα τ' όνομα, να μας δει πώς τα πάμε.
—Αλήθεια, μωρέ παιδιά μου; Ταυριά δεν είναι που έχουνε κει κάτου στην πατρίδα του;
Ένα πρωί μας παίρνουν καμιά εξηνταριά σκλάβους για μια μικρή αγγαρεία. Είναι λίγο όξω απ’ τη Μαγνησά. Δίπλα στις ράγιες του σιδηρόδρομου τελειώνει μια μεγάλη χαράδρα, ανάμεσα στο Σίπυλο. Τη λεν «Κιρτίκ-ντερέ». Μες σ’ αυτή τη χαράδρα λογάριαζαν πως θα σκοτώθηκαν ίσαμε σαράντα χιλιάδες χριστιανοί απ’ τη Σμύρνη κι απ’ τη Μαγνησά, αρσενικοί και θηλυκοί. Τις πρώτες μέρες της καταστροφής. Τα κορμιά λιώσανε το χειμώνα, και το νερό της χαράδρας που κατέβαινε από ψηλά έσπρωξε τα κουφάρια προς τα κάτω. Έτσι φτάξανε ίσαμε το δρόμο, στις ράγιες.
Ο Ντελλάρα σα θα ‘ρχόταν θα φούμερνε ένα πούρο. Μες στο «βαγκόν-λι». Θα κοίταζε απ’ το παραθυράκι όξω και θ’ αποθαύμαζε το τοπίον. Εκεί, άξαφνα, μπορούσε να προσέξει τα κουφάρια. Κεραμιδαριό η έκσταση! Λοιπόν η δουλειά μας όλη τη μέρα ήταν να σπρώξουμε τα κουφάρια, που ατάχτησαν, προς τα μέσα. Να μη φαίνουνται.
Στην αρχή μας έκανε κακό να τα πιάνουμε με τα χέρια μας, αγκαλιές αγκαλιές, και να τα κουβαλούμε. Μα σε λίγες ώρες οι πρώτες εντυπώσεις είχαν περάσει. Οι σκλάβοι κάναν κι αστεία.
– Τι βαστάς; ρωτούσε ένας.
Ο άλλος κοιτάζει την αγκαλιά του. Περπατά και μετρά:
– Δυo κεφάλια. Πέντε καλάμια. Έξι χτένια.

Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2022

Γη του τόπου μου (Μικρά Ασία) - Ηλίας Βενέζης



ΤΑ ΑΣΤΡΑ όλα έχουν βγει. Ταξιδεύουν στο Αιγαίο τα παιδικά όνειρά μας.

Το κύμα χτυπά τη μάσκα του καϊκιού μας και τα κοιμίζει. Κοιμηθείτε, όνειρά μας. Στην ξένη χώρα που πάμε, πρόσφυγες, τι άραγες να μας περιμένει, τι μέρες να είναι ν’ ανατείλουν;

Η Λένα αποκοιμήθηκε. Ήθελε πολύ τον τόπο με το κοκκινόχωμα. Εκεί θα ζούσε με τον άντρα που θα ‘παιρνε, και θα ‘κανε πολλά παιδιά, και θα είχαν κουνέλια και περιστέρια κι άλλα πολλά. Όχι, η Λένα δε μελετούσε ταξίδια σε θάλασσες, δεν ήθελε να τη χωρίσουν απ’ τα Κιμιντένια. Δεν το ήθελε.

Η Αγάπη έχει στηλώσει αφηρημένα τα μάτια της στα άστρα. Πόσο πολύ τα μελέτησε τον τελευταίο καιρό, πόσο πολύ μέτρησε τις αποστάσεις τους με τους αριθμούς! Όμως τώρα που τα κοιτάζει, φεύγοντας απ’ τη γενέθλια γη για δύσκολους δρόμους, τώρα μόνο το ανακαλύπτει: βλέπει πως αυτό ήταν το λάθος της, το ανεπανόρθωτο λάθος. Τα άστρα της ξέφυγαν. Όταν εμείς ζούσαμε τις χίμαιρές μας στα φαράγγια της Αιολικής γης, όταν δημιουργούσαμε παντοτινούς συντρόφους που έμελλε πια να μας ακολουθούν σ’ όλες τις πικρές μέρες του μέλλοντος, εκείνη ήθελε να κατεβάσει, τόσο μικρή, τον ουρανό στη γη.

Καημένη Αγάπη … Καημένη Αγάπη …Είναι κάπου, σ’ ένα υποστατικό της

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2020

ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ-ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ 1940


 


 ''...Ανήμερα της Παναγίας, Αυγούστου 15, ο λαός των βουνών και των ψαράδων της Ελλάδας, πήρε με πολλά καράβια να προσκυνήσει τη μητέρα του Θεού σ' ένα νησί στο Αρχιπέλαγο. Ήταν συνήθεια σαν τέτοια μέρα να πηγαίνει στο νησί μαζί με τα καράβια κι ένα πολεμικό. Έφτασε στο νησί το πολεμικό καράβι, έριξε άγκυρα και στάρισε τις παντιέρες του. Τότε ο κακός γείτονας που ήθελε να βάλει σε μπελά τους Έλληνες, κρυμμένος μες στη θάλασσα, έριξε τορπίλα και βούλιαξε το πολεμικό, σκότωσε κάμποσους και απ' αυτούς ναύτες.

 Έριξε και στα καράβια των προσκυνητάδων, και πολύς θρήνος θα γινόταν ανάμεσα σε γυναίκες και παιδιά, αν δεν τύχαινε ένας μώλος του λιμανιού, όπου πήγαν και σκάσανε οι τορπίλες. Τότες ο λαός των Ελλήνων θύμωσε, θύμωσε κι η Παναγία, όμως είπαν, ''Ας κάμουμε πως δεν βλέπουμε, να μείνουμε σε ειρήνη''. [...] 
-Ε! λέγανε οι ξένοι άνθρωποι που βλέπανε τα γινόμενα, τι θα κάμη τόσο μικρός λαός με τόσον μεγάλο γείτονα; Θα γονατίση σε μια μέρα!
Μα ο λαός πίστευε πως θα τον βοηθήση η προσβλημένη Παναγία. 
-Καλά, περιμένετε να δήτε. Περιμένετε ύστερα από ένα μήνα, τα Εισόδια της

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2017

Ένα αθησαύριστο «χριστουγεννιάτικο» διήγημα του Ηλία Βενέζη: "Συνομιλία με άγνωστον τέως εχθρό"

"Συνομιλία με άγνωστον τέως εχθρό"
Ένα αθησαύριστο «χριστουγεννιάτικο» διήγημα του Ηλία Βενέζη



Αριστερά: Ο Ηλίας Βενέζης σε νεαρή ηλικία. - Δεξιά: Αναμνηστική φωτογραφία των ανδρών από το Αϊβαλί που επέστρεψαν από τα αμελέ ταμπουρού στην Ελλάδα (από τους 3.000 περίπου αιχμαλώτους του Αϊβαλιού διασώθηκαν μόνο 23 άτομα).
Την Πρωτοχρονιά του 1931 ο Ηλίας Βενέζης δημοσίευσε στην εφημερίδα «Ταχυδρόμος» της Λέσβου το διήγημα «Συνομιλία με άγνωστον τέως εχθρό». Αφορμή υπήρξε ένα πραγματικό γεγονός: Στο πλαίσιο της πολιτικής προσέγγισης και συμφιλίωσης που είχαν υιοθετήσει τότε οι κυβερνήσεις των δύο χωρών, διεξήχθη στη Μυτιλήνη στις 16 Νοεμβρίου 1930 φιλικός ποδοσφαιρικός αγώνας ανάμεσα στον πρωταθλητή του νησιού Παλλεσβιακό (κι όχι τον Άρη που γράφει ο Βενέζης) και την πρωταθλήτρια Αϊβαλιού Ιτμάν Γιορντού (Αθλητική Φωλιά). Για την ιστορία ο αγώνας έληξε ισόπαλος 2-2.


Το Αϊβαλί στις αρχές του 20ού αιώνα

– Κύριε, θα είχατε την καλωσύνη…
– Ορίστε, κύριε.
– Θα μπορούσα να βρω ένα φαρμακείο… πώς το λένε, πώς το λένε…
Τα μεγάλα, παιδιάτικα, εκφραστικά μάτια ψάχνουν τον αέρα να το βρουν.
– …ένα φαρμακείο, να — όλο…πώς το λένε;… όλο ανοιχτό.
Απ’ τα πολλά καταλαβαίνω πως ζητείται ένα διανυκτερεύον φαρμακείο. Είναι βράδυ, επαύριον των Χριστουγέννων, η σκηνή στα «Ολύμπια».
– Τι θέλετε;
– Θάθελα… ένα ασπιρίνη. Μου πονεί το κεφάλι.
Στο τραπέζι μας, ένας φίλος έχει ασπιρίνη. Του δίνουμε μία.
– Ξένος είσθε, κύριε;
Υποθέτω πως θα πρόκειται για κανέναν βεριτάμπλ ρωμιό, που είνε ντυμένος κουστούμι σπορ, έχει συμπαθητικώτατη μορφή και μόλις ενθυμείται μεταξύ αγγλικής ή γαλλικής και ολίγην τινα ελληνική.
– Ξένος είσθε, κύριε;
– Ναι, είμαι Τούρκος κύριε.
– Α! Τούρκος!
Αναστάτωση στο τραπέζι μας. Τα μάτια ερευνούν ανήσυχα το φαινόμενον.

Τρίτη 4 Αυγούστου 2015

Το Νούμερο 31328, Ηλίας Βενέζης. Το χρονικό των ταγμάτων εργασίας των Τούρκων.

Το Νούμερο 31328 (υπότιτλος: «Το βιβλίο της σκλαβιάς») είναι το πρώτο κατά χρονική σειρά μυθιστόρημα του Ηλία Βενέζη και σημαντικό έργο της ελληνικής λογοτεχνίας με συνεχείς επανεκδόσεις από το 1931 μέχρι σήμερα που στηρίζεται σε αληθινά γεγονότα.
Στο βιβλίο αυτό ο Βενέζης εξιστορεί τις κακουχίες και τις περιπέτειες που έζησε ο ίδιος όταν στα 18 του πιάστηκε αιχμάλωτος από τους Τούρκους και οδηγήθηκε στα τάγματα εργασίας (αμελέ ταμπουρού) της Ανατολής μαζί με άλλους 3.000 Αϊβαλιώτες. Αρχικά το Το Νούμερο 31328 γράφτηκε το 1924 και δημοσιεύεται σε συνέχειες τον ίδιο χρόνο στην Εφημερίδα Καμπάνα της Μυτιλήνης.

Διαβάστε το εδώ

Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2014

ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ Η ελεγεία του πόνου στο «Νούμερο 31328»

«Ηταν η μέρα που γύριζα στη Μυτιλήνη από τα κάτεργα της Ανατολής. Η αποβάθρα ήταν γεμάτη κόσμο. Ολοι ήθελαν να μου σφίξουν το χέρι, να μου μιλήσουν, να με ρωτήσουν για τους δικούς τους, που είχαν μείνει στην απέναντι αιολική γη...

Τότε πλησίασε ένας άγνωστος άνθρωπος, ο Μυριβήλης! Μου έσφιξε το χέρι και με ρώτησε:
- Τι σκοπεύεις να κάνεις τώρα;
- Να ξεχάσω! είπα απλά.
- Πρέπει να τα γράψεις όλα.
- Ολα; ρώτησα με αγωνία.
- Ολα». 


Ετσι άρχισαν όλα. Ο Ηλίας Βενέζης μόλις έχει γυρίσει στη Μυτιλήνη, ύστερα από την αιχμαλωσία του από τους νικητές Τούρκους στα κάτεργα της Ανατολής, και περιγράφει σε μια συνέντευξή του («Απογευματινή», 5.6.1969) πώς ο Μυριβήλης τον έπεισε να αρχίσει να γράφει τα δεινά του. Από αυτές τις προσωπικές μαρτυρίες προέκυψε η άτυπη τριλογία ΜΑιολική Γη, Το Νο 31328, Γαλήνη, η οποία εκφράζει και τις τρεις περιόδους των περιπετειών των Ελλήνων της αιολικής γης, πριν, κατά και μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. 
Το Νούμερο 31328 είναι η ίδια η ταυτότητα του συγγραφέα, τότε που παιδί 18 χρόνων οδηγήθηκε από τους Τούρκους στα κάτεργα της Ανατολής. Στην αρχική του μορφή γράφτηκε το 1924 και ξαναδουλεύτηκε το 1931, οπότε εκδόθηκε για πρώτη φορά. 
Οταν γράφτηκε και δημοσιεύθηκε το Νούμερο 31328, τα γεγονότα ήταν ακόμη νωπά. Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος είχε μόλις περάσει, αλλά στην ελληνική λογοτεχνία δεν είχε καταγραφεί ικανοποιητικά, όπως σημειώνουν οι έλληνες κριτικοί της ιστορίας της λογοτεχνίας, σε αντίθεση με τους ξένους συγγραφείς που είχαν δώσει μερικά εμβληματικά μυθιστορήματα (Ρεμάρκ, Μπαρμπύς, Ντορζελές κ.ά). Ο Ηλίας Βενέζης τολμά να ασχοληθεί νωρίς με την καυτή ύλη που συγκροτεί η προσωπική του περιπέτεια.

Πρόκειται για ένα βιβλίο-ντοκουμέντο με θέμα τη ζωή στα Τάγματα Εργασίας (τα περιβόητα «αμελέ ταμπουρού») και αφηγητή και πρωταγωνιστή τον ίδιο τον συγγραφέα. Τα Τάγματα Εργασίας τα είχαν συγκροτήσει οι Τούρκοι με τους πρώτους διωγμούς από το 1914 και αποτέλεσαν χώρο μαρτυρίου για χιλιάδες ανθρώπους μετά τη μικρασιατική ήττα. 
Ο Βενέζης σύρθηκε βίαια στα Τάγματα Εργασίας και είναι ένας από τους ελάχιστους που κατόρθωσαν να επιζήσουν. Το βιβλίο του είναι ένα συνεχές σφυροκόπημα του αναγνώστη με εξιστορήσεις βασανιστηρίων, εξευτελισμών και οδυνηρών πόνων. Ο άνθρωπος είναι ένας αριθμός, χωρίς πρόσωπο, που σέρνεται μέσα στο βασανιζόμενο πλήθος, μια ύπαρξη χωρίς κανενός είδους αξία, μέσα στη φρίκη, στον παραλογισμό και στην παραφροσύνη του πολέμου. Οι κριτικοί σημειώνουν ότι ο Βενέζης δεν κάνει διάκριση στον οίκτο του ανάμεσα σε βασανιζόμενους και βασανιστές. Και αυτό είναι κάτι που θα του δώσει παγκόσμια αξία και αναγνώριση. Λίγο αργότερα ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος θα καταστήσει τοΝούμερο 31328 επίκαιρο και πάλι. 

Το σπιτί του Βενέζη στο Αϊβαλί

Το βιβλίο είναι ένα συγκλονιστικό χρονικό για τον σωματικό πόνο. Οταν κάποιος κριτικός σημείωνε για το ύφος του βιβλίου «έχει κάτι απ΄ τη φονική λαμπρότητα των πολεμικών όπλων, τη φονική λαμπρότητα του αδυσώπητου φωτός», ο ίδιος ο Βενέζης απάντησε: «Αλλά εγώ δε μιλώ για το ύφος. Λέω για την καυτή ύλη, για τη σάρκα που στάζει το αίμα της και πλημμυρίζει τις σελίδες του. Για την ανθρώπινη καρδιά που σπαράζει, όχι για την ψυχή. Εδώ μέσα δεν υπάρχει ψυχή, δεν υπάρχει περιθώριο για ταξίδι σε χώρους της μεταφυσικής».

Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2013

Ηλία Βενέζη-Η Θεοσκέπαστη

[...] Άξαφνα ψίθυρος σιγονότατος, ψαλμωδία κατανυκτική, φωνή ικέτις, μπερδεύοντας με τη φωνή της ερημίας και της θαλάσσης, έφτασε στ' αυτιά μας. Xείλη γυναικεία έψελναν ύμνους χριστιανικούς. Kάτω απ' τα ερείπια του κάστρου των Φράγκων, η ταπεινή μελωδία της Oρθοδοξίας, βεβαίωση της συνέχειας, τι συγκίνηση που ήταν!

Σαν να μας έσεισε αγέρας βίαιος. Kάμαμε ακόμα λίγα βήματα. Kαι τότε πρόβαλε μπρος στα μάτια μας, όραμα θαμπωτικό, αλησμόνητο για πάντα, άσπρο, πάλλευκο: η "Θεοσκέπαστη". Πάνω απ' τα κρεμαστά νερά, στον άγριο βράχο, πάνω απ' το ηφαίστειο.

Oι ύμνοι τώρα έρχονται πιο καθαροί. Προχωρήσαμε, μπήκαμε στη Θεοσκέπαστη. Κατακάθαρο, γυμνό, κατάγυμνο ήταν το ξωκκλήσι, καθώς όλα τα ξωκκλήσια των Eλλήνων. Mονάχα ένα ξυλόγλυπτο, παλιό, παμπάλαιο τέμπλο. Kαι μπρος στο Iερό, κάτω απ' το φαγωμένο τέμπλο, γονατισμένες πάνω στις πλάκες, με σκυφτό κεφάλι, αποτραβηγμένες στη δέησή τους, μονάχες με τον εαυτό τους και με το Θεό, ξιπόλυτες, οι μαυροφορεμένες γυναίκες, που είχαμε δει από μακριά, έψελναν. H μια διάβαζε τα τροπάρια απ' τη Σύνοψη, οι άλλες, οι αγράμματες, μουρμούριζαν μαζί της. Eίχαν ανάψει τα καντήλια, έξω ήταν το πέλαγο, τα "συστήματα των υδάτων" όλα ήταν κατάνυξη κ' ερημιά. Oι γυναίκες λέγαν την Aκολουθία του Mικρού Παρακλητικού Kανόνος:

"Προστασίαν και σκέπην ζωής εμής τίθημι σε, Θεογεννήτορ Πάρθενε, συ με κυβέρνησον προς τον λιμένα σου". "Διάσωσον από κινδύνων τους δούλους σου, Θεοτόκε, ότι πάντες μετά Θεόν εις σε καταφεύγομεν".


Άκουσον τα βήματά μας, μα ήταν σα να μην είμαστε, μήτε καν γύρισαν προς τα εμάς. Έτσι πάντα:σκυφτές, γονατισμένες, πνιγμένες στα μαύρα, ικέτιδες.

Mας συνεπήρε κ' εμάς το μυστήριο, η κατάνυξη, γινήκαμε σε λίγο μαζί τους ένα, προσευχηθήκαμε κ' εμείς για ό,τι αγαπούμε και για τους ανθρώπους.

Σαν τέλειωσε η παράκληση κ' οι γυναίκες σηκωθήκαν απ' τις πλάκες, ωχρές, γαλήνη ήταν στο πρόσωπό τους πολλή. Mας τριγυρίσανε, είπαν τα δικά τους, είπαμε τα δικά μας. H μια είχε παιδί σκοτωμένο στον πόλεμο, η άλλη έχει γιο στο στρατό, η άλλη έχει γιο που ταξιδεύει στη θάλασσα. Kάθε χρονιά έχουνε τάμα να πάρουν βόλτα όλο το νησί, με τα πόδια, ν' ανάψουν τα καντήλια στα ξωκκλήσια. Έτσι ξεκινήσανε και φέτος. Mε τα χαράματα πέσαν στο δρόμο απ' τον Πύργο, ξιπόλυτες, κ' η σκόνη σκέπαζε τα σκληρά, τυραγνισμένα πόδια τους. Tώρα, ύστερα απ' τη χάρη της, μετά τη Θεοσκέπαστη, θ' ανηφορίζαν για τ' άλλα τα ξωκκλήσια, κατά τα δυτικά.

Bγάλανε απ' το μπογαλάκι τους το γιόμα τους, ψωμί σταρένιο, τις μικροσκοπικές ντομάτες της Σαντορίνης, ψαράκια της τράτας τηγανητά. "Ήντλησαν" νερό απ' τη μικρή στέρνα, νερό βρόχινο, μας φιλέψαν νερό και ψωμί. Δε θέλαμε να τους το στερήσουμε που το είχαν λιγοστό - το ψωμί και το νερό. Mα επιμένανε να το πάρουμε κοιτάζοντάς μας παρακαλεστικά μες στα μάτια, σαν να το γυρεύαν για χάρη.

"Tώρα μας ένωσε η Θεοσκέπαστη", είπαν.

Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2011

Ο τραγικός θάνατος των παπάδων του Αιβαλιού(Ηλίας Βενέζης)




«6 Σεπτ.1922. Τα πρώτα τμήματα του τουρκικού στρατού ήλθαν από τη Σμύρνη για να καταλάβουν το Αίβαλή. ...Το ίδιο βράδυ κηρύχτηκε ό στρατιωτι­κός νόμος.
 
Ύστερα βγήκε ή φοβερή δια­ταγή: «Να παρουσιασθούν όλοι οι άνδρες από 18-45 χρονών». Τους μάζε­ψαν, τους δέσαν, τους μεταφέρανε έξω από την πόλη καί τους σκότωσαν στα μεταλλεία του Φρένελι καί στις χαράδρες...Από αυτή την ομαδική στρατολογία καί σφαγή είχαν εξαιρέσει τα σινάφια: τους επαγγελματίες, τους φουρναραίους, τους χτίστες, τους μαραγκούς. Αυτούς τους πήγαν σ'ένα λόφο λεγόμενο «Μπογιά" καί τους σκότωσαν με τσεκού­ρια. Ένας μόνο γλύτωσε καί είπε το τι έγινε. 

Τέλος πιάσαν τον Δεσπότη καί τους παπάδες... Ήμουν με την προτε­λευταία αποστολή σκλάβων πού οι Τούρκοι όδηγούσανε στο εσωτερικό της Ανατολής.Γυμνοί,πεινασμένοι,διψα­σμένοι,καταματωμένοι,είχαμε φθάσει στην Πέργαμο. Μας ρίξαν σε μιαν απο­θήκη.Την άλλη μέρα άνοιξε ή πόρτα καί μπήκε ένα νέο κοπάδι σκλάβων.
Ήταν οι παπάδες του Άιβαλιού:άλλοσούσουμοι,καταματωμένοι,με ξε­σκισμένα ράσα, πεινασμένοι, ξυπόλυτοι, άγριοι άπ' τη μαρτυρική πορεία.
Ό Κυδω­νιών Γρηγόριος,αν καί είχε ξεκινήσει μα­ζί τους, δεν έφτασε στην Πέργαμο. Έξω άπ' το Άϊβαλή,οί Τούρκοι τον ξεχωρίσανε μαζί με μερικούς άλλουςκαί τον παραδώσανε σ'ένα απόσπασμα εκτελεστι­κό πού είχε, εκτός άπ' τα όπλα, καί φτυά­ρια. Οί άλλοι παπάδες συνεχίσανε το δρόμο.
Σάν πέρασε λίγη ώρα, άκούσανε πίσω τους ντουφεκιές.Το απόσπασμα ενώθηκε μαζί τους αργότερα. Ένας Τούρκος του αποσπάσματος είπε: "Τον Δεσπότη τον θάψαμε ζωντανό.Οί ντου­φεκιές ήταν για τους άλλους".

Άπ' την Πέργαμο συνεχίσαμε τη μαρτυρική πο­ρεία προς το εσωτερικό της Ανατολής.Έξω άπ' την Πέργαμο σκότωσαν τον γερο-παπά της ενορίας μας,πού δεν μπο­ρούσε να βάδιση.Τον παραδώσανε στον όχλο - στους πολίτες καί στα παιδιά - πού παρακολουθούσαν τη θλιβερή θεωρία. Κι ό όχλος τον σκότωσε μπρος στα μάτια μας με λιθοβολισμό.Φτάσαμε στο Κιρκαγάτς. Εκεί,τη νύχτα, οί Τούρκοι ξεχώρι­σαν τους παπάδες καί τους πήραν δεμέ­νους να τους πάνε στο 'Αξάρι. Μάθαμε αργότερα πώς τους σκότωσαν όλους στο δρόμο.Από τους 3.000 άνδρες πού πιάσανε οί Τούρκοι στο 'Αϊβαλή, σώθηκαμε καί φτάσαμε, ύστερα από δεινά πολ­λά, στην Ελλάδα είκοσι τρεις ψυχές (αριθμός 23).

Ένα πλήθος χάθηκε άπ' το μαχαίρι του Τούρκου στίς χαράδρες του Σίπιλου της Μαγνησίας.Εγώ ό ίδιος δούλεψα μήνες αργότερα, ως σκλάβος των Τούρ­κων, σε τούτη την αγγαρεία για να μετα­φέρουμε τα κόκκαλα των σφαγμένων καί να τα κρύψουμε στο βάθος χαράδρας,επειδή τα νερά τα είχαν κατεβάσει προς τη σιδηροδρομική γραμμή. Υπήρχαν, μες στους σκελετούς, πολλά παιδιά καί γυ­ναίκες: δεμένα χέρι - χέρι, με σύρμα. Το θέαμα πλάι στη σιδηροδρομική γραμμή
ήταν άκομψο. Καί επρόκειτο να έρθη μια διεθνής επιτροπή υπό τον Ισπανό στρα­τηγό Ντελάρα, για να δη πώς διαβιούμε στα Εργατικά Τάγματα. Δεν έπρεπε να δη την εικόνα καί να σχηματίσει κακή ιδέα
για τους Τούρκους».

Από το βιβλίο του ακαδημαικού Ηλία Βενέζη- «Μικρασία, Χαίρε» (έκδ. Εστίας)