Ο Δανιήλ έζησε τον 6ο αιώνα π.Χ., στην περίοδο της Βαβυλωνιακής αιχμαλωσίας. Από νεαρή ηλικία οδηγήθηκε αιχμάλωτος στη Βαβυλώνα, όπου υπηρέτησε σε υψηλές διοικητικές θέσεις κοντά στους βασιλείς Ναβουχοδονόσορα, Βαλτάσαρ, Δαρείο του Μήδου και Κύρο του Πέρσου.
Το βιβλίο που φέρει το όνομά του είναι δίγλωσσο, γραμμένο εξ αρχής σε εβραϊκά και αραμαϊκά, όπως αποδεικνύουν τα αρχαιότερα χειρόγραφα. Τα εβραϊκά τμήματα (κεφ. 1 και 8–12) αφορούν κυρίως την πίστη και το μέλλον του Ισραήλ, ενώ τα αραμαϊκά (κεφ. 2–7) σχετίζονται με την παρουσία του Δανιήλ στην αυλή των βασιλέων και έχουν οικουμενικό χαρακτήρα.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζει ως κανονικό όλο το βιβλίο, συμπεριλαμβανομένων των ελληνικών προσθηκών που σώζονται στη μετάφραση των Εβδομήκοντα:
τον Ύμνο των Τριών Παίδων,
την Ιστορία της Σωσάννας,
και τον Βήλ και Δράκοντα.
Οι τρεις αυτές διηγήσεις δεν υπήρχαν στο εβραϊκό πρωτότυπο αλλά γράφτηκαν εξαρχής στα Ελληνικά από ιουδαίους συγγραφείς της ελληνιστικής εποχής και ενσωματώθηκαν στη Μετάφραση των Εβδομήκοντα. Επιβίωσαν στη χρήση της αρχαίας Εκκλησίας, γι’ αυτό και θεωρούνται μέρος του Κανόνα.
Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία δέχεται επίσης αυτές τις ελληνικές προσθήκες ως κανονικές.
Αντίθετα, οι Προτεστάντες περιλαμβάνουν μόνο τα εβραϊκά κεφάλαια (1–12), θεωρώντας τα ελληνικά δευτεροκανονικά.
Ο Εβραϊκός Κανόνας (Τανάκ) τοποθετεί τον Δανιήλ στα Γραπτά (Κετουβίμ) και όχι στους Προφήτες, δίνοντάς του χαρακτήρα σοφιολογικό και αποκαλυπτικό μάλλον παρά προφητικό.
Η Ορθόδοξη Παράδοση βλέπει στον Δανιήλ έναν προφήτη φωτισμένο από το Άγιο Πνεύμα, που προλέγει με σαφήνεια τον ερχομό του Χριστού. Κεντρική θέση κατέχει η προφητεία των “Εβδομήκοντα Εβδομάδων” (Δαν. 9, 24–27). Σύμφωνα με την ερμηνεία των Πατέρων —όπως του αγίου Ιππολύτου Ρώμης και του αγίου Ιερωνύμου— οι «εβδομάδες» αυτές οδηγούν χρονικά στην εποχή της ενανθρωπήσεως και της δημόσιας δράσης του Ιησού Χριστού.
Πέρα από την προφητεία των Εβδομήκοντα Εβδομάδων, το βιβλίο περιλαμβάνει και άλλες μεγάλες αποκαλυπτικές οράσεις:























