Κάποτε ἕνας δημοσιογράφος πῆρε ἀπὸ αὐτὸν τὸν μοναχὸ συνέντευξη.
- Ἔχει ἁγίους ἐδῶ στὸ Ἅγιον Ὄρος; τὸν ρώτησε.
- Ἔχει ἁγίους ἐδῶ στὸ Ἅγιον Ὄρος; τὸν ρώτησε.
Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἅγιος, ἀπάντησε ἐκεῖνος, ἀλλὰ γνωρίζω ἕναν ἅγιο, τὸν Γερο-Παΐσιο.
Γιατί εἶναι ἅγιος; Ἔκανε κανένα θαῦμα; ρώτησε ὁ δημοσιογράφος.
– Θαῦμα δὲν εἶδα, ἀπάντησε ὁ μοναχός, οὔτε ξέρω ἂν κάνη νηστείες, ἀγρυπνίες, προσευχές. Ἀλλὰ ξέρω κάτι. Ἐγώ, ὅπως βλέπετε, πίνω, μεθάω, καὶ οἱ Πατέρες δὲν μὲ θέλουν. Ὅμως ὁ Γερο-Παΐσιος μὲ καλεῖ κάθε χρόνο να τοῦ κόψω τὰ ξύλα. Κι ἐνῶ ὑπάρχουν ἄλλοι, καλοὶ καὶ ἐνάρετοι, ποὺ ἔχουν καὶ μηχανή, αὐτὸς καλεῖ ἐμένα, ἐπειδὴ δὲν ἔχω ἄλλον τρόπο να βγάλω το ψωμί μου. Πάω ἐκεῖ καὶ μοῦ λέει: "Πόσα θέλεις;".
– Θαῦμα δὲν εἶδα, ἀπάντησε ὁ μοναχός, οὔτε ξέρω ἂν κάνη νηστείες, ἀγρυπνίες, προσευχές. Ἀλλὰ ξέρω κάτι. Ἐγώ, ὅπως βλέπετε, πίνω, μεθάω, καὶ οἱ Πατέρες δὲν μὲ θέλουν. Ὅμως ὁ Γερο-Παΐσιος μὲ καλεῖ κάθε χρόνο να τοῦ κόψω τὰ ξύλα. Κι ἐνῶ ὑπάρχουν ἄλλοι, καλοὶ καὶ ἐνάρετοι, ποὺ ἔχουν καὶ μηχανή, αὐτὸς καλεῖ ἐμένα, ἐπειδὴ δὲν ἔχω ἄλλον τρόπο να βγάλω το ψωμί μου. Πάω ἐκεῖ καὶ μοῦ λέει: "Πόσα θέλεις;".












