Τόν βλέπουμε κάποτε νά ἐπισκέπτεται ἕνα σπίτι. Κρατάει μία εἰκόνα τῆς Παναγίας στό ἕνα χέρι καί ἕνα ἄδειο δοχεῖο στό ἄλλο χέρι.
“Λίγο λαδάκι παρακαλῶ!”.
“Λίγο λαδάκι παρακαλῶ!”.
Ἡ νοικοκυρά τοῦ σπιτιοῦ δυσανασχετεῖ:
“Τί θέλει αὐτός ὁ διακονιάρης τώρα. Τί ζητᾶ; Εἶναι καί ἡλικιωμένος!”, “Θά τόν στέλνουν ἀπό κανένα μοναστήρι νά ζητιανέψει… Καλά δέν ντρέπεται ὁ Ἡγούμενος νά στέλνει ἕναν γέροντα νά ζητιανεύει;”.
Οἱ ἀρνητικές σκέψεις κατάκρισης κατέκλυζαν τόν νοῦ τῆς νοικοκυρᾶς, ὅταν ὁ ὅσιος τῆς ἀπηύθυνε παρακλητικά πάλι τόν λόγο.
“Παιδί μου, ρίξε δύο σταγόνες λάδι σέ παρακαλῶ, γιά νά εὐλογηθεῖ τό σπίτι σου…” .
Ἡ νοικοκυρά πῆγε, ἔφερε τό δικό της δοχεῖο καί ἔριξε λίγο λαδάκι μέσα στό δοχεῖο τοῦ γέροντα. Ὁ γέροντας ἔφυγε εὐχαριστημένος καί συνέχισε νά χτυπᾶ κι ἄλλες πόρτες ζητιανεύοντας λίγο λαδάκι.
Τό βράδυ ὁ γέροντας πῆγε καί ἐπισκέφθηκε ἕναν φτωχό πολύτεκνο πατέρα. Ἔμεινε τήν νύχτα καί τό πρωί χαιρέτησε καί ἄνοιξε τήν πόρτα γιά νά φύγει.
“Γέροντα ξεχάσατε τό δοχεῖο σας μέ τό λάδι!φώναξε ὁ πατέρας!”
“Αὐτό εἶναι γιά σένα. Σοῦ τό στέλνει ὁ Χριστός! εἶπε μέ ἀγάπη ὁ γέροντας καί ἔφυγε…”
Τό λαδάκι τῆς ἐλιᾶς, τοῦ κατεξοχήν καρποῦ τῆς Ἑλλάδας, ἔχει φέτος λιγοστέψει. Λαδάκι εὐλογημένο πού ἀπό τήν ἀρχαιότητα ἀκόμη θεωρήθηκε ὡς θεϊκή εὐλογία στήν Πατρίδα μας.
Ἔλαιον! Προϊόν σημαντικό. Προϊόν ἀπαραίτητο. Τό ἴδιο ἰσχύει ὅμως καί γιά τό Ἔλεος.
Τό Ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
Εἶναι ἐνδιαφέρον τό πόσο πολύ μοιάζουν οἱ ἰδιότητες τοῦ λαδιοῦ μέ τίς “ἰδιότητες” τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ.
Τό λάδι εἶναι θεραπευτικό-ἐπουλωτικό, μαλακτικό ἐπάνω σέ πληγές, σέ ξηροδερμίες, σέ τραχύτητες. Ἔτσι καί τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ μᾶς ἐπουλώνει πληγές τῆς ψυχῆς.
Μᾶς δίνει τήν συγχώρηση. Μᾶς μαλακώνει τίς καρδιές, μᾶς γλυκαίνει τίς τραχύτητες τοῦ χαρακτήρα μας.
“Τί θέλει αὐτός ὁ διακονιάρης τώρα. Τί ζητᾶ; Εἶναι καί ἡλικιωμένος!”, “Θά τόν στέλνουν ἀπό κανένα μοναστήρι νά ζητιανέψει… Καλά δέν ντρέπεται ὁ Ἡγούμενος νά στέλνει ἕναν γέροντα νά ζητιανεύει;”.
Οἱ ἀρνητικές σκέψεις κατάκρισης κατέκλυζαν τόν νοῦ τῆς νοικοκυρᾶς, ὅταν ὁ ὅσιος τῆς ἀπηύθυνε παρακλητικά πάλι τόν λόγο.
“Παιδί μου, ρίξε δύο σταγόνες λάδι σέ παρακαλῶ, γιά νά εὐλογηθεῖ τό σπίτι σου…” .
Ἡ νοικοκυρά πῆγε, ἔφερε τό δικό της δοχεῖο καί ἔριξε λίγο λαδάκι μέσα στό δοχεῖο τοῦ γέροντα. Ὁ γέροντας ἔφυγε εὐχαριστημένος καί συνέχισε νά χτυπᾶ κι ἄλλες πόρτες ζητιανεύοντας λίγο λαδάκι.
Τό βράδυ ὁ γέροντας πῆγε καί ἐπισκέφθηκε ἕναν φτωχό πολύτεκνο πατέρα. Ἔμεινε τήν νύχτα καί τό πρωί χαιρέτησε καί ἄνοιξε τήν πόρτα γιά νά φύγει.
“Γέροντα ξεχάσατε τό δοχεῖο σας μέ τό λάδι!φώναξε ὁ πατέρας!”
“Αὐτό εἶναι γιά σένα. Σοῦ τό στέλνει ὁ Χριστός! εἶπε μέ ἀγάπη ὁ γέροντας καί ἔφυγε…”
Τό λαδάκι τῆς ἐλιᾶς, τοῦ κατεξοχήν καρποῦ τῆς Ἑλλάδας, ἔχει φέτος λιγοστέψει. Λαδάκι εὐλογημένο πού ἀπό τήν ἀρχαιότητα ἀκόμη θεωρήθηκε ὡς θεϊκή εὐλογία στήν Πατρίδα μας.
Ἔλαιον! Προϊόν σημαντικό. Προϊόν ἀπαραίτητο. Τό ἴδιο ἰσχύει ὅμως καί γιά τό Ἔλεος.
Τό Ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
Εἶναι ἐνδιαφέρον τό πόσο πολύ μοιάζουν οἱ ἰδιότητες τοῦ λαδιοῦ μέ τίς “ἰδιότητες” τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ.
Τό λάδι εἶναι θεραπευτικό-ἐπουλωτικό, μαλακτικό ἐπάνω σέ πληγές, σέ ξηροδερμίες, σέ τραχύτητες. Ἔτσι καί τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ μᾶς ἐπουλώνει πληγές τῆς ψυχῆς.
Μᾶς δίνει τήν συγχώρηση. Μᾶς μαλακώνει τίς καρδιές, μᾶς γλυκαίνει τίς τραχύτητες τοῦ χαρακτήρα μας.





