ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΔΕΞΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΜΑΣ!
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κόντογλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κόντογλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2026

Ὅποιος δέν ἔχει τήν πίστη μέσα στήν καρδιά του, τί ἐλπίδα μπορεῖ νἄ'χει;Ὅπου ν᾿ ἀκουμπήσει ὅλα εἶναι σάπια.


Ἀλλοίμονο! Ἀμύητοι, ἄπιστοι, ἀκατάνυχτοι, εἴμαστε οἱ πιὸ πολλοὶ σήμερα, τώρα ποὺ ἔπρεπε νὰ προσπέσουμε μὲ δάκρυα καυτερὰ στὴν Παναγία καὶ νὰ ποῦμε μαζὶ μὲ τὸ Θεόδωρο Δούκα τὸ Λάσκαρη, ποὺ σύνθεσε μὲ συντριμένη καρδιὰ τὸν παρακλητικὸ κανόνα:

«Ἐκύκλωσαν αἱ τοῦ βίου μὲ ζάλαι ὥσπερ μέλισσαι κηρίον, Παρθένε». 
«Σὰν τὰ μελίσσια ποὺ τριγυρίζουνε γύρω στὴν κερήθρα, ἔτσι κ᾿ ἐμένα μὲ ζώσανε οἱ ζαλάδες τῆς ζωῆς καὶ πέσανε ἀπάνω στὴν καρδιά μου καὶ τὴν κατατρυπᾶνε μὲ τὶς φαρμακερὲς σαγίτες τους.Ἄμποτε, Παναγιά μου, νὰ σὲ βρῶ βοηθό, νὰ μὲ γλύτωσεις ἀπὸ τὰ βάσανα». 

Μὰ ποιὸς ἀπό μας γυρεύει βοήθεια ἀπὸ τὴν Παναγία, ἀπὸ τὸν Χριστὸ κι᾿ ἀπὸ τοὺς ἁγίους;
Γυρεύουμε βoήθεια ἀπὸ τὸ κάθε τί, παρεκτῶς ἀπὸ τὸ Θεό. Ἀλλὰ τί βοήθεια μποροῦνε νὰ δώσουνε στὸν ἄνθρωπο τὰ εἴδωλα τὰ λεγόμενα «ἐπιστήμη» καὶ «τέχνη»;

Ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ ἀναχωρητὴς λέγει: «Σ᾿ ὅλους τοὺς δρόμους ποὺ πορεύονται οἱ ἄνθρωποι σὲ τοῦτον τὸν κόσμο δὲv βρίσκουνε σὲ κανένα τὴν εἰρήνη, ὡς ποὺ vα σιμώσουμε στὴν ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ.Μὰ ἀλλοίμονο οἱ πιὸ πολλοὶ ἄvθρωποι εἶναι «οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα» ὅπως λέγει ὁ Παῦλος.Ὅποιος δὲν ἔχει τὴν πίστη μέσα στὴν καρδιά του, τί ἐλπίδα μπορεῖ νἄχει;Ὅπου ν᾿ ἀκουμπήσει ὅλα εἶναι σάπια.
Γι᾿ αὐτὸ κι᾿ ὁ ὑμνογράφος ποὺ εἴπαμε, λέγει στὴν Παναγία: 
«Ἀπορήσας ἐκ πάντων, ὀδυνηρῶς κράζω σοι· πρόφθασον, θερμὴ προστασία, καὶ τὴν βοήθειαν δός μοι τῷ δούλῳ σου τῷ ταπεινῷ καὶ ἀθλίω».

«Ὅλα, λέγει τὰ δοκίμασα, μὰ κανένα πράγμα δὲ μπόρεσε vα μὲ ξαλαφρώσει. Γιὰ τοῦτο φωνάζω Ἐσένα μὲ θρῆνο πικρόν, καὶ λέγω:
Πρόφταξε καὶ δόσε τὴ βοήθειά σου σὲ μένα τὸν ταπεινὸ κι᾿ ἄθλιο δοῦλο σου».
Φώτης Κόντογλου
(Ἀπό τὸ περιοδικὸ «Ἑλληνικὴ Δημιουργία», τ. 37, 1949).

Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

Παρασκευής Οσιομάρτυρος σήμερα. Μεγάλη γιορτή για τον Φώτη Κόντογλου...

  

Παρασκευής Οσιομάρτυρος σήμερα. Μεγάλη γιορτή για τον Φώτη Κόντογλου, που μάτωνε την ψυχή του, αναπολώντας τον Παράδεισό του, το οικογενειακό υποστατικό της Αγίας Παρασκευής στο Αϊβαλί!

«Μοιρολογώ την κουρσεμένη πατρίδα μου, τ’ Αϊβαλί της Μικράς Ασίας και μαζί τη ζεστή φωλιά μου, το υποστατικό που ζούσα αποτραβηγμένος. Ήτανε ένα βραχόβουνο, μια χερσόνησο που μ’ αφήσανε κληρονομιά οι μπαρμπάδες μου· είχανε ζήσει και πεθάνει πάνω κει πάππου προς πάππου, καλόγεροι οι πιο πολλοί …»


Τι να σημειώσω στο χαρτί; Χωρίς να κατρακυλήσει κι ένα ζεματιστό δάκρυ να λιώσει τα ψηφιά; Τ’ όνομά σου; Ή κατά που έπεφτε η αγριεμένη μεριά, που βρισκόσουν μια φορά, απάνου στην απέραντη επιφάνεια της γης; Σα βάζω με το νου τις χρυσές μέρες σου, που χαθήκανε, πιάνεται η κάρδιά μου. Ήτανε όνειρο μαθές; Ήτανε πλάνεμα μαγικό; Τι είναι λοιπόν αυτός ο κόσμος; Ρωτώ ύστερ’ από τόσους και τόσους που το ρωτήσανε. Αγαπημένη γωνιά, Αγαπημένο βουνό …»
Έτσι θρηνεί ο Κόντογλου στο βιβλίο του «Το Αϊβαλί η Πατρίδα μου» για το μέρος που γεννήθηκε και που το έχασε για πάντα διωγμένος και κυνηγημένος. Και πως να μη θρηνεί και να μη μοιρολογείται; «Μα απάν’ απ’ όλα τ’ αγέρι π’ ανάστηνε και πεθαμένον, με κείνη τη μυρουδια της θάλασσας και το γύρο πόβλεπε το μάτι, πανόραμα που πολλοί το ‘πανε Παράδεισο».

Κι έτσι περιγράφει στο ίδιο βιβλίο αυτόν τον χαμένον Παράδεισο …
«Στο χαμοβούνι απάνω στέκεται ένας βράχος θεόρατος,

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

Ὁ ἀείμνηστος Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος τήν 13ην Ἰουλίου τοῦ 1965 ἐπί τῷ θανάτῳ τοῦ Φωτίου Κόντογλου ἔγραψε μεταξύ τῶν ἄλλων....


Ὁ ἀείμνηστος Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος τὴν 13ην Ἰουλίου τοῦ 1965 ἐπὶ τῷ θανάτῳ τοῦ Φωτίου Κόντογλου ἔγραψε μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ τὰ ἑξῆς:
Ὁ Φώτης ἦτον δι᾿ ἐμέ, τὸν πνευματικόν του πατέρα, μία πνευματικὴ βακτηρία εἰς τὸν ἀγῶνα κατὰ τῶν ὁρατῶν καὶ ἀοράτων ἐχθρῶν τῆς ἀμωμήτου ἡμῶν πίστεως καὶ τῶν πατρικῶν παραδόσεων.
Διὰ τοῦτο καὶ μοῦ ἐστοίχισεν ἰδιαιτέρως ὁ θάνατός του.
Ἀπωλέσαμεν ἓν πνευματικὸν κεφάλαιον. Ἐστερήθημεν ἑνὸς στρατιώτου τοῦ Χριστοῦ με ζῆλον Ἠλιού.

Ἧτο πύρινος εἰς τὴν καρδίαν, φλογερὸς εἰς τὴν πένναν, ἀπαράμιλλος εἰς τὸν χρωστῆρα.

Ἡ ἀναχώρησίς του ἐκ τῶν προσκαίρων εἰς τὰ ἀεὶ διαμένοντα ἀφῆκε μέγα κενόν, δυσαναπλήρωτον εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν καὶ τὴν Ἑλλάδαν. Ἠγάπα καὶ ἠγωνίσθη ἕως θανάτου ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος.

Τρίτη 14 Ιουλίου 2026

«Ο Θεός τον είχε χαριτώσει σπάταλα».

Ο Φώτης Κόντογλου στη γωνία των οδών Βιζυηνού και Μαρκορά, συνοικία Κυπριάδη. Στη φωτογραφία ιδιόχειρη σημείωση του Φώτη Κόντογλου «1960»[πηγή]

Καλός φίλος μάς θύμησε πολύ σωστά σήμερα ότι στις δύσκολες μέρες που περνούμε εκτός από τον Παπαδιαμάντη και τον Σολωμό πρέπει να μνημονεύουμε και τον Φώτη Κόντογλου, τον «ριζορθόδοξο» Ρωμιό της Γενιάς του ΄30 που αποδήμησε εις Κύριον σαν σήμερα, 13 Ιουλίου 1965.

Ευκαιρία να το κάνουμε και σήμερα γιατί όντως με το πολύμορφο έργο του ο Κόντογλου υπήρξε «ο ταπεινός Ψάλτης της Πονεμένης Ρωμιοσύνης», ένας «κρίκος στην αλυσίδα του Παπαδιαμάντη και του Μωραϊτίδη, αλλά και σ΄ εκείνον του Θεοφάνους του Κρητός και του Πανσέληνου.»

Γνήσιο τέκνο της «ελληνοπρεπρεπέστατης κι αγιασμένης Αιολικής Γης ο Κόντογλου είναι μια μέγιστη μορφή του νεοελληνικού πνεύματος, αγιογράφος, λογοτέχνης, στοχαστής, ψάλτης, συγγραφέας, ζωγράφος, αλλά κι ένας «υμνητής και θρηνωδός της αιώνιας Ελλάδας», ένας γνήσιος εκφραστής της πνευματικότητας της Ορθοδοξίας και συνάμα «κήρυκας των σεβάσμιων αξιών του Γένους».

Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

Θρηνητικό συναξάρι Κωνσταντίνου Παλαιολόγου(Φ.Κόντογλου)

29 Μαΐου 1453 : Η πόλις εάλω!
Θρηνητικό συναξάρι Κωνσταντίνου Παλαιολόγου
(Αποσπάσματα από χειρόγραφο κείμενο του Κόντογλου του 1949)

 Ετούτος ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος όπου θέλω να ιστορήσω δεν εστάθηκε κανένας ευτυχισμένος και πολυχρονεμένος και δοξασμένος εις την ζωήν του, αλλά ήταν ένας άνθρωπος βασανισμένος και πικραμένος. Όσες ημέρες έζησε εις τον κόσμον ψωμί ειρηνεμένον δεν έφαγε. Φαρμάκι ήτον το νερό όπου έπινε. Ήλθεν εις τον κόσμον εις καιρόν φουρτουνιασμένον, για να γίνει βασιλέας απάνω εις ένα έθνος όπου ευρισκότανε εις αγωνίας και αγώνα ακατάπαυστον από τότε όπου επλάθη η οικουμένη και ήτον πλέον κατακουρασμένο, πτωχό, κτυπημένο από ανατολή και δύσιν, 
Και αυτός ήτον ο τελευταίος από το γένος του, αληθινός Παλαιολόγος, κι εσήκωσεν απάνω του τα κρίματα του λαού του και αντί κορώναν εφόρεσε τον ακάνθινον στέφανον. Τριμμένη και παλαιά ήτον η χλαμύδα του η βασιλική, τεταπεινωμένον το σκήπτρον του. Θλιμμένον ήτον το πρόσωπό του, ταπεινόν το σχήμα του. Ωσάν τροπάρια ήσαν τα λόγια του. Με τα άρματα ανετράφη πλην ομοίαζε ωσάν άγιος. Όθεν συναξάρι θα ήτο πρέπον να ταιριάξει τινάς δι αυτόν κι όχι ιστορίαν βασιλικήν.
……………………………………………………………………………………..
Δι' αυτόν η Κωνσταντινούπολις δεν ήτο μονάχα η δοξασμένη πόλις όπου εβασίλευσε χίλιους χρόνους επάνω εις την οικουμένην, αλλά και η σεβάσμια Κιβωτός της Χριστιανοσύνης και της Ορθοδοξίας όπου εφύλαξε μέσα εις τα μυστικά αμπάρια της τα δόγματα της αμωμήτου θρησκείας μας και κάθε λογής αγιασμένην τέχνην και σοφίαν. Και αφού τα έδωσε όλα δι αυτήν όσο ήτο ζωντανός χωρίς να κρατήσει καμίαν χαράν δια τον εαυτόν του, τελευταίαν πλέον έδωσε και τη ζωήν του, όπου ήτο το πλέον ολίγον, διότι αποθαίνοντας εξεκούρασε το δύστυχον κορμί του και η ψυχή του επήγε εις την αγκάλην του Χριστού όπου είπεν : «Δεύτε παντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι καγω αναπαύσω υμάς».

Δευτέρα 25 Μαΐου 2026

Η ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ-Μεσ’ από τα ιερά κείμενα (Φώτη Κόντογλου)

(Άρθρο του Φώτη Κόντογλου στην ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ 9/3/1952)

Τεχνική: Μολύβι σε χαρτί κολλημένο σε χαρτόνι
Διαστάσεις: 14 Χ 12 εκ.
Συλλογή: Οικογένεια Κόντογλου

Τώρα που αρχίζει να ξυπνά η φύση από την παγωνιά του χειμώνα και που ζεσταίνουνται τα σπλάχνα της γης κι όλα τα πλάσματα σαν να γίνουνται το καθένα και μια βρύση, απ’ όπου πηδά με χαρά η ζωή , έρχεται στο στόμα μας μονάχη της η ευχαριστία μας για τον Πατέρα μας, που μας έπλασε, για Κείνον που μας έβγαλε από τη ανυπαρξία και μας έδωσε πνοή ζωής και όρεξη αγάπης. Η καρδιά μας σκιρτά και θέλει να υμνήσει τον Κύριο «εν φωνή αγαλλιάσεως ήχου εορτάζοντος».

Τα βιβλία της θρησκείας είναι γεμάτα από ύμνους στην ωραιότητα που έχουνε τα θαυμαστά δημιουργήματα του Θεού.
Η Παλαιά Διαθήκη είναι καταστολισμένη με ποιητικά λόγια και περιγραφές για τα φυσικά φαινόμενα του ουρανού και της γης, για τη θάλασσα, για τα βουνά, για τους ποταμούς, για τα δένδρα, για τα ζώα, για τα λουλούδια, για όλα τα πλάσματα, άψυχα και ζωντανά. Αλλά και στο Ευαγγέλιο βρίσκουνται συχνά τέτοια λόγια για τη φύση, που μ’ όλη τη συντομία τους και την απλότητά τους χαράζουνται βαθειά στην ψυχή του ανθρώπου. Τα εκκλησιαστικά βιβλία μας έχουνε κι εκείνα θησαυρό από ποιητικά λόγια για τα φυσικά κτίσματα, γραμμένα από του υμνωδούς της Ορθοδοξίας, τα Μηναία, το Ρολόγι, το Ευχολόγιο, η Παρακλητική, το Τριώδιο
Ο άνθρωπος που έχει πίστη στο Θεό, θαυμάζοντας κι αγαπώντας τη φύση, θαυμάζει κι αγαπά τον ίδιο το Θεό από τα έργα του και τον ευχαριστεί για τα ωραία πράγματα που έπλασε. Ο άπιστος που αγαπά τη φύση αγαπά την όψη της μονάχα. Η αγάπη του είναι ρηχή. Ενώ όποιος πιστεύει στο Θεό, θαυμάζοντας κι αγαπώντας τα κτίσματα, ανεβαίνει από αυτά στο Δημιουργό και νιώθει βαθειά πως όλα είναι αγιασμένα. Οι άπιστοι σταματάνε μοναχά ως τα φαινόμενα, γι αυτό και λένε πως θαυμάζουνε τα φαινόμενα της φύσεως.
Από αυτές τις εξαίσιες ζωγραφιές που είπαμε πως υπάρχουνε μέσα στην Παλαιά Διαθήκη, ποια να πρωτοθυμηθούμε;
Ο 103ος Ψαλμός του Δαυΐδ ο λεγόμενος Προοιμιακός είναι ένας ύμνος στα φυσικά κτίσματα από τα πιο μεγάλα ως τα πιο μικρά κι άλλος ποιητής δεν ταίριαξε έναν όμοιο του : «Ανεβαίνουνε τα βουνά και κατεβαίνουνε οι κάμποι, στον τόπο που τα θεμελίωσες … Στέλνεις πηγές μέσα στα φαράγγια, ανάμεσα στα βουνά περνάνε νερά. Ποτίζουνε όλα τα θηρία των βουνών, ξεδιψάνε τα αγριογάϊδουρα. Κοντά τους χτίζουνε τις φωλιές τους τα πουλιά τ’ ουρανού κι απ’ ανάμεσα στις πέτρες βγάζουνε φωνές».

Στον 148ο Ψαλμό παρακινά όλα τα πλάσματα και τα κτίσματα να δοξολογήσουνε τον Κύριο : «Αινείτε τον Κύριο ήλιος αι φεγγάρι. Δοξολογάτε τον όλα τ’ άστρα και το φώς. Δοξολογάτε τον οι δράκοντες κι όλες οι άβυσσοι, η φωτιά, το χαλάζι, το χιόνι, το κρούσταλλο, η ανεμοζάλη, που κάνουνε το πρόσταγμά του. Τα βουνά και τα χαμοβούνια, τα καμπερά τα δέντρα κι όλα τα κέδρα. Τα θηρία κι όλα τα ζωντανά, τα σερπετά και τα φτερωτά που πετούνε».

Μα κι οι άλλοι οι Προφήτες υμνούνε κι αγαπάνε τη φύση επειδή ζήσανε στην αγκαλιά της. Βάζουμε λιγοστά από τα λόγια τους αυτά ….
«Ας αναγαλλιάσει η έρημος η διψασμένη, ας χαρεί και ας ανθίσει σαν κρίνος. Και θα λουλουδίσουνε οι ερημιές του Ιορδάνη, γιατί θα πάρει τη δόξα και την εμορφιά που έχει ο Λίβανος, και την τιμή που έχει το Καρμήλι…. Τότε θα πηδά ο τυφλός σαν το ελάφι κι η γλώσσα των μουγκών θα μιλά τρανά, γιατί πετάχτηκε νερό μέσα στην έρημο και νερομάνα φάνηκε σε γη διψασμένη. Και θα γεμίσει ο ξέρακας από νερά γάργαρα και σε διψασμένη γη θα βγεί φλέβα με δροσερά νερά. Εκεί θα’ ναι η χαρά των πουλιών, θα φωλιάζουνε στις καλαμιές και θα λούζονται στα νερά «. (Ησαΐας ΛΕ, 1-7).

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2026

Μή φοβᾶσαι, ἀδελφέ μου, νά μείνεις μοναχός μέ τόν ἑαυτό σου!

 Φώτης Κόντογλου

Μὴ φοβᾶσαι, ἀδελφέ μου, νὰ μείνεις μοναχὸς μὲ τὸν ἑαυτό σου!
Μὴ καταγίνεσαι ὁλοένα μὲ χίλια πράγματα, γιὰ νὰ τὸν ξεχάσεις!
Γιατὶ ὅποιος ἔχασε τὸν ἑαυτό του, κάθεται μὲ ἴσκιους καὶ μὲ φαντάσματα μέσα στὴν ἔρημό του θανάτου.
Ἀγάπησε τὸν Χριστὸ καὶ τὸ Εὐαγγέλιο, περισσότερο ἀπὸ τὶς πεθαμένες σοφίες τῶν ἀνθρώπων.
Περισσότερο ἀπὸ κάθε τιμὴ καὶ δόξα ἐτούτου τοῦ κόσμου.
Καὶ μοναχὰ τότε, θὰ χαίρεσαι σὲ κάθε ὥρα τῆς ζωῆς σου.
Κανένας δρόμος δὲν βγάζει στὴν εἰρήνη τῆς καρδιᾶς, παρὰ μόνο ὁ Χριστός, ποὺ σὲ καλεῖ πονετικὰ καὶ ποὺ σοῦ λέγει: «Ἐγὼ εἰμὶ ἡ ὁδός».

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026

Το Ψαλτήριο. Το γιατρικό της ψυχής(Φ.Κόντογλου)


Στον ψαλμό 62, στο στίχο 2, διαβάζουμε: “Ο Θεός, ο Θεός μου προς σε ορθρίζω. Εδίψησέ σε η ψυχή μου ποσαπλώς σοι”. Όπως το ανθρώπινο σώμα διψάει και αναζητά νερό για να μη αφυδατωθεί, έτσι και η ανθρώπινη ψυχή. Διψάει, όχι για το φυσικό αγαθό, αλλά για τον Κύριο της ζωής.

Πρόκειται για μια πνευματικής φύσεως δίψα που σβήνει μόνο με την προσευχή και τη συμμετοχή στα μυστήρια της Εκκλησίας μας. Μόνο με αυτόν τον τρόπο συντελείται η σύνδεση του ανθρώπου με τον Τριαδικό Θεό.

Διψάει ο άνθρωπος για Παράδεισο, όπου και θα βιώσει πλήρως και καθ’ ολοκληρίαν τη θέωση. Θρηνεί γιατί έχασε την πραγματική του πατρίδα και την αναζητά διακαώς. Μόνη οδός ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, με τις πρεσβείες της Υπεραγίας Θεοτόκου και των Αγίων Του.

Στον ψαλμό 32, στο στίχο 20, διαβάζουμε: “Η ψυχή ημών υπομενεί τω Κυρίω, ότι βοηθός και υπερασπιστής ημών εστίν”. “Υπομενεί η ψυχή μας”. Υπομονή. Η αρετή που περικλείει τη θυσία του εγωισμού μας, και που απαραίτητη προϋπόθεσή της είναι η ταπείνωση. Αντιθέτως, η υπερηφάνεια γεννά ανυπομονησία. Στις θλίψεις, λοιπόν, στις δοκιμασίες, να κάνουμε υπομονή. Στην παρέμβαση του Κυρίου στη ζωή μας, να πιστεύουμε πραγματικά πως στις δυσκολίες είναι ο μοναδικός μας υπερασπιστής. Και αν ο άνθρωπος συνθλιβεί κάτω από το βάρος των αμαρτιών και των δοκιμασιών που ο Κύριος θα επιτρέψει, πάλι ο Θεός θα τον ανυψώσει.

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

Λύκοι και πρόβατα(Φώτης Κόντογλου)


Ο Κόντογλου μέσα από το Αρχείο του
Δεν είναι λίγοι εκείνοι που λένε ότι ο Κόντογλου είναι πάντα επίκαιρος. και μάλιστα σήμερα, με αυτά που τραβάει η Ελλάδα, πιο επίκαιρος από ποτέ. Είναι αλήθεια, αλήθεια όμως είναι και ότι ο Κόντογλου ξεσκεπάζει αμείλικτα την πραγματικότητα. Το κείμενο που δημοσιεύεται πιο κάτω περιλαμβάνεται στο Αρχείο του κι είναι ένα από τα πάρα πολλά ιδιόχειρα κείμενά του, που βρέθηκαν σε πολύφυλλα τετράδια και που, απ’ όσο ξέρουμε, τα περισσότερα όχι μόνο δεν έχουν δημοσιευθεί αλλά ούτε καν διαβαστεί. Δεν διεκδικεί ίσως λογοτεχνικές δάφνες, σίγουρα όμως μας θυμίζει πολλά και πολύ πιθανώς και τον ίδιο μας τον εαυτό – γι αυτό και κάπου μπορεί και να μας στενοχωρεί ή και να προκαλεί και την αντίδρασή μας.

Καλό όμως είναι να σκεφτούμε, ότι ο Κόντογλου που τα γράφει όλα αυτά, δεν τα γράφει από κακία η κι από κάποιο σύμπλεγμα κατωτερότητας – όπως ίσως θα του καταμαρτυρούσαν κάποιοι που διαφωνούν μαζί του - επειδή ο ίδιος βρέθηκε από την πλευρά των «χαμένων» της ζωής, αλλά ότι επέλεξε συνειδητά την πλευρά αυτή, ενώ μπορούσε πολύ εύκολα να βρίσκεται από την άλλη και μάλιστα χωρίς «μέσα» και χωρίς να χρειαστεί να κολακέψει κανέναν. 

Λύκοι και πρόβατα
«Από τους ανθρώπους άλλοι είναι λύκοι και τρώνε κι άλλοι είναι πρόβατα και τρώγονται» - Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος
Από τους λογιών λογιών ανθρώπους που βλέπει κανένας, ξεχωρίζουνε δυο ειδών, οι καλότυχοι, που τους έρχονται όλα βολικά και οι κακότυχοι, που όλα τους πάνε ανάποδα.

Οι πρώτοι είναι στα φερσίματά τους θαρρετοί και συχνά αδιάντροποι. Καυχησιάρηδες, μικρολόγοι, δίνουνε μεγάλη σημασία στην καλοπέραση τους, αγαπάνε να τους κολακεύουνε κι αυτοί να κολακεύουνε τους δυνατούς στην πολιτική και στα λεφτά, φοβούνται να τους πούνε την αλήθεια, επιδιώκουνε να κάνουνε πολλές γνωριμίες και σαν γνωρίσουνε έναν άνθρωπο, δεν κοιτάζουνε άλλο τίποτα, παρά σε τι μπορεί να τους χρειασθεί, τι μπορούνε να βγάλουνε από αυτόν. Όσο γλυκόλογοι είναι στους επίσημους και τους δυνατούς, άλλο τόσο είναι πικρόλογοι στους φτωχούς και αδύνατους, κι όσο σέρνουνται μπροστά στους σπουδαίους, άλλο τόσο κορδώνουνται μπροστά στους καταφρονεμένους, που δεν έχουνε να βγάλουνε τίποτα από δαύτους.

Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2025

Φώτης Κόντογλου, ένας εμβληματικός ζωγράφος που αδικήθηκε από το ελληνικό κράτος - Εξήντα χρόνια από τον θάνατό του

Με χαρά και ενδιαφέρον διαβάσαμε το πληρέστατο άρθρο για τον Φώτη Κόντογλου στο Πρώτο Θέμα 13.12.25
Μια μικρή επισήμανση μόνο θέλουμε να κάνουμε σχετικά με όσα ανέφερε ο πατέρας μας Γιάννης Μαρτίνος για τη σχέση του Κόντογλου με τους μαθητές του. Είναι αλήθεια ότι ο Κόντογλου έχει αφήσει πολυσέλιδα κείμενα όπου εκφράζει την πικρία του, την τεράστια στενοχώρια του αλλά πολλές φορές και τον θυμό του για την αγνωμοσύνη και την αχαριστία που επέδειξαν μαθητές του, απέναντι του και μάλιστα εκείνοι που περισσότερο από κάθε άλλον ευεργετήθηκαν από τον ίδιο. Σε καμία περίπτωση όμως αυτό αφορά τον Γιάννη Τσαρούχη με τον οποίο τελικά, και παρ' όλες τις καλλιτεχνικές διαφωνίες τους, η σχέση τους παρέμεινε αμοιβαία εκτίμηση, όπως φαίνεται και από την τελευταία επιστολή του Τσαρούχη προς τον Κόντογλου, που έχουμε δημοσιεύσει μέσα από τη σελίδα μας.

Fotis Kontoglou Original - Φώτη Κόντογλου Αρχείο



«Τώγραψα στο κουτί τα τσιγάρα αγαναχτισμένος για τα μαρτύρια που μου κάνουν οι αποχτηνωμένοι αυτοί άνθρωποι, μη πληρώνοντάς με για τις ζωγραφιές που έκανα στη Δημαρχία. Τώγραψα το δράμα στις 12 Αυγούστου 1941»...

Ένα σύντομο οργίλο μήνυμα του Φώτη Κόντογλου, γραμμένο σ΄ ένα αδειανό πακέτο τσιγάρα κασετίνα. Για να μείνει η αδικία. Να μην ξεχαστεί στον χρόνο. Σαν πεισματάρικη εξομολόγηση σε νεανικό ημερολόγιο, σαν τεκμήριο πιστοποίησης ενός μπαταχτσή κρατικού μηχανισμού σε βάρος του πολίτη. Και τι πολίτη! Του σπουδαίου ζωγράφου, που κάποτε «άνοιξε μια πόρτα στη μίζερη, μικρόπνοη, κλεισμένου χώρου, λογοτεχνία μας και μπήκε μια μεγάλη πνοή ανοιχτής θάλασσας, ανοιχτού αγέρα στην Ελλάδα», όπως σχολίαζε τη δεκαετία του 1920 ο Νίκος Καζαντζάκης για τον νεαρό τότε Κόντογλου που πρωτοεμφανιζόταν στις συντροφιές του πνεύματος, όχι ως ζωγράφος -δεξιότητα που ανακάλυψε μετά- αλλά ως λογοτέχνης με το διήγημα «Πέδρο Καζάς».
Η νωπογραφία στην οικία Κόντογλου

Έκτοτε, το 1937, ύστερα από μία περιπετειώδη διαδρομή που τον έχει οδηγήσει στο φιλόξενο λιμάνι της ζωγραφικής, δέχεται την πρόταση του δημάρχου Κοτζιά να διακοσμήσει το εσωτερικό του δημαρχιακού μεγάρου στην οδό Αθηνάς. Για αρχή, ζητά τα έξοδα για τα υλικά και την αμοιβή των συνεργατών του. Όταν το έργο ολοκληρωθεί, λέει, θα πληρωθεί όλα τα υπόλοιπα. Θέλει να φτιάξει ένα ατελιέ, όπου θα μπορεί να εργάζεται απερίσπαστος και με άνεση. Στο σπίτι του δεν υπάρχει κατάλληλος χώρος γι' αυτήν τη δουλειά.

Ρίχνεται με πάθος στην ανάθεση. Σχεδιάζει, σκίζει και ξανά απ' την αρχή. Θέλει να ιστορήσει «το ενιαίον της φυλής» και καταλήγει να στολίσει τους τοίχους με μία παράταξη 65 μορφών από τον μύθο ίσαμε την πραγματικότητα, από τον Θησέα έως τον Κολοκοτρώνη. Το έργο ολοκληρώνεται όταν η Ελλάδα πατάει το κατώφλι του πολέμου. Ο Κόντογλου ζει από την τέχνη του και τούτη η δουλειά στην παρούσα χρονική συγκυρία αλλάζει τα σχέδια για την επένδυση της αμοιβής του (πολυτέλεια, πια, το ατελιέ). Είναι ευτυχής που τουλάχιστον θα εξασφαλίσει τα προς το ζην της οικογένειάς του. Αλλά από τον οφειλέτη δήμο δεν παίρνει δεκάρα τσακιστή! Τα ήδη ισχνά οικονομικά της οικογένειας επιδεινώνονται. Εκείνος έχει ξοδέψει χρόνια από τη ζωή του κοπιάζοντας για μία δουλειά, που θα του απέφερε κάποιο κέρδος. Τζίφος! Αναγκάζεται να πουλήσει το σπίτι του για μερικά καρβέλια ψωμί (για την ακρίβεια, για ένα σακί αλεύρι) και εγκαθίσταται με την οικογένειά του σε ένα γκαράζ!

«Αν θες ν΄ ανέβεις σε ουράνιες σφαίρες, γίνε καλλιτέχνης. Μα αν θες να πιεις φαρμάκια, γίνε καλλιτέχνης» χαράζει σε ένα αντίστοιχο πακέτο τσιγάρα, μόνιμο πια πνευματικό, που «ακούει» πρόθυμα τις πίκρες και τα παράπονά του και ούτε ο χρόνος θα καταφέρει να σβήσει τις γραπτές παραπονιάρικες εξομολογήσεις του, γιατί το χρέος του δήμου ουδέποτε θα καταβληθεί. Αντίθετα, μετά τον πόλεμο, θα παραγραφεί»


ΑΠΟ ΤΗ ΜΟΝΑΣΤΙΚΗ ΓΑΛΗΝΗ ΣΤΗΝ ΕΞΕΡΕΥΝΗΣΗ...
Ο Κόντογλου είναι μία δυσανάγνωστη ανήσυχη προσωπικότητα. Κοσμοπολίτης, κοινωνικός, χιουμορίστας από τη μία, κλειστός, μονοκόμματος, απότομος και πεισματάρης από την άλλη. Από παιδί (το μικρότερο μίας εξαμελούς οικογένειας) έχει ζυμωθεί με τη φύση της ειδυλλιακής Αγίας Παρασκευής, μιας χερσονήσου των Κυδωνιών (Αϊβαλί), όπου βρίσκεται το μοναστήρι του ηγούμενου θείου του -αδελφού της μητέρας του- Στέφανου Κόντογλου. Ένας ταπεινός ναός και μερικά κελιά περιτριγυρισμένα από το Αιγαίο είναι ο παράδεισος του μικρού Φώτη. Καθώς μεγαλώνει πλάι στο πέλαγο, ονειρεύεται να γίνει καπετάνιος, ν' ακολουθήσει τη ναυτική διαδρομή του πατέρα του, Νικόλα, κι ας του τον πήρε η θάλασσα, όταν ο ίδιος ήταν ακόμη δίχρονο αγόρι. Αυτός, άλλωστε, είναι κι ο λόγος που κράτησε το επώνυμο Κόντογλου, της μάνας του. Εκείνο του χαμένου πατέρα του, το Αποστολέλλης, δεν το «φόρεσε» ποτέ. Ήταν ξένο απάνω του...

Όμως, εκτός από τη θάλασσα, είναι και η αγάπη για τη φύση και η γοητεία τής ήρεμης στοχοπροσηλωμένης καλογερικής ζωής. Αλλά δεν θ' αργήσει πολύ να ακολουθήσει τον τελικό προσανατολισμό του. Εκεί που εντέλει θ' απαγκιάσει, θα είναι ο... τόπος που ουδέποτε πέρασε -τουλάχιστον συνειδητά- από τα παιδικά όνειρά του. Τα μολύβια, τα πινέλα, οι χρωστήρες. Η ζωγραφική και μάλλον η αγιογραφία.

Στο γυμνάσιο, στις Κυδωνίες, χνοτιάζει με τους συμμαθητές του Στρατή Δούκα και Πάνο Βαλσαμάκη κι οι τρεις μαζί αποφασίζουν να εκδώσουν το σχολικό περιοδικό «Μέλισσα». Την εικονογράφηση αναλαμβάνει ο Φώτης, που... πιάνει το χέρι του. Επισκέπτεται και ζωγραφίζει ναούς και ξωκλήσια. Ώσπου να βγει από το γυμνάσιο, καταλαβαίνει ότι η ζωγραφική είναι ένας άλλος δρόμος που ανοίγεται στο μέλλον του. Αποφοιτά και ο θείος του τον στέλνει στην Αθήνα να σπουδάσει στη Σχολή Καλών Τεχνών. Ο Στρατής ήδη έχει γραφτεί στη Νομική. Οι δυο τους αποφασίζουν να συγκατοικήσουν. Βρίσκουν μία γκαρσονιέρα στη Νεάπολη, κάπως στενάχωρη, αλλά μήπως τη χρειάζονται για κάτι περισσότερο από έναν ύπνο; Στου Κομπούγια ξημεροβραδιάζονται διαβάζοντας βιβλία και περιοδικά. Ο Βασιλάκης Κομπούγιας διατηρεί ένα παλαιοβιβλιοπωλείο στο Μοναστηράκι, αλλά η σχέση του με το βιβλίο είναι σύνθετη. Μεταφράζει, εκδίδει, πουλάει. Αυτός, μάλιστα, είναι και ο πρώτος μεταφραστής του μυθιστορήματος «Ανάστασις» του Τολστόι. Η ελληνική έκδοση θα κυκλοφορήσει στην Ελλάδα το 1920.

Φώτης Κόντογλου, αυτοπροσωπογραφία

Το 1914 ο Φώτης είναι ένας 19χρονος ανήσυχος άνδρας. Θέλει να ταξιδέψει για να γνωρίσει τον κόσμο και οι σπουδές στην Αθήνα τον περιορίζουν. Έτσι αποφασίζει να τις εγκαταλείψει και να φύγει. Αρχικά πάει στο Βέλγιο κι ύστερα στην Ισπανία για να καταλήξει στο Παρίσι, όπου κάνει διάφορες δουλειές για την επιβίωση και μεταξύ αυτών σχεδιάζει για το εβδομαδιαίο περιοδικό «L'Illustration».

Πέμπτη 31 Ιουλίου 2025

...και χί­λια άλλα ονό­μα­τα, που δεν βγή­κα­νε έτσι απλά από τα στό­μα­τα, αλλά από τις καρ­διές, που πι­στεύ­α­νε και που πο­νού­σα­νε....


Ο κα­θέ­νας μας κον­τά στην Θε­ο­τό­κο γί­νε­ται σαν παι­δί, σε αυτή την Μη­τέ­ρα βρί­σκου­με πα­ρη­γο­ριά, αγά­πη και προ­στα­σία, μι­κροί και με­γά­λοι, νέοι και γέ­ροι, άν­δρες και γυ­ναί­κες.
Η Πα­να­γία εί­ναι η ελ­πί­δα των απελ­πι­σμέ­νων, η χαρά των πι­κρα­μέ­νων, το ρα­βδί των τυ­φλών, η άγ­κυ­ρα των θα­λασ­σο­δαρ­μέ­νων, η μάνα των ορ­φα­νε­μέ­νων.
Η θρη­σκεία του Χρι­στού εί­ναι πο­νε­μέ­νη θρη­σκεία, ο ίδιος ο Χρι­στός καρ­φώ­θη­κε απά­νω στο ξύλο και η μη­τέ­ρα του η Πα­να­γία πέ­ρα­σε κάθε λύπη σε τού­τον τον κό­σμο.
Γι' αυτό κα­τα­φεύ­γου­με σε Κεί­νη που την εί­πα­νε οι πα­τε­ρά­δες μας:
"Κα­τα­φυ­γή", "Σκέ­πη του κό­σμου", "Γορ­γο­ε­πή­κοο", "Γρη­γο­ρού­σα", "Οξεία αν­τί­λη­ψη", "Ελε­ού­σα", "Οδη­γή­τρια", "Πα­ρη­γο­ρί­τισ­σα" και χί­λια άλλα ονό­μα­τα, που δεν βγή­κα­νε έτσι απλά από τα στό­μα­τα, αλλά από τις καρ­διές, που πι­στεύ­α­νε και που πο­νού­σα­νε.
Φώτης Κόντογλου.

Κυριακή 13 Ιουλίου 2025

ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ(1895-1965)

                         

  Στις 13 Ιουλίου τού 1965, απεβίωσε στην Αθήνα σε ηλικία 70 ετών, ο μεγάλος Έλληνας λογοτέχνης και ζωγράφος ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

 Μία πολυτάλαντη προσωπικότητα, που εξέφρασε την αγάπη του για την Πατρίδα, τον Θεό και τον άνθρωπο, μέσω της ζωγραφικής και της λογοτεχνίας. 

Το ασταθές κοινωνικό και πολιτικό κλίμα της Ελλάδος του μεσοπολέμου, οδήγησε τους διανοούμενους να αναζητήσουν στηρίγματα στην παράδοση, για να μπορέσει το Έθνος να επιβιώσει.

 Ο Κόντογλου πρωτοστάτησε σε αυτή την επιστροφή στην παράδοση. Όλο του το έργο είναι διαποτισμένο από την πολιτιστική μας κληρονομιά και έως τον θάνατό του, δεν σταμάτησε να αποτυπώνει αυτή την κληρονομιά μας στην ζωγραφική και στην λογοτεχνία του και να αναζητάει την ελληνικότητα.

 Όπως έγραφε ο ίδιος: «Οἱ ἄνθρωποι καταντήσανε σὰν ἄδεια κανάτια, καὶ προσπαθοῦν νὰ γεμίσουν τὸν ἑαυτό τους, ρίχνοντας μέσα ἕνα σωρὸ σκουπίδια, ἐκθέσεις μὲ τερατουργήματα, μπάλλες, ὁμιλίες καὶ ἀερολογίες, καλλιστεῖα, ποὺ μετριέται ἡ ἐμορφιὰ μὲ τὴ μεζούρα, ἠλίθιους καρνάβαλους, συλλόγους λογῆς-λογῆς μὲ γεύματα καὶ μὲ σοβαρὲς συζητήσεις γιὰ τὸν ἴσκιο τοῦ γαϊδάρου, συνδέσμους ἀφιερωμένους στοὺς ἀποθεωμένους ἄνδρας τῆς Εὐρώπης κι ἕνα σωρὸ ἀλλὰ τέτοια. Αὐτή, μὲ μιὰ ματιά, εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς ἀνθρωπότητας σήμερα, ποὺ νὰ μὴν ἀβασκαθεῖ! Ποῦ νὰ βρεῖ κανένας καταφύγιο; ... -Δόξα στὸν Θεό, ποὺ ὑπάρχει ἀκόμα κάποιο καταφύγιο γιὰ μᾶς ποὺ δὲν εἴμαστε σὲ θέση νὰ νοιώσουμε «τὸ μεγαλεῖο τῆς ἐποχῆς μας». 
Δόξα στὸν Θεὸ ποὺ ὑπάρχουν ἀκόμα κάποιοι τόποι ποὺ δὲν τοὺς ἐξήρανε αὐτὴ ἡ φυλλοξήρα ποὺ λέγεται σύγχρονος πολιτισμός. Καλὸ εἶναι νὰ ὑπάρχεις, ἀλλὰ νὰ ζεῖς εἶναι ἄλλο πρᾶγμα» 

Πέμπτη 3 Ιουλίου 2025

Μέ τή συναίσθηση τῆς κατωτερότητας πού ἀποχτήσαμε...


  Μὲ τὴ συναίσθηση τῆς κατωτερότητας ποὺ ἀποχτήσαμε, φοβόμαστε σὰν τὸν διάβολο μήπως μᾶς ποῦνε «παλιὰ μυαλά, παλιοημερολογίτες, καθυστερημένους».
 Καὶ τρέχουμε νὰ πᾶμε πρῶτοι σε κάθε κίνηση ποὺ περνᾶ γιὰ «μοντέρνα», θέλεις μίμηση τῆς «ἀφηρημένης ζωγραφικῆς», θέλεις ἀκαταλαβίστικες «λογοτεχνίες»...
(καημένη λογοτεχνία, ποὺ κατάντησες!), θὲς φιλοπαπισμός, θὲς ἀμερικανισμός, στὰ πάντα, στὰ ντυσίματά μας (πρὸ πάντων της νεολαίας), στὸν τρόπο ποὺ μιλᾶμε καὶ σκεπτόμαστε, ἀκόμα καὶ στὶς χειρονομίες. 
Δηλαδή, καταντήσαμε μαϊμοῦδες τοῦ ἀνθρωπίνου γένους «ἐν ὀνόματι τῆς προόδου καὶ τῆς θαυμάσιας ἐποχῆς μας».

κυρ Φώτης Κόντογλου

Κυριακή 4 Μαΐου 2025

Πόσο θά'θελα να κάθομαι στην Ιερά Σκήτη της Αγίας Άννης πούνε στο Άγιονόρος!

Φώτιος Κοντόγλου


Πόσο θάθελα να κάθομαι στην Ιερά Σκήτη της Αγίας Άννης πούνε στο Άγιονόρος!
Μέσα στα άγρια κράκουρα, ξεχασμένος από τον κάθε άνθρωπο, κι’ εγώ να τους έχω ξεχασμένους όλους, εξόν από τους λιγοστούς πατέρας που θα ζούνε μαζί μου.
Να τρυπώσω στο κελλί μου, σα να με κυνηγάνε ληστάδες, να κρυφτώ, να δοξάζω τον Θεό που βρήκα καταφύγιο.

Να απομείνω μοναχός να κάνω την προσευχή μου βαθειά από τα έγκατά μου, να χορτάσω να πίνω από την παρηγορητική πηγή, να μιλώ με τον Θεό όπως μιλά το παιδί στον πατέρα του, «ἑσπέρας καὶ πρωΐ καὶ μεσημβρίας, ἑπτάκις τῆς ἡμέρας».
Να σηκώνομαι τη νύχτα να λέγω το Ψαλτήρι, και να πετώ στον ουρανό.
Να με βρίσκει η χαραυγή δακρυσμένον για τις αμαρτίες μου.
Να ξεχάσω τις μικρολογίες του κόσμου να ζω μέσα στην αθανασία.
Κι’ ας καταγίνονται οι άλλοι με τις δουλειές τους, με τις ματαιότητες, με τα λεφτά, με τις δόξες, με τις λογής λογής φαντασίες.

Παρασκευή 2 Μαΐου 2025

«Ο Μινωτής και ο Καζαντζάκης για τον Φώτη Κόντογλου»


(Από άρθρο του Αρχιμανδρίτου Μάρκου Κ. Μανώλη, Εφημέριου του Ι.Ν. Αγίου Γεωργίου Διονύσου, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΔΙΟΝΥΣΟΣ στο φύλλο 64, Ιούλιος – Αύγουστος 1999)

  «Τον Κόντογλου, γράφει ο Μινωτής, τον γνώρισα από τον Φώτη Πολίτη. Γίναμε φίλοι και βλεπόμαστε συχνά κι όσο διάβαζα κείμενα δικά του, ατύπωτα ακόμη τότε, κι έβλεπα τις αγιογραφίες, που ξετέλειωνε σε μικρές εκκλησίες, και ζωγραφιές στον τοίχο του σπιτιού του, τόσο περισσότερο δενόμουνα με τον ανδρόπρεπο ποιητικό του οίστρο και την πνευματική του κλίση. ¨Ήταν μεγάλης παιδείας, τέλειος γνώστης της παλιάς και σύγχρονης μάθησης κι όχι κανένας ρομαντικός παλαιοντολόγος, όπως τον αποκαλούσαν μερικοί ευρωπαϊζοντες λόγιοι της Δεξαμενής, μα η ψυχή του ήτανε δοσμένη στις ιερές και αθάνατες ρίζες του γένους, και στην παράδοση της Ελληνικής Ορθοδοξίας.

  Όταν φρεσκοτυπώθηκε στο περιοδικό «Ελληνικά Γράμματα» του Μπαστιά «Το Μαρτύριον του Αγίου Γεωργίου του Χιοπολίτου» και το διάβασα, ξεπύρισαν τα δάκρυα από τα μάτια μου και κτυπούσε η καρδιά μου, να σπάσει από την συγκίνηση … Τέτοια μαστόρικη γραφή! Τέτοια οριακή έννοια ανθρωπιάς! Και πάνω απ’ όλα τέτοια φαντασία στο ζωντάνεμα της τρικυμίας, σαν του Σαίξπηρ.
Πήρα το τεύχος αναμάσκαλα κι έτρεξα στου Καζαντζάκη στην Αίγινα. Με το βαποράκι έκανα τότε δυόμισι ώρες. Ως τον πέτυχα στο κατώφλι του έρημου, τότε, σπιτιού του, του το έδωσα λέγοντας : 
«Διάβασε αυτό του Κόντογλου και πες μου αν δεν υπάρχει Θεός». 

Παρασκευή 25 Απριλίου 2025

«Την ημέρα που πέθανε ο Κόντογλου μαυροφορέθηκε όλη η γειτονιά»


Ο Φώτης Μαρτίνος, εγγονός του Φώτη Κόντογλου, μιλά στην «Κ» για τα χρόνια που έζησε κοντά στον παππού του, το ανεξάντλητο έργο που άφησε πίσω του και την προσπάθεια της οικογένειάς του να το διασώσει

Πέμπτη 17 Απριλίου 2025

Το χαροποιόν πένθος – Μέγα Μυστήριον


Από άρθρο του Φώτη Κόντογλου στην ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Πέμπτη 11/4/1963

  Σε τούτον τον κόσμο όλα ξεθωριάζουνε, όλα χάνουνε τη ζωηρότητά τους και σβήνουνε και στο τέλος αφήνουνε αδιάφορη την ανθρώπινη καρδιά.
  Μονάχα η ζωή του Χριστού, τα λόγια Του και προ πάντων τα Πάθη Του απομένουνε παντοτινά ζωηρά μέσα στην καρδιά εκείνου του ανθρώπου που έχει τη ζωντάνια της πίστης και τη γεμίζουνε από κατάνυξη κι από κείνη τη γλυκιά θλίψη που είναι γεμάτη ελπίδα και που τη λέγανε οι Πατέρες «χαρμολύπη» ή «χαροποιόν πένθος»

 Λοιπόν, αυτή τη λυπημένη μα και βλογημένη χαρά, την αληθινή χαρά, αυτή τη χαρά δίνει ο Χριστός σε όσους τον αγαπούν, όπως είναι όσοι πηγαίνουνε να κλάψουνε στις εκκλησιές τούτες τις αγιασμένες μέρες. Η χαρά του Χριστού φέρνει στην καρδιά και την ειρήνη, που είναι αχώριστη από όλα τα δώρα που χαρίζει ο Χριστός στους αγαπημένους του.
 Είπε ο Χριστός στους μαθητές του …
«Ειρήνη σας αφήνω, την ειρήνη την δική μου σας δίνω. Δεν σας δίνω εγώ καθώς δίνει ο κόσμος», δηλαδή «δεν σας δίνω την ψεύτικη ειρήνη που δίνει ο κόσμος, όπως δεν σας δίνω την ψεύτικη χαρά που δίνει ο κόσμος, αλλά την αληθινή που βγαίνει από καρδιά πονεμένη»

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2025

Να, τέτοιες ήτανε οι μανάδες που γεννήσανε παλληκάρια σαν τον Θανάση Διάκο, σαν τον Τζαβέλλα, τον Νικηταρά…;


Η πόρτα στο καλύβι της κυρά-Γιάνναινας ήτανε χαμηλή, είχε και μια τρύπα, για παράθυρο. Αποπάνω το καλύβι ήτανε σκεπασμένο με κλαριά, με χορτάρια και με τενεκέδες. Μέσα μοναχά που κοιμόντανε. Όλα τ’ άλλα τα κάνανε απ’ έξω. Ζούσανε στον ανοιχτό αγέρα.

Η χήρα κυρά-Γιάνναινα ήτανε πάντα χαμογελαστή. Δεν την είδα ποτέ κατσουφιασμένη. Ήσυχη, λιγομίλητη, απροσποίητη, είχε μιαν ιεροπρέπεια που μου έκανε βαθιά εντύπωση, σαν να είχα μπροστά μου κάποιο εγιασμένο πρόσωπο. Συλλογιζόμουνα που τούτη η βουνίσια, ξυπόλητη, με τη ρόκα στο χέρι, με το μαντήλι ριγμένο στο κεφάλι της, με το υφαντό φουστάνι της, μ’ όλη την ταπείνωση που είχε απάνω της, ήταν σαν κάποιο επίσημο πρόσωπο.

…Μήτε απελπισία, μήτε αναστενάγματα, μήτε παράπονα. Γι’ αυτήν, όλα ήτανε καλά. Ω, βλογημένη γυναίκα, τι δύναμη που είχες μέσα σου! Όλο χαμογελαστή, καλόγνωμη, με τον καλό λόγο στο στόμα της, συμμαζεμένη, σεμνή, ταπεινή, αυστηρή. Ποιος της έμαθε τον καλό τρόπο μάσα στα βουνά; Από ποιόν διδάχτηκε αυτή την αξιοπρέπεια; Μυστήριο! Να, τέτοιες ήτανε οι μανάδες που γεννήσανε παλληκάρια σαν τον Θανάση Διάκο, σαν τον Τζαβέλλα, τον Νικηταρά…;

Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2025

Φώτης Κόντογλου - Ὁ «Ἀμαθής καί Ἀγροῖκος Ἅγιος» Λουκᾶς ὁ Στειρίτης


Στὶς 7 Φεβρουαρίου, τελεῖται ἡ μνήμη τοῦ ἁγίου Λουκᾶ τοῦ Στειρίτου. Τὸ μοναστήρι ποὺ τιμᾶ τὄνομά του βρίσκεται κοντὰ στὸ χωριὸ Στείρι κι᾿ ἀπὸ τοῦτο λέγεται κι᾿ ἅγιος Λουκᾶς ὁ Στειρίτης ἢ Νέος, γιὰ νὰ ξεχωρίζει ἀπὸ τὸν εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ, ποὺ ἔζησε 890 χρόνια πρωτύτερα.

Αὐτὸ τὸ μοναστήρι εἶναι φημισμένο κ᾿ ἡ ἐκκλησιά του εἶναι ἡ πιὸ μεγάλη ἀπ᾿ ὅσες σώζουνται ἀπὸ κεῖνον τὸν καιρό, στολισμένη μὲ ψηφιὰ καὶ μὲ χρωματιστὰ μάρμαρα. Πηγαίνει κανένας στὸ μοναστήρι ἀπὸ τὸ Δίστομο. Εἶναι χτισμένο σὲ ἔμορφο μέρος, κοντὰ στὸ βουνὸ ποὺ τὸ λέγανε στ᾿ ἀρχαῖα Ἑλικώνα καὶ σήμερα τὸ λένε Παληοβούνα.

Ἡ καταγωγὴ τοῦ ἁγίου Λουκᾶ ἦτον ἀπὸ τὴν Αἴγινα. Ἀλλὰ οἱ παπποῦδες του φύγανε ἀπὸ τὸ νησί, σὲ καιρὸ ποὺ ρήμαξε ἀπὸ τοὺς πειράτες μπαρμπερίνους, καὶ πήγανε στὰ μέρη τῆς Ἰτέας. Ἐκεῖ πέρα γεννήθηκε ὁ πατέρας του Στέφανος, κ᾿ ὕστερα πῆγε καὶ παντρεύτηκε στὸ χωριὸ Καστρί, ποὺ ἤτανε κοντὰ στοὺς ἀρχαίους Δελφούς.
Ἐκεῖ ἦρθε στὸν κόσμο ὁ ἅγιος Λουκᾶς, στὰ 896 μ.X.
 Γιὰ τοῦτο λέγει ἕνα τροπάριό του: «Ἡ πόλις ἀγάλλεται Δελφῶν καὶ ταύτης ἡ ὅμορος, μάλιστα τοῖς σπαργάνοις σου, καὶ ἐπτάπυλαι Θῆβαι τὰ σὰ θαυμάσια κηρύττουσι τρανῶς». 

 Ἀπὸ τὰ πέντε ἀδέλφια καλογερέψανε τὰ τρία, ὁ Λουκᾶς, ἡ ἀδελφή του ἡ Καλὴ κι᾿ ὁ ἀδελφός του Ἐπιφάνιος. Πρὶν νὰ καλογερέψει, ἤτανε τσομπάνος καὶ ξωχάρης, πλὴν καὶ τότε ὁλοένα καταγινότανε μὲ τὰ θρησκευτικά. Ἡ καρδιά του ἤτανε ἁπλή, τὸ μυαλό του καθαρὸ ἀπὸ ἄσοφες σοφίες, γιὰ τοῦτο λέγει καὶ τὸ τροπάρι του: 
«Στάθηκες, Λουκᾶ, ἄμαθος στὰ λόγια, ἀλλὰ σοφὸς σὲ ἔργα θεϊκά. Κ᾿ ἔβαλες μέσα στὰ στήθια σου, μακάριε, τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ σὰν ἀρχὴ τῆς κάθε σοφίας, ὅθεν ἔζησες θεάρεστα». Ὁ ἴδιος ἔλεγε τὸν ἑαυτό του «ἀμαθῆ καὶ ἀγροῖκον». 

 Ἤτανε ταπεινότατος, ἁπλός, ἄκακος, ἡ ὄψη του ἤτανε γλυκύτατη. Τοὺς φτωχούς τους λυπότανε καὶ τοὺς πονοῦσε. Ὄντας ἀκόμα τσομπάνος, σὰν ἀντάμωνε κανέναν φτωχόν, τούδινε τὸ ψωμί του καὶ τὰ ροῦχα του, κι᾿ αὐτὸς ἀπόμνησκε πεινασμένος καὶ γυμνός. Τὸ σπόρι ποὖχε γιὰ σπάρσιμο τὸ μοιραζότανε μὲ τοὺς ἄλλους φτωχοὺς ζευγάδες. Μ᾿ ἕνα σύντομο λόγο, πιὸ πολὺ ἐζοῦσε γιὰ τοὺς ἄλλους παρὰ γιὰ τὸν ἑαυτό του. 
Πολλὲς φορὲς οἱ γονιοί του τὸν μαλώνανε, κ᾿ ἐκεῖνος ὁ μακάριος τὰ ὑπόμενε πλὴν δὲν ἄλλαζε γνώμη. 

Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2025

Οι άσαρκοι ασκητάδες...


 «Αφού έγραψα πολλά κι απόχτησα κάμποση φήμη στο γράψιμο είδα στο τέλος πως μάταιη τέχνη κατέχω. 
 Παρομοιάζω τον εαυτό μου σαν το μετανοιωμένο ληστή, ή σαν την πόρνη πάλλαξε δρόμο, ή σαν τον όσιο Μωυσή τον Αιθίοπα, που επί χρόνια πολλά λήστεψε κ' έσφαξε, και στα τελευταία βρήκε έλεος. 
 Γιατί κ' εγώ έγραψα ιστορίες για ληστάδες και για κουρσάρους, και για φονιάδες κάθε λογής, και τώρα καταλαβαίνω, πως πρέπει να βάλω στη λίγη τέχνη μου κάποιον σκοπό καλό και βλογημένο, να πλέξω μελωδικό εγκώμιο για τους άσαρκους ασκητάδες, που ευώδιαζε το κορμί τους σαν το κυπαρισσόξυλο και σαν τα ξερά χορτάρια των γκρεμνών»

(Φώτης Κόντογλου, Μυστικός Κήπος, Αθ. 1944, σελ.21)