C.S. LEWIS, «31 ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ & ΜΙΑ ΠΡΟΠΟΣΗ ΣΕ ΔΙΑΒΟΛΙΚΟ ΤΡΑΠΕΖΙ», μτφρ. Αλέξανδρος Δάσκαλος, εκδόσεις ΙΩΝΑΣ
Ο C.S.Lewis υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους αγγλόφωνους συγγραφείς του 20ού αιώνα. Γνωστός σε μας από τα περίφημα «Χρονικά της Νάρνια», μία σειρά επτά βιβλίων που με αλληγορικό τρόπο αναφέρονται στις επτά ημέρες της Δημιουργίας, με πρωταγωνιστή το λιοντάρι Ασλάν (είναι το πρόσωπο του Χριστού και η παρομοίωση έχει να κάνει με τον λόγο της Παλαιάς Διαθήκης «αναπεσών κεκοίμησαι ως ο λέων και τις σε εγερεί ω βασιλεύ»), ο Lewis, φίλος του σπουδαίου Tolkien, του συγγραφέα του «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών», είναι ένας διανοούμενος που βρήκε την πίστη στη ζωή του και την καταγράφει μέσα από το έργο του. Έχει μεταφράσει τον Μέγα Αθανάσιο στα αγγλικά και ο αγώνας του ήταν, εκτός από την λογοτεχνική έκφραση, να αφυπνίσει τον αναγνωστικό του κοινό σε μια αναζήτηση της όντως Αλήθειας, που περνά μέσα από την πίστη στον Χριστό.
Οι εκδόσεις ΙΩΝΑΣ, στην πραγματικότητα έργο και έμπνευση του μακαριστού Μητροπολίτη Νικοπόλεως και Πρεβέζης Μελετίου, έχουν μεταφράσει στα ελληνικά κάποια βιβλία του Lewis.
Διαβάσαμε πρόσφατα τα «31 γράμματα από την κόλαση και μια πρόποση σε διαβολικό τραπέζι» (πρωτότυπος τίτλος “The Screwtape Letters”, γραμμένο το 1941, στην αποκορύφωση του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου), το οποίο μετέφρασε ο Αλέξανδρος Δάσκαλος και κυκλοφορήθηκε το 2019. Το βιβλίο είναι συγκλονιστικό.
Ο Lewis χρησιμοποιεί τον Screwtape ως ένα φερέφωνο του διαβόλου, ο οποίος στέλνει γράμματα στον Άψινθο, έναν νεαρό δαίμονα, προσπαθώντας να τον βοηθήσει να χαράξει στρατηγικές προκειμένου να φέρει στην κόλαση ανθρώπους οι οποίοι θέλουν να πιστεύουν στον Χριστό (τον «Εχθρό», όπως τον αποκαλεί), αλλά είναι ευάλωτοι στους πειρασμούς. Ίσως για κάποιον «πνευματικό» άνθρωπο αυτή η θέαση να φανεί αποκρουστική.
Όμως θα λέγαμε ότι στην πραγματικότητα αποτυπώνει τα τεχνάσματα του διαβόλου στην εποχή μας, όπως και σε κάθε εποχή, προκειμένου να απομακρύνει τον άνθρωπο από τον Θεό και να τον ελκύσει στην οδό της κόλασης, δηλαδή της αυτοθέωσης, παραπλανώντας τον συχνά ότι είναι καλά. Θα λέγαμε ότι μέσα από τα γράμματά του ο Lewisμάς δείχνει πόσο εύκολα αυταπατόμαστε ότι είμαστε καλοί χριστιανοί και σωστοί άνθρωποι, ενώ είμαστε μακριά από τον Χριστό, πίνοντας ένα κρασί, που ο συγγραφέας αποκαλεί «Φαρισαϊκό».
Καταγράφουμε κάποιες θέσεις του συγγραφέα, που θεωρούμε συγκλονιστικές για όποιον επιθυμεί να ζήσει αληθινή πνευματική ζωή.
«Υπάρχουν δύο ισοδύναμα και αντίθετα λάθη που εμείς οι άνθρωποι κάνουμε συχνά σχετικά με τους διαβόλους. Το ένα είναι να μην πιστεύουμε στην ύπαρξή τους. Το άλλο είναι να πιστεύουμε μεν αλλά να αισθανόμαστε ένα υπερβολικό και άρρωστο ενδιαφέρον γι’ αυτούς. Οι ίδιοι οι διάβολοι είναι πανευτυχείς και με τα δύο λάθη και καλωσορίζουν με την ίδια χαρά τον υλιστή όσο και έναν μάγο» (σ. 17).
Αν μιλήσετε με εφήβους, θα σας πούνε ότι ο σατανισμός τους προκαλεί μεγάλο ενδιαφέρον, όπως και η μαγεία. Αν μιλήσετε με ενήλικες, θα σας πούνε οι περισσότεροι ότι δεν πιστεύουν ότι υπάρχει διάβολος.
«Φαίνεται πως πιστεύεις ότι ο κατάλληλος τρόπος για να τον κρατήσεις μακριά από τα νύχια του Εχθρού είναι η επιχειρηματολογία. Αυτό ίσως να ήταν αλήθεια αν ζούσε λίγους αιώνες πριν. Τότε οι άνθρωποι γνώριζαν ακόμα καλά πότε κάτι αποδεικνύεται και πότε όχι. Επέμεναν να συνδέουν την σκέψη με τη πράξη και ήταν έτοιμοι να αλλάξουν τον τρόπος ζωής τους εξαιτίας ενός αλυσιδωτού λογικού συλλογισμού. Όμως χάρη στον εβδομαδιαίο τύπο και σε άλλα παρόμοια όπλα αλλάξαμε άρδην αυτό το φαινόμενο. Ο ασθενής σου έχει συνηθίσει, από τα γεννοφάσκια του, να χορεύουν μέσα στο μυαλό του δεκάδες ασυμβίβαστες φιλοσοφίες. Δεν κρίνει πλέον μια διδασκαλία κυρίως ως αληθινή ή ψευδή, αλλά ως ακαδημαϊκή ή πρακτική, ξεπερασμένη ή σύγχρονη, συμβατική ή ανελέητη. Ο καλύτερος βοηθός σου να τον κρατήσεις μακριά από την Εκκλησία είναι οι ασυναρτησίες και όχι τα επιχειρήματα. Μην χαραμίζεις τον χρόνο σου προσπαθώντας να τον πείσεις ότι ο υλισμός είναι αλήθεια! Κάνε τον να νομίζει ότι ο υλισμός είναι μια δυναμική ή ψυχρή φιλοσοφία. Πως είναι η φιλοσοφία του μέλλοντος. Αυτό είναι που τον ενδιαφέρει» (σ. 19).
Ο συγγραφέας γράφει προφητικά για την εποχή του Διαδικτύου και των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης, στην οποία η αλήθεια δεν ενδιαφέρει τους πολλούς, αλλά μόνο η προσωπική άποψη και η χρησιμότητα. Προφανώς αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να ζήσουμε εκτός της εποχής μας, αλλά να ξαναβρούμε τη δίψα για Αλήθεια. Για μας η Αλήθεια είναι ο Χριστός. Χρειάζεται να ξαναβρούμε την επιχειρηματολογία, δηλαδή να μάθουμε να σκεφτόμαστε και να είμαστε καταναλωτές πληροφοριών.
Και συνεχίζει ο Lewis: «αν θέλει ο ασθενής σου να ανακατευτεί με την επιστήμη, οδήγησέ τον προς τα οικονομικά και την κοινωνιολογία…όμως το καλύτερο που μπορείς να κάνεις είναι να μην τον αφήσεις να διαβάσει καθόλου επιστήμη» (σ.22).
Η επιστήμη βοηθά τον άνθρωπο να σκεφτεί. Αυτός που την απορρίπτει, δεν οδηγείται στην πίστη, όπως δυστυχώς αρκετοί και εξ ημών των χριστιανών νομίζουν, αλλά στην ακρισία και στον φανατισμό.
«Υιοί είναι η λέξη που χρησιμοποιεί ο Εχθρός (δηλαδή ο Χριστός ως εχθρός του διαβόλου). Επιθυμώντας την ελευθερία των πλασμάτων του, αρνείται να τους μεταφέρει, μόνο λόγω των συναισθημάτων ή των συνηθειών τους, σε οποιονδήποτε από τους στόχους που τους θέτει. Τους αφήνει να περπατήσουν μόνοι τους. Εδώ βρίσκεται η δική μας ευκαιρία. Ωστόσο, να θυμάσαι πως εδώ είναι και ο κίνδυνος. Αν ξεπεράσουν αυτή την πνευματική ξηρασία επιτυχώς, θα γίνουν λιγότερο εξαρτώμενοι από τα συναισθήματα και επομένως πολύ ανθεκτικότεροι στους πειρασμούς» (σ. 25).
Η πίστη, μας λέει ο Lewis, μας κάνει να περπατάμε μόνοι μας στη ζωή ελεύθερα. Δεν μας εξαρτά από συναισθήματα, αλλά ας δίνει στιβαρότητα μέσα στον κόπο να την κρατήσουμε. Αυτή είναι η οδός του Χριστού. Η οδός της απόφασης, όχι των έτοιμων λύσεων και των βεβαιοτήτων. Αυτός που πιστεύει, αντέχει στους πειρασμούς, διότι δεν καταβάλλεται από τα συναισθήματα, της αδικίας, της σιωπής του Θεού, της απογοήτευσης, αλλά βλέπει πιο πέρα, βλέπει την ελευθερία που ο Χριστός μας δίνει, να Τον ακολουθήσουμε επειδή το θέλουμε πραγματικά και όχι για να βολευτούμε.
«Όπως και να ‘ χει, πάντα θα υπάρχει κάποια καλοσύνη, όπως και κάποια κακία στην ψυχή του ασθενή σου. Ο σκοπός είναι να κατευθύνεις την κακία του στους άμεσους συνανθρώπους του που συναντά κάθε μέρα και να εξωθήσεις την καλοσύνη του στην απόμακρη περιφέρεια σε ανθρώπους που δεν γνωρίζει προσωπικά. Η κακία επομένως γίνεται πλήρως αληθινή και η καλοσύνη του τελείως εικονική» (σ. 41).
Η χριστιανική ζωή φαίνεται στους ανθρώπους που συναναστρεφόμαστε, η καλοσύνη και η κακία άμεσα τους συμπεριλαμβάνει. Δεν είναι θεωρία η πίστη, αλλά πράξη. Δεν αρκεί να διαπνέεσαι από ανθρωπιστικές ιδέες, όταν η αγάπη, η ταπείνωση, η συγχωρητικότητα, η προσφορά δεν δίνονται από σένα στους ανθρώπους με τους οποίους συνυπάρχεις.