14 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1922_Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΠΑΠΠΟΥΣ.
Θα μπορούσα να αναφέρω μία σειρά γεγονότων και καταστάσεων που συμπτωματικά διαδραματίζονται στην ευρεία περιοχή της Σμύρνης την 14η Σεπτεμβρίου (παλ.ημ.) του 1922, ημέρα που παραδοσιακά οι χριστιανοί της τιμούσαν το ιερό τους Σύμβολο, τον Σταυρό, το μέσον του μαρτυρικού, τιμωρητικού, θανάτου, όπου επάνω του ακόμη κι ο Θεάνθρωπος πριν το τέλος του λυγίζει: ‘’ Πάτερ μου, ει δύνατόν εστι, παρελθέτω απ' εμού το ποτήριον τούτο...’’.Όπως και ότι τα πλοία της σωτηρίας, με ξένες σημαίες και τα επιταγμένα ελληνικά χωρίς σημαίες, εισέρχονται επί τέλους στο λιμάνι της Σμύρνης για τρίτη μόλις μέρα, ενώ το μαρτύριο των προσφύγων στη Σμύρνη και στα λιμάνια των δυτικών παραλίων συνεχίζεται για τρίτη εβδομάδα.
Ή όπως η διαπίστωση, ότι ενώ ο τεράστιος όγκος των εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων μειώνεται με τις επιβιβάσεις τους στα πλοία, ξαφνικά πολλαπλασιάζεται πάλι από τον ατελείωτο ερχομό νέων προσφύγων που έχουν περπατήσει έως και 100 χλμ από τα δικά τους χωριά με προορισμό τη Σμύρνη , ενώ ο εκτοπισμός των ανδρών σε πορείες από τη Σμύρνη προς τη Μαγνησία συνεχίζεται.
Κυρίως πως το ποτήρι του μαρτυρίου των προσφύγων πραγματικά δεν είχε πάτο!
Στο στρατόπεδο της Μπαλτσόβα, νότια της πόλης της Σμύρνης, έχει στηθεί ένας πρώτος σταθμός αιχμαλώτων πολιτών, που οδηγούνται εκεί και από την περιοχή της Ερυθραίας. Μαζί τους και ο παππούς μου, πατέρας της μητέρας μου από τα Αλάτσατα, μαζί με 500 περίπου συγχωριανούς του. Το Γιαννακό ήταν τότε 39 ετών, έμπορος και οικογενειάρχης, πατέρας πέντε παιδιών και σε αναμονή του έκτου. Η γυναίκα του (γιαγιά μου) τις μέρες του διωγμού ήταν σε προχωρημένη εγκυμοσύνη. Στο στρατόπεδο της Μπαλτσόβα έγινε η πρώτη διαλογή. ‘Όσοι κρίθηκαν ότι δεν αντέχουν εκτελέστηκαν. Το Γιαννακό εκεί τη γλύτωσε.
Από τους περίπου 500 πολίτες αιχμαλώτους Αλατσατιανούς, έχουν βρεθεί μέχρι σήμερα μόνο 11 που επέστρεψαν κατά την ανταλλαγή αιχμαλώτων, κι άλλοι 17 από τους περίπου 700 που πολέμησαν ως "εθελοντές" στη Μικρασιατική εκστρατεία.
Από εκείνους τους Αλατσατιανούς αιχμαλώτους που επέστρεψαν έμαθαν πως τους πήγαν πεζή στην Μπαλτσόβα και μετά πεζή στη Σμύρνη. Ότι είδαν την καταστροφή της πόλης και τα ‘’κοπάδια’’ των προσφύγων στην προκυμαία της. Κάνοντας μια πολύωρη στάση εκεί, είχαν να πουν για την αφόρητη δυσωδία που ανέδιδαν τα αποκαΐδια μαζί με την οσμή της αποσύνθεσης των νεκρών που τους ανάγκαζε να κλείνουν τη μύτη τους.
Περιμένοντας έσμιξαν με καμιά διακοσαριά άνδρες αιχμαλώτους από τη Σμύρνη και συνέχισαν την πορεία προς τον Μπουρνόβα. Ούτε κουβέντα από τους Τούρκους συνοδούς τους για τον προορισμό τους, μόνο περπάτημα, νηστικοί, προ πάντων διψασμένοι κι όποιος δεν άντεχε έπεφτε. Αν δεν σηκωνόταν, ένα πυροβολισμός τον τελείωνε.
Άφησαν τον όμορφο Μπουρνόβα με τα νερά του να τους τρελαίνουν καθώς κυλούσαν γάργαρα, κάνοντας ακόμη πιο μαρτυρική τη δίψα τους. Μπήκαν στο Ναρλήκιοϊ (σημερινό Doğanlar) στο μικρό χωριό του Μπουρνόβα όπου απλωνόταν ο μεγάλος κάμπος με τις ροδιές και έστεκε το μικρό εκκλησάκι του Τιμίου Σταυρού. Η καμπάνα του στο ψηλό καμπαναριό έμενε ακίνητη και βουβή και ήταν 14 Σεπτεμβρίου. Οι πρώτοι που σταυροκοπήθηκαν στη χάρη Του έπεσαν νεκροί από σφαίρες για παραδειγματισμό.
















.jpg)




