ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΔΕΞΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΜΑΣ!
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διδακτικες ιστοριες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διδακτικες ιστοριες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2026

"Βλέπεις, πάτερ μου....αν είχα ακούσει όλους όσους εισηγούνταν την τιμωρητική εκδίωξη του....θα είχα"χάσει " τον μοναχό.


Πριν από μερικά χρόνια, σε μια από τις προσκυνηματικες μου εξορμήσεις στο περιβόλι της Παναγιάς... πήρα την απόφαση να επισκεφθώ έναν υπερήλικα και φωτισμένο γέροντα.... ηγούμενο σε μια από τις είκοσι κυρίαρχες Μονές του Αγίου Όρους.
Η μονή που με φιλοξενούσε μου παραχώρησε αυτοκίνητο...και ξεκίνησα μια πορεία αρκετά δύσκολη, διάρκειας δύο περίπου ωρών.
Μετά από αρκετή ταλαιπωρία... έφθασα στο έξω μέρος της μονής.Η ώρα ήταν κάπως... περίεργη, αφού οι μοναχοί ξεκουράζονταν.
Μπαίνοντας στην πύλη της Μονής, συνάντησα έναν ευγενεστατο νεαρό μοναχό... ζήτημα αν ήταν 30 ετών....Τον παρακάλεσα, αν γινόταν, να δω τον γέροντα...
Με το που άκουσε την παράκλησή μου, τον ένιωσα προβληματισμένο...σαν να ζήτησα κάτι το ακατόρθωτο.
Επαναλαμβάνω ότι ήταν ώρα ξεκούρασης...
Αφού επέμενα με ευγένεια...με οδήγησε έξω από την πόρτα του κελιού του γέροντος και αυτός έφυγε (εξαφανίστηκε) ... τρέχοντας.
Εγώ στεκομουν μπροστά σε μια παλαιά κλειστή πόρτα...
Βρισκόμουν σε αμηχανία... αφού δεν ήξερα αν έπρεπε να χτυπήσω...
Πήρα μια βαθιά ανάσα και ... χτύπησα.
Απόκριση.... καμιά.
Χτύπησα εκ δευτέρου... σιωπή.
Εκ τρίτου....το ίδιο.
Πήρα την απόφαση να εγκαταλείψω την προσπάθεια μου...και να φύγω.
Από την άλλη σκεφτόμουν...: τόσος δρόμος και τόση ταλαιπωρία...."τσάμπα" .
Κι ενώ γύρισα προς την έξοδο... άκουσα πίσω μου δύο πόδια να σέρνονται αργά αργά.
Πήρα θάρρος...και έστρεψα και πάλι το βλέμμα μου προς την κλειστή πόρτα.
Τα αργά και βαριά βήματα κατάλαβα ότι ερχόντουσαν προς το μέρος μου...έως ότου κάποια στιγμή το πόμολο της πόρτας άρχισε να γυρίζει .
Και ξαφνικά η πόρτα άνοιξε λίγα εκατοστά...
Με το ζόρι έβλεπα ένα γέρικο πρόσωπο να με ... κοιτά.
Με ρώτησε ποιος ήμουν και τι ζητούσα...

Τρίτη 16 Ιουνίου 2026

«Πριν από τον θάνατο ο πορωμένος άθεος άρχισε να ψιθυρίζει κάτι»


Συνάντησα πρόσφατα έναν παλιό μου φίλο. Είχαμε να ειδωθούμε πολλά χρόνια. Ήταν έκπληξη για αυτόν, όταν άκουσε για τις πνευματικές μου αναζητήσεις, καθώς στο παρελθόν ήμουν μακριά από την πίστη. Ο ίδιος μεγάλωσε σε μια αρκετά θρησκευόμενη οικογένεια: η μητέρα του τον πήγαινε στην εκκλησία και του διάβαζε την Αγία Γραφή από πολύ μικρή ηλικία.

Αυτός μου διηγήθηκε την ακόλουθη ιστορία:
– Κάποτε, όταν ήμουν δεκαέξι χρονών, ο παππούς μου άρχισε κάπως να αρρωσταίνει. Όχι κάτι συγκεκριμένο, αλλά τον κυρίευε μια ακατανόητη αδυναμία. Αυτός, που κάποτε ήταν ένας γερός, φωνακλάς άνθρωπος, άρχισε όλο και πιο πολύ να κοιμάται και να σιωπά. Έσβηνε, η οικογένειά μου το έβλεπε, αλλά οι γιατροί μας έλεγαν: «Είναι γηρατειά, τι θέλετε...»

Ο παππούς μου ήταν φανατικός κομμουνιστής, σιδερένιο στήριγμα του τότε καθεστώτος. Η γιαγιά μου, όταν την επισκεπτόμουν και πίναμε τσάι μαζί, συχνά αναστέναζε και μου έλεγε: «Ο παππούς σου πολλές φορές με τραβούσε με βία για να με βγάλει από την εκκλησία και έπαιρνε τις εικόνες από το μπαούλο της γιαγιάς μου και τις έκρυβε». Για αυτόν η πίστη ήταν «απομεινάρι του παρελθόντος», «όπιο του λαού», και πολεμούσε αυτό το «απομεινάρι» με όλο το πάθος ενός νεαρού οικοδόμου ενός λαμπρού μέλλοντος. Δεν φώναζε, όχι, αλλά μπορούσε να μιλάει για ώρες με πειστικότητα και σκληρότητα για την αντιεπιστημονικότητα και τον επιβλαβή χαρακτήρα της θρησκείας.

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2026

«Η ζωή είναι σαν ένα τρένο.Δεν σταματάς σε κάθε σταθμό, και δεν ταξιδεύουν όλοι μαζί σου μέχρι το τέλος.»


Η γιαγιά μου είχε μια φράση που έλεγε συχνά:
«Η ζωή είναι σαν ένα τρένο, παιδί μου.Δεν σταματάς σε κάθε σταθμό,
και δεν ταξιδεύουν όλοι μαζί σου μέχρι το τέλος.»
Όταν ήμουν παιδί, δεν καταλάβαινα τι εννοούσε.
Νόμιζα πως ήταν απλώς μια από εκείνες τις παλιές της φράσεις,σαν αυτές που ψιθύριζε όταν έραβε ή έφτιαχνε πίτες.
Όμως τώρα, καθώς περνούν τα χρόνια και τα δικά μου μαλλιά αρχίζουν να γκριζάρουν, βλέπω την αλήθεια μέσα στα λόγια της.
Όταν είσαι νέος, το τρένο είναι γεμάτο, θορυβώδες και γρήγορο.Όλοι μοιάζουν να είναι μέσα— φίλοι από το σχολείο, γείτονες, συνάδελφοι, οικογένεια.
Τα βαγόνια είναι γεμάτα γέλια, σχέδια και φωνές.Νομίζεις πως το ταξίδι θα κρατήσει για πάντα.

Αλλά όσο προχωρά η διαδρομή,οι άνθρωποι αρχίζουν να κατεβαίνουν.
Κάποιοι κατεβαίνουν γιατί ο δικός τους δρόμος τους οδηγεί αλλού.
Κάποιοι χάνονται ξαφνικά,αφήνοντας πίσω άδεια καθίσματα που πονάμε να κοιτάξουμε.Και σιγά σιγά, το τρένο ησυχάζει.
Τότε είναι που τα λόγια της γιαγιάς αποκτούν νόημα.

Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

Βέρες δεμένες με κόκκινη κλωστή...

Ορεινό χωριό Αρκαδίας, Μάιος 1953

Το Τάμα.

Ο Άη-Γιώργης στεκόταν στην άκρη του χωριού. Πέτρινο ξωκλήσι, μικρό, με καμπάνα που χτυπούσε μόνη της όταν φύσαγε βοριάς. Μέσα, η εικόνα του καβαλάρη με το κοντάρι στο δράκο. Κι από κάτω, στο εικονοστάσι, κρεμασμένα τάματα: ασημένια ματάκια, χεράκια, ποδαράκια, καρδούλες.Ανάμεσά τους, ξεχώριζαν δύο βέρες. Δεμένες με κόκκινη κλωστή. Σκουριασμένες, θαμπές από τα χρόνια.

Η Ιστορία
Ήταν 1947. Εμφύλιος(σ.σ.Συμμοριτοπόλεμος). Το χωριό χωρισμένο στα δύο. Αδερφός δεν μιλούσε σε αδερφό.
Η Μαρία του Καραγιάννη αγαπούσε τον Γιώργη του Μπουκουβάλα. Μπουκουβαλαίοι και Καραγιανναίοι είχαν αίμα αναμεταξύ τους από το 1932. Βεντέτα. Τρεις σκοτωμένοι.
Ο έρωτάς τους ήταν καταδικασμένος. Αν το μάθαιναν οι πατεράδες, θα τους σκότωναν. Αν όχι οι πατεράδες, το χωριό.
Συναντιούνταν κρυφά στο ξωκλήσι. Ο Άη-Γιώργης ήταν ο μόνος μάρτυρας. Εκεί, μπροστά στην εικόνα, αντάλλαξαν όρκους. Δεν είχαν βέρες. Έκοψαν δύο βέργες από κλήμα, τις έπλεξαν σε κύκλο. «Μπροστά στον Άγιο, είσαι άντρας μου», του είπε. «Μπροστά στον Άγιο, είσαι γυναίκα μου», της είπε.

Ο Χωρισμός
Το 1948 τον πήραν φαντάρο τον Γιώργη. Γράμμιτσα. Η Μαρία έμεινε πίσω. Έγκυος.
Όταν γεννήθηκε το παιδί, ο πατέρας της ο Καραγιάννης την έδιωξε. «Πουτάνα. Ντροπή της φαμελιάς». Πήγε στην Αθήνα υπηρέτρια. Το παιδί το άφησε στη μάνα της κρυφά.
Ο Γιώργης γύρισε το 1951. Λαβωμένος στο πόδι. Την έψαξε. Του είπαν «πέθανε στη γέννα». Το πίστεψε.

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2026

Ορε τι μου λες; Αυτά που διαβάζω εδώ σ’ αυτό το φύλλο είναι σαν να τα ‘γραψε ο ίδιος χθες!


Αποφάσισα στο δειλινό επετείου της 25ης Μαρτίου, να διηγηθώ μια ιστορία.
Η ιστορία αφορά την Ευτυχία Χειμαριού – Καμονάχου, από το χωριό Αρκαδάδες της Βόρειας Κέρκυρας, που έφυγε από τη ζωή πριν από τρία και πλέον χρόνια.
Η Ευτυχία αναρτούσε με επιμέλεια την Ελληνική Σημαία στο μπαλκόνι της κάθε Εθνική Γιορτή και κάθε μεγάλη Θρησκευτική γιορτή επίσης, αν και ήταν σε προχωρημένη ηλικία και με κινητικά προβλήματα.
Ολιγογράμματη (μέχρι 3η Δημοτικού το πολύ!) κατάφερνε και διάβαζε άπταιστα τα εκκλησιαστικά λειτουργικά βιβλία και όχι σπάνια έψαλλε στην Εκκλησία!
Μου έλεγε ότι δεν ήξερε γράμματα αλλά εγώ της απαντούσα ότι γνώριζε, χωρίς να το ξέρει, Αρχαία Ελληνικά, για να εισπράττω την έκπληξή της και να εξηγώ κατόπιν.

Μια μέρα έγινε η εξής στιχομυθία:
- Σπύρο μου, μπορείς να μου κάμεις μια χάρη;
- Αν μπορώ!
- Να μου βρεις το τηλέφωνο του Ηλία του Μηνιάτη.

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2026

Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΓΙΑΓΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΤΣΟΒΟ

ΜΙΑ ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΓΙΑΓΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΤΣΟΒΟ. ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΜΠΙΣΑ ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΚΟΥΒΕΛΗ 
Του Μιχαήλ Τρίτου, καθηγητή Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

Η γιαγιά από το Μέτσοβο που ζήτησε να ετοιμαστεί πριν αναχωρήσει για την αιώνια ζωή, ημέρα Ψυχοσάββατο.

Ήμουν μαθητής του Γυμνασίου Μετσόβου, όταν έβλεπα τις απογευματινές ώρες μια συμπαθέστατη γριούλα, ντυμένη την τοπική μετσοβίτικη στολή, να πηγαίνει στην Αγία Παρασκευή να παρακολουθήσει την ακολουθία τού Εσπερινού. Κρατούσε στα χέρια της ένα μικρό μεταλλικό δοχείο με λάδι για να ανάψει τα καντήλια του ναού. Ήταν η Μαρία Μπίσα, μία ευλογημένη από τον Θεό ψυχή!
Μετά το πέρας του Εσπερινού πήγαινε στο κέντρο του ναού και με μία εκ βαθέων δοξολογητική κραυγή έλεγε το “Δόξα Σοι Κύριε”, χωρίς καν να γνωρίζει την σημασία αυτής της φράσης.

Το πρόσωπό της έλαμπε και από τα γεροντικά της μάτια έβγαιναν δάκρυα ικεσίας προς τον δωρεοδότη Θεό. Ήταν η εξωτερίκευση της βιωμένης πίστεως και η έκφραση της γνήσιας ορθοδόξου πνευματικότητος.

Ο Κύριος βράβευσε την πίστη τις απλής αυτής γυναίκας, δίνοντάς της την δυνατότητα να προβλέψει με κάθε λεπτομέρεια το τέλος της επίγειας ζωής της.
Στο σημείο αυτό θα αφήσω την εγγονή της, την κ. Μαρία-Μπίσα-Ψαροβασίλη, να περιγράψει ως αυτόπτης μάρτυς το γεγονός, με ένα κείμενο ξεχωριστής χάρης και ομορφιάς και με έντονο το στοιχείο της βιωμένης αμεσότητας.

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2026

....Χαιρετισμός στον Άι Γιάννη...


 Τον έβλεπα κάθε δειλινό την ίδια ώρα, που επέστρεφε με τη βάρκα του από το ψάρεμα. 
Η επιστροφή του στο απάνεμο λιμανάκι της Αμαρύνθου ακολουθούσε πάντα την ίδια απαράβατη ιεροτελεστία. Τον χαιρετισμό στον Άι Γιάννη! 

Μόλις η βάρκα έφτανε στο ύψος του δρόμου, όπου βρίσκεται η ομώνυμη εκκλησία, σηκωνόταν όρθιος από τη θέση του στο τιμόνι και βγάζοντας το ψάθινο καπέλο του με σεβασμό έκανε το σταυρό του κοιτάζοντας προς τη μεριά του Αγίου. Έπειτα, συνέχιζε απλά το δρόμο του προς το λιμάνι.

Μου έκανε εντύπωση η απλότητα και η συνέπεια του κάθε φορά να χαιρετάει τον Άγιο. Έτσι ένα απόγευμα τον ζωγράφισα στα γρήγορα σε μια ακουαρέλα....

Το πορτοκάλι της αγάπης στα Καρούλια


«Επείνασα και εδώκατέ μοι φαγείν» γράφει ο Κύριος στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, δείχνοντας ότι κάθε πράξη αγάπης προς τον αδελφό γίνεται μυστικά προς τον ίδιο τον Θεό.

Στα απόκρημνα βράχια των Καρουλίων, εκεί όπου η γη μοιάζει να τελειώνει και η προσευχή αρχίζει, ζούσε κάποτε ένας ταπεινός ασκητής, ο γέροντας Αρσένιος. Το κελί του ήταν μια μικρή σπηλιά σκαμμένη μέσα στον βράχο. Χρόνια πολλά είχαν περάσει χωρίς να γευθεί λάδι ή κρασί, και το σώμα του είχε μάθει να ζει με λίγα χόρτα, λίγο ψωμί και πολλή προσευχή. Η καρδιά του όμως είχε γεμίσει από μια άλλη τροφή, εκείνη που γεννά η αγάπη προς τον Θεό και προς κάθε άνθρωπο.

Ήταν Μεγάλη Εβδομάδα. Οι ημέρες εκείνες για τους ασκητές του Αγίου Όρους δεν είναι απλώς μνήμη γεγονότων, αλλά βίωμα του ίδιου του Πάθους του Χριστού. Η σιωπή βαθαίνει, η προσευχή γίνεται πιο θερμή και η νηστεία πιο αυστηρή. Το σώμα πεινά, αλλά η ψυχή μαθαίνει να αναζητεί τον αληθινό άρτο της ζωής. Όπως λέγει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος, η νηστεία είναι μητέρα της καθαρότητας της καρδιάς και φύλακας της ταπεινώσεως.

Τη Μεγάλη Τετάρτη, ένας νεαρός προσκυνητής κατάφερε με κόπο να φθάσει μέχρι εκείνα τα δύσβατα μονοπάτια. Είχε ακούσει για τον γέροντα Αρσένιο και θέλησε να πάρει την ευχή του. Δεν τον βρήκε έξω από τη σπηλιά και άφησε σιωπηλά στην είσοδο ένα μεγάλο, ώριμο πορτοκάλι. Ήταν ένα απλό δώρο, αλλά μέσα στη φτώχεια των Καρουλίων έμοιαζε σαν θησαυρός.

Το απόγευμα, όταν ο γέροντας βγήκε να μαζέψει λίγα άγρια χόρτα, είδε το πορτοκάλι να λάμπει επάνω στην πέτρα σαν μικρός ήλιος. Το πήρε στα χέρια του. Η ευωδία του απλώθηκε στον αέρα. Το σώμα του, κουρασμένο από τη νηστεία, ένιωσε έντονα την επιθυμία. Για μια στιγμή η σκέψη ψιθύρισε πως θα μπορούσε να το φάει. Θα του έδινε δύναμη για την αγρυπνία της Σταύρωσης.

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026

Η βάρδια δεν τελείωσε ακόμα....(Αληθινή Ιστορία)


Το λεωφορειο σταματα και η Ευαγγελια με την ψυχη στο στομα μολις που προλαβε να βαλει και τα δυο της ποδια στο σκαλοπατι και να ανεβει.Σε μιση ωρα ξεκινα η βαρδια.Εχει αγχωθει τοσο πολυ που ξεχασε να ακυρωσει το εισιτηριο της.
Δυστυχως γι αυτην, μεσα στο λεωφορειο υπαρχει ελεγκτης.Ζητα το εισιτηριο της.
Εκεινη φανερα αγχωμενη προσπαθει να εξηγησει οτι δεν ειναι τζαμπατζης, απλα δεν προλαβε να το ακυρωσει.
Ο ελεγκτης ανενδοτος, της μιλα ειρωνικα.Προσπαθει να την κατεβασει πιανοντας την απο το χερι.
Η Ευαγγελια, νοσηλευτρια σε κεντρικο νοσοκομειο της Αθηνας, προσπαθει να αποφυγει τον ''διασυρμο'' παρακαλωντας τον ελεγκτη να την αφησει να ακυρωσει το εισιτηριο.
Εκεινος αφου γελα ειρωνικα, την κατεβαζει απο το λεωφορειο.Η Ευαγγελια, απο ενστικτο και φοβο το βαζει στα ποδια.Για καλη της τυχη, ειναι κοντα στην κλινικη.
Χωνεται μεσα και λαχανιασμενη ανεβαινει στον τριτο με τα ποδια.Στο χειρουργειο.
Ντυνεται βιαστικα, καλημεριζει ακομα πιο βιαστικα τους υπολοιπους και μπαινει στην αιθουσα της.
Το σημερινο χειρουργειο;Τροχαιο.Το θυμα, ενα παιδι 12 χρονων.
Ο νοσηλευτης της αναισθησιας δινει τον υπνο και τη μυοχαλαση που εχει ετοιμασει στον αναισθησιολογο και βοηθαει στην διασωληνωση.Το παιδι κοιμηθηκε.
Ο χειρουργος μπαινει στην αιθουσα.Ολοι στις θεσεις τους.
Το σκηνικο μοιαζει με σκηνη απο ηρωικη ταινια.
Απο την μια πλευρα οι στρατιωτες με τα πρασινα και τα μπλε. Απο την αλλη ο μαυρος στρατηγος με το δρεπανι.
Στη μεση το παιδι.Το παιδι.Πρεπει να σωθει το παιδι.

Εξω, η μανα προσπαθει να σταθει στα ποδια της.Κοιτα απο την χαραμαδα της πορτας μηπως δει καποιον να της δωσει μια πληροφορια.
Μετα απο 10 λεπτα καταφθανει κι ο πατερας αλαφιασμενος.Μαζι προσπαθουν να δωσουν κουραγιο ο ενας στον αλλον.

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2025

Μια αληθινή συγκινητική ιστορία με αυτή την Ευχετήρια κάρτα του 1945.


Ο Αριστοτέλης Διαμαντίδης φτωχός μετανάστης στην Αμερική, με καταγωγή από το Δελβινάκι Ιωαννίνων, αγοράζει αυτή την όμορφη κάρτα από ένα Ελληνικό κατάστημα της Νέας Υόρκης και την στέλνει για Χριστουγεννιάτικες ευχές στο νέο ζεύγος, τον γαμπρό του Μανώλη Καλογεράκη και την κόρη του Μαρία, την οποία είχε να την δει δεκαπέντε χρόνια.

Μόλις την έλαβε ο γαμπρός του, του απαντά με μια επιστολή-έκπληξη και τον ενημερώνει ότι αυτή η γυναίκα που φαίνεται στην Ευχετήρια κάρτα με την Πωγωνίσια φορεσιά, είναι η κόρη του Μαρία Διαμαντίδη- Καλογεράκη!!!

( Από ανάρτηση της Άννας Μπούκα στην Ομάδα " Τα Γιάννενα μέσα στον Χρόνο").


Τί συγκινητικές αληθινές ιστορίες, τί πόνο και τί δάκρυα κρύβει τούτη η Ηπειρώτικη σκληρή γη μας, η καταδικασμένη να ξενιτεύει δεκαετίες ολόκληρες τους συζύγους και τους γιούς, για να ζήσει πίσω ή υπόλοιπη οικογένεια!!!

Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2025

Παναγιώτης Καραΐσκος: Ο αθλητής που πριν νικήσει 25.000 δρομείς στον Μαραθώνιο της Αθήνας, είχε νικήσει την ηρωίνη


  Ο Παναγιώτης Καραΐσκος, ο μεγάλος φετινός νικητής του Μαραθωνίου, ποτέ δεν έκρυψε το παρελθόν του.
  Σε μια ζωή που πέρασε από διάφορα περίεργα μονοπάτια, πριν ο ίδιος κατασταλλάξει αρχικά στην προσπάθεια για απεξάρτηση από την ηρωίνη και τα μικρά καθημερινά βήματα, για να φτάσει μέχρι τα άλματα και τις μεγάλες νίκες (δύο πλέον) στο πιο σημαντικό δρομικό γεγονός στον κόσμο...

  Από τα κατηχητικά έπεσε στα σκληρά ναρκωτικά και σήμερα ανέβηκε το πρώτο σκαλί του βάθρου.
 «Ήμουν ένα παιδί που είχα μεγαλώσει στο κατηχητικό, έπαιζα ποδόσφαιρο και ήμουν σε καλό επίπεδο στο τζούντο. Τα παράτησα όλα. Ξεκίνησα με χασίς, άρχισα φυσικά το κάπνισμα. Στην παρέα μου έκαναν χρήση ναρκωτικών. Σταδιακά ξεκίνησε η κατηφόρα...», θα πει ο Παναγιώτης...

  Αυτός είναι ο νικητής του 40ου Μαραθωνίου. Στα 35 του χρόνια ο Παναγιώτης Καραΐσκος είναι ένα παράδειγμα για όλους μας, για την Ελλάδα και το παγκόσμιο δρομικό κίνημα. Είναι η δύναμη της θέλησης και του καλού ενάντια στο κακό και στο λάθος. Είναι ο άνθρωπος που όλοι θα θέλαμε να ακολουθήσουμε και κυρίως να μιμηθούμε στα δύσκολα και στα μεγάλα μας λάθη.

Διαβάστε όλο το αφιέρωμα από το ΕΘΝΟΣ εδώ
Το είδα ΕΔΩ

Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2025

Ο παπά-Σταύρος «Το Κάλεσμα του Αγίου !»

Τον έλεγαν Σταύρο, μα στο χωριό όλοι τον φώναζαν Σταύρακα. Ήταν ξάδερφος του Κυριάκου. Λιγνός και αδύνατος , αλλά με ψυχή μεγάλη και φωτεινή. Από νέος έδειχνε πως το μυαλό του δούλευε ρολόι. Δραστήριος, ευγενικός, γεμάτος καλοσύνη, μα και με μια σπάνια ικανότητα να πείθει τους ανθρώπους. Έγινε ασφαλιστής, έστησε γραφείο, αντιπροσώπευε μεγάλες εταιρείες, και με τον καιρό έγινε ο καλύτερος σε όλη την Κύπρο. Οι επιτυχίες του ήταν πολλές. Τιμητικές διακρίσεις, βραβεία, έπαινοι. Και όμως, όσοι τον ήξεραν, τον θυμούνταν περισσότερο για το ήσυχο χαμόγελο και τη βαθιά του πίστη, παρά για τα επαγγελματικά του κατορθώματα.

Από παιδί είχε την καρδιά του στραμμένη στην εκκλησία. Ήθελε, λέει, να γίνει παπάς. Μα η ζωή, όπως κάνει συνήθως, τον πήρε από το χέρι και τον οδήγησε αλλού. Έγινε επιχειρηματίας, παντρεύτηκε, έκανε παιδιά, μεγάλωσε οικογένεια στη Γεροσκήπου. Κάθε Κυριακή, φορτώνονταν όλοι στο αυτοκίνητο και τραβούσαν για την Παναγία της Χλώρακας. Ήταν το ιερό του τελετουργικό, η δική του συμφιλίωση με το Θεό. Ίσως έτσι, μέσα από τη σιωπή της λειτουργίας και το άρωμα του λιβανιού, να γλύκαινε λίγο το ανεκπλήρωτο παιδικό του όνειρο.

Τα χρόνια πέρασαν. Τα παιδιά μεγάλωσαν, έφυγαν, έστησαν τη δική τους ζωή. Ο Σταύρος γέρασε μέσα στην ευμάρεια και την ευπρέπεια. Μα κάπου βαθιά μέσα του, ένα σκοινί που χρόνια ήταν τεντωμένο, άρχισε να πάλλεται ξανά.

Μια νύχτα, αργά στο γραφείο, τον επισκέφθηκε το άγνωστο.
Άκουσε πατήματα στην αυλή. Νόμισε πως ήταν κλέφτης. Πήρε τον ασύρματο να ειδοποιήσει την ασφάλεια, αλλά διαπίστωσε πως δεν λειτουργούσε.
Βγήκε έξω και τον τύλιξε ένα φως. Και από το φως αναδύθηκε μια μορφή ανθρώπινη, γαλήνια, στολισμένη με μια λάμψη ουράνια.

Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2025

Το θέμα είναι να..γνωρίζεις εκ των προτέρων τι θα ήθελαν να ακούσουν’’.


Σε ένα ταξίδι ενός Ρώσου εβραϊκής καταγωγής στο Ισραήλ, όταν ελέγχθηκαν οι αποσκευές του κατά την αναχώρηση από το αεροδρόμιο της Μόσχας, ο επιθεωρητής βρήκε ένα άγαλμα του Λένιν στα υπάρχοντά του.
-Ο επιθεωρητής τον ρώτησε:
«Τι είναι αυτό;»
-Ο Ρώσος απάντησε:
«Η διατύπωση της ερώτησής σας είναι λάθος! Έπρεπε να ρωτήσετε ποιός είναι αυτός;
Αυτός είναι ο Λένιν ... ο ιδρυτής του κομμουνισμού της Ρωσίας μας. Τον παίρνω μαζί μου για να υποκλίνομαι στη μνήμη του!»
-Ο Ρώσος υπάλληλος επηρεάστηκε. Είπε,
«όλα καλά , να περάσετε.»
-Κατά την άφιξή του στο αεροδρόμιο του Τελ Αβίβ, ο αξιωματικός επιθεώρησης είδε το άγαλμα και τον ρώτησε:
«Τι είναι αυτό;»
-Απάντησε:
«Η ερώτησή σας είναι λάθος, κύριε!Έπρεπε να ρωτήσετε ποιος είναι αυτός;

Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2025

Πάντοτε πριν την αυγή είναι το πιο πυκνό σκοτάδι(Η συγκλονιστική ιστορία ενός σοβιετικού στρατιώτη)


  «…12 Δεκεμβρίου 1941… Βρίσκομαι στό Γενικό Νοσοκομείο κάποιας γερμανικής πόλεως… δέν ξέρω τ’ όνομα της, αφού μέ μετέφεραν εδώ από το πεδίο μάχης ενώ ήμουν σε κώμα… Η αλήθεια είναι πώς δε θέλω να μάθω τ’ όνομα της… τι μ’ ενδιαφέρει άλλωστε; Εκτός αυτού κανείς δεν έκανε τον κόπο να μου το πει.

 Η κατάσταση μου είναι κυριολεκτικά τραγική. Προ τριών μηνών περίπου στη φοβερή μάχη του Λένινγκραντ ηττηθήκαμε από τους Γερμανούς Ναζί, με μεγάλες απώλειες και από τις δύο πλευρές. Εγώ πληγώθηκα θανάσιμα στα δύο πόδια από έκρηξη χειροβομβίδας και στο αριστερό χέρι από κάποια αδέσποτη σφαίρα.
Με βρήκαν πλημμυρισμένο στο αίμα, ανάμεσα σ’ ένα σωρό νεκρούς συναδέλφους δύο Γερμανοί στρατιώτες, πού μετά τη λήξη της μάχης έψαχναν ανάμεσα στα πτώματα για οτιδήποτε χρήσιμο ή πολύτιμο

Με ένα αυτοκίνητο του Ερυθρού Σταυρού με μετέφεραν σε κάποιο σταθμό πρώτων βοηθειών οπού συνήλθα λίγο έπειτα με φόρτωσαν στο βαγόνι ενός τρένου, αφού μου κόλλησαν ένα νούμερο στο στήθος και στην πλάτη. Αυτό ήταν φυσικό, αφού για εκείνους δεν ήμουν τίποτε άλλο από ένα νούμερο…

Γεννήθηκα στο Σμολένσκ, μία κωμόπολη Ρωσική, περίπου εκατό χιλιόμετρα από τη Μόσχα, το 1912. Από μικρό παιδί ήμουν σχεδόν άθεος, μεγαλώνοντας ασπάσθηκα τον κομμουνισμό. Ο πατέρας μου ήταν αυστηρός μπολσεβίκος και είχε λάβει μέρος στην κομμουνιστική επανάσταση το 1917, πού ανέτρεψε το καθεστώς του Τσάρου.
Η μητέρα μου η Άννα ήταν καλή χριστιανή, αλλά από το φόβο του πατέρα έκανε τα καθήκοντα της τα χριστιανικά κρυφά. Είχα και έναν… μικρότερο κατά τρία χρόνια αδελφό, τον Αλέξιο. Αυτήν την ώρα μόνο αυτόν θυμάμαι, αυτόν μπορώ και αυτόν θέλω να θυμάμαι…Αργοπεθαίνω.

Οι γιατροί μου έκοψαν και τα δύο πόδια και το αριστερό χέρι γιατί κινδύνευα απ’ τη φοβερή γάγγραινα των άκρων. Από τότε είμαι κλεισμένος, ακίνητος, πάνω σ’ αυτό το κρεβάτι, στο σκοτεινό θάλαμο Νο Ο (μηδέν).
Με έχουν κάνει πειραματόζωο και φυσικά, αν δεν πεθάνω κάποια στιγμή, θα με σκοτώσουν οι γιατροί, όταν τελειώσουν τα πειράματα τους.

Είναι δώδεκα (12) Δεκεμβρίου. Πλησιάζουν Χριστούγεννα. Τί περίεργο αλήθεια! Για πρώτη φορά στη ζωή μου δακρύζω σ’ αυτή τη σκέψη. Ήμουν… ανέκαθεν άθεος. Ο αδελφός μου ο Αλέξιος όμως από νήπιο ξημεροβραδιαζόταν στην εκκλησία .
Ήταν άριστος μαθητής στο σχολείο. Ο πατέρας μου, όταν εγώ άρχισα τις σπουδές μου στη Στρατιωτική Σχολή της Μόσχας, ονειρευόταν και για τον Αλέξιο μια λαμπρή σταδιοδρομία αξιωματικού του Ερυθρού Στρατού. Όμως τη χρονιά πού εγώ τελείωνα τη Σχολή κι ο Αλέξιος… ήταν τότε είκοσι (20) χρονών, το 1935… μια νύχτα έφυγε για πάντα. Η μητέρα βρήκε ένα γράμμα με λίγες λέξεις πάνω στο μαξιλάρι:
«Συγχωρήσατε με καλοί μου γονείς, Νικολάι και Αννούσκα… αλλά με καλεί ο ουράνιος Βασιλέας, να καταταγώ στο στρατό Τον. Δεν μπορώ ν’ αρνηθώ την πρόσκληση.
Φεύγω κι εύχομαι καλή σωτηρία.
Υ.Γ.: Μην το πείτε παρακαλώ στον Ιβάν. Θα του γράψω εγώ».

Πράγματι, δε μου το είπαν αμέσως, διότι ήταν η εποχή πού έδινα εξετάσεις για το δίπλωμα. Φυσικά, όταν γύρισα το φθινόπωρο στο σπίτι, μου έδειξαν το γράμμα. Ένας κόμπος μου ανέβηκε στο λαιμό.
Τώρα πού το θυμάμαι… ήθελα, αν ήταν δυνατόν, να τον έβλεπα τώρα, να του ζητήσω συγγνώμη… ναι, διότι η θλίψη μου, έπειτα από λίγες στιγμές έγινε οργή και αρπάζοντας το στρατιωτικό μου όπλο, τράβηξα τον πατέρα μου απ` το μανίκι φωνάζοντας: «Γιατί δεν έψαξες να τον βρεις; Εγώ τώρα, οπού και να ‘χει πάει, θα τον βρω και θα τον σκοτώσω». Η μητέρα έβγαλε μια κραυγή τρόμου.
Ο πατέρας κατέβασε από τον τοίχο το κυνηγετικό του όπλο, λέγοντας μου: «Δεν έψαξα, γιατί σε περίμενα. Όπως ξέρεις, η τιμή ενός μπολσεβίκου δεν σηκώνει τέτοιο ρεζίλεμα σαν αυτό του Αλιόσα».
Ο θυμός μας είχε τυφλώσει. Νιώθαμε πώς μας είχε γίνει φοβερή προσβολή και μάλιστα για κάτι τόσο βλακώδες, όπως ήταν ο Θεός του Αλεξίου… Φυσικά, για μας δεν υπήρχε Θεός και οι εκκλησίες έπρεπε να γίνουν όλες στάβλοι... Δύο μοναστήρια ήταν τα πλησιέστερα: Της Όπτινα (πού είχε ήδη καταστραφεί στη διάρκεια της Κομμουνιστικής Επανάστασης) και τα ερημητήρια των αγρίων ορέων του Ροσλάβ.

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2025

Το σφυρί και το αμόνι.


 Ο τόπος όχι τόσο μακρινός μα ούτε και κοντινός. Ίσα με το Ικόνιο της Μικράς Ασίας μάς φέρνει ο δρόμος πριν από 100 χρόνια. Οι Τούρκοι, καθώς το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών υποχωρεί προς τα παράλια της Σμύρνης, εξαπολύουν μέσα στην πόλη του Ικονίου και στα γειτονικά χωριά διωγμούς, σέρνοντας έξω από τα σπίτια Έλληνες, εκ των οποίων άλλους σκοτώνουν και άλλους, πιότερο άτυχους, στέλνουν σκλάβους στα βάθη της Ανατολίας. Πλησίαζε η Μικρασιατική καταστροφή, αν δεν συνέβαινε ήδη.

  Ο πατέρας βαριά άρρωστος στο κρεββάτι, ενώ η μάνα βάζει βιαστικά μέσα σ’ ένα τσουβαλάκι λίγα ρούχα, λίγα τρόφιμα, όλες τις λιγοστές οικονομίες της οικογένειας και αφήνει για το τέλος ένα σφυρί κι ένα αμόνι. Ο μεγάλος γιος έξω από το σπίτι καθυστερεί τους Τούρκους με το όπλο του, θέλοντας να δώσει χρόνο στα δύο μικρότερα αδέλφια του να φύγουν. Την ώρα που οι Τούρκοι μπαίνουν στην αυλή του σπιτιού ο μεσαίος αδελφός, ο Νίκος, πηδάει από το πίσω παράθυρο, κρατώντας στο ένα του χέρι τη μικρή του αδελφή και στο άλλο το τσουβαλάκι της μάνας τους. Το τελευταίο που προλαβαίνει ν’ ακούσει και που θα κουβαλάει σ’ όλη του τη ζωή από εκείνες τις πατρίδες είναι τον μεγάλο του αδελφό να πέφτει νεκρός έξω από την πόρτα του σπιτιού τους. Δεν γυρίζει να κοιτάξει πίσω και δεν βλέπει τη μητέρα τους να σταυρώνει με το χέρι της τα δύο παιδιά πριν χαθεί κι εκείνη.

  Μετά από δυσκολίες και κακουχίες καταφέρνει να φτάσει στην Ελλάδα και να εγκατασταθεί μαζί με την αδελφή του και άλλους πρόσφυγες στον προσφυγικό καταυλισμό της Νέας Ιωνίας του Βόλου. Κάποιοι επιτήδειοι του κλέβουν τις λιγοστές οικονομίες και η μόνη του περιουσία είναι το σφυρί και το αμόνι. Αλλάζει το επώνυμό του από Παπάζογλου σε Παπαδόπουλος (για λόγους ευνόητους για όσους γνωρίζουν τα πάθη των προσφύγων στη μητέρα πατρίδα) και ασκεί την τέχνη του πλανόδιου τσαγκάρη, περιπλανώμενος στις γειτονιές της πόλης, διαλαλώντας την τέχνη του κι επιδιορθώνοντας ως επί το πλείστον αρβύλες εργατών κι εργατριών.

Δευτέρα 18 Αυγούστου 2025

Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος: Διήγηση για έναν άγνωστο όσιο


 Θα σας πω ένα παράδειγμα ενός νέου οσίου, ο οποίος ήταν μεν επιστήμων – ήταν γιατρός – και άφησε την ιατρική επιστήμη και έγινε μοναχός, πήγε στην Παλαιστίνη, στην Μονή του Χοζεβά, και εκεί έλαβε το αγγελικό σχήμα. Αλλά τόση αγάπη είχε στον Θεό, τόση φλόγα, και επειδή τότε στην Μονή Χοζεβά έτρεχαν άνθρωποι και δεν τον άφηναν σε ησυχία, σηκώνεται και φεύγει κρυφά.
Και πού πάει; Ήρθε στην πατρίδα μου, σ’ ένα μοναστηράκι στον Μαλέα, που ήταν παλιά ένας Γεώργιος, ο εν τω Μαλεώ, που λέει και ο συναξαριστής, και επειδή τον λέγανε και εκείνον Γεώργιο – ίσως ο άγιος Γεώργιος τον εφώτισε – πήγε και κατοίκησε εκεί.

Αλλά επειδή εκεί κατοίκησε, κι ήταν κοντά και πήγαιναν από τα χωριά, σηκώθηκε κι έφυγε· άφησε τα βιβλία του εκεί όπως ήτανε και πήγε και κατοίκησε στον Πάρνωνα, σε μια σπηλιά. Μια σπηλιά, η οποία έχει μικρή τρύπα και κάτω, όταν μπαίνει κανείς, είναι βαθύ· και εκεί έμενε άγνωστος.

Πόσο καιρό έμενε, δεν ξέρει κανείς. Αλλά όταν επήγα εγώ στο Μοναστήρι που έκανε, τον άγιο Γεώργιο, και τον έλεγαν και αυτόν Γεώργιο, έμαθα ότι εκεί στην σπηλιά τον βρήκε ένας βοσκός που είχε χάσει ένα πρόβατο, και περιπλανώμενος στα όρη και στα σπήλαια για να το εύρη, είδε την σπηλιά εκείνη και νόμισε μήπως κατέβηκε κάτω, και κατεβαίνει, και αντί να ιδεί το πρόβατο, είδε έναν άνθρωπο και τρόμαξε και παρ’ ολίγο να πεθάνει από τον φόβο του.

Συνάντηση με την 12χρονη τυφλή μουσικό και αθλήτρια Λουκία Κασαμάκη

«Η μεγαλύτερη αναπηρία είναι να μην έχεις θέληση» λέει στη «Μακεδονία της Κυριακής»



  Η Λουκία Κασαμάκη είναι μόλις 12 ετών και ζει με την οικογένεια της στη Βέροια. Γεννήθηκε με ολική τύφλωση και από μικρή ηλικία απέδειξε ότι διαθέτει απίστευτη δύναμη θέλησης.
  Η περίπτωση της Λουκίας ήταν η δεύτερη που διαγνώστηκε παγκοσμίως και όπως ήταν φυσικό οι γονείς της σοκαρίστηκαν όταν 15 μέρες μετά τη γέννησης της οι γιατροί τους ανακοίνωσαν ότι το παιδί τους έχει ολική τύφλωση.
  Σιγά-σιγά όμως είδαν τη δύναμη της θέλησης της Λουκίας, η οποία χρόνο με το χρόνο τους ζητάει να κάνει περισσότερες δραστηριότητες…
  Έτσι κατάφερε να βγει από την απομόνωση της τύφλωσης και όπως δηλώνει η ίδια στη «Μακεδονία της Κυριακής» είναι αποφασισμένη να κατακτήσει τα όνειρά της παρά τα καθημερινά εμπόδια που αντιμετωπίζει.
  Πριν από δύο χρόνια είχε κλέψει τις καρδιές όλων στον τελικό του UEFA Super Cup ανάμεσα σε Manchester City και Σεβίλλη, που πραγματοποιήθηκε στο «Γ. Καραϊσκάκης, όταν συνόδευσε τον πρόεδρο της UEFA, Αλεξάντερ Τσέφεριν στην απονομή του τροπαίου, γεγονός που έγινε πρώτη φορά «σπαζοντας» το πρωτόκολλο της UEFA.
  Μάλιστα η Λουκία έγινε viral και σε διεθνές επίπεδο, όταν ο Τζακ Γκρίλις, παίκτης της Manchester City σταμάτησε και της μίλησε, όταν όλοι οι άλλοι την προσπερνούσαν. Το στιγμιότυπο αναπαράχθηκε από κορυφαία μέσα ενημέρωσης του πλανήτη, που μιλούσαν για το «παιδί ταλέντο» ή «το παιδί θαύμα» που είναι φωτεινό παράδειγμα για όλους μας...

Όταν συναντηθήκαμε, το πρώτο που τη ρώτησα ήταν να σχολιάσει τα δημοσιεύματα που την χαρακτήριζαν «παιδί ταλέντο» ή «παιδί θαύμα» για να εισπράξω την απάντηση που δείχνει αφοπλιστική ωριμότητα:

«Εγώ πιστεύω ότι είμαι ένας απλός άνθρωπος, τον οποίο ο Θεός προίκισε με διάφορα χαρίσματα. Αυτά τα χαρίσματα κατάφερα να αξιοποιήσω και να τα καλλιεργήσω. Όλοι οι άνθρωποι έχουν κάποιο ταλέντο αρκεί να ψάξουν να το βρουν και να το αξιοποιήσουν... Μην ξεχνάμε άλλωστε, ότι η διαφορετικότητα του κάθε ανθρώπου από μόνη της είναι αρκετή για να μπορέσει ο οποιοσδήποτε να είναι ξεχωριστός και μοναδικός για την κοινωνία μας».



-Πώς ξεκίνησες να παίζεις μουσική;
Σε ηλικία 17 μηνών πήγαμε στην Αγγλία για να με εξετάσει κάποιος οφθαλμίατρος. Εκείνη τη στιγμή, από ότι μου έχουν πει οι γονείς μου, άρχισα να κάνω κάποιο μουρμουρητό σαν τραγούδι. Η γιατρός [η οποία είχε γνώσεις μουσικής] ξαφνιάστηκε με τον ρυθμό που είχα και συνέστησε τους γονείς μου να παρακολουθήσω μαθήματα μουσικής προπαιδείας. Έτσι μπήκα στον κόσμο της μουσικής.
Αρχικά πήρα ένα αρμόνιο και άρχισα να παίζω. Σε ηλικία 3 ετών συμμετείχα σε ένα μουσικό διαγωνισμό στην Ιταλία. Επειδή δεν μπορούσα να πάω, λογω της ηλικίας μου, έστειλα το κομμάτι μου βιντεοσκοπημένο και εκεί κέρδισα 2η θέση στην ηλιακή κατηγορία 3 ως 6 ετών.

Σε ηλικία επτά ετών, μου έγινε η μεγαλύτερη έκπληξη, ήρθε δώρο από τους παππούδες μου το πρωτό μου πιάνο και έτσι έγινε μια νέα αρχή για μένα στη μουσική, άρχισα να παίζω μεγάλους σύνθετες, Bach, Mozart κτλ. Στη Δ’ δημοτικού ο νέος μου δάσκαλος μουσικής άνοιξε τα φτερά μου και άρχισα να αυτοσχεδιάζω και να παίζω δικά μου κομμάτια… Το πρώτο κομμάτι που έγραψα μουσική και στίχους ήταν ένα τραγούδι αφιερωμένο στο ποτάμι της πόλης μου, τον Τριπόταμο. Το τραγούδι μου βραβεύτηκε σε εκδήλωση του Δήμου Βέροιας.

Ήταν μεγάλη τιμή για μένα η συμμετοχή μου σε συναυλια, τόσο με την Ελεονόρα Ζουγανέλη, όσο και με τον Βασίλη Λέκκα, υπό την αιγίδα της Περιφεριακής Διεύθυνσης Εκπαίδευσης Κεντρικής Μακεδονίας.

Πέμπτη 19 Ιουνίου 2025

Φτιάξε πρώτα τόν άνθρωπο

 

Καθισμένο τό μικρό αγοράκι στό πάτωμα, μέ τό ψαλίδι στό χέρι, έκοβε σέ μικρότερα κομμάτια ένα χάρτη παγκόσμιο.

Σέ λίγο ετελείωσεν.
Έπειτα όμως θέλησε νά ξανακολλήση τά κομμένα χαρτιά. Αλλά δέν μπορούσε. Δέν ήξευρε Γεωγραφία. Καί έτσι τά κομμάτια δέν έπαιρναν τήν κανονική των θέσι.
Ό μικρός στενοχωρείται.
Πλάϊ του.ό πατέρας, παρακολουθεί τό παιδί του.Τό λυπάται.Παρατήρησεν ότι από τήν πίσω μεριά τού χάρτου είναι ζωγραφισμένος ένας άνθρωπος.
“ Παιδί μου τού λέγει, γύρισε ανάποδα τά κομμάτια.Φτιάξε πρώτα τόν άνθρωπο.Καί όταν τά κομμάτια ενωθούν έτσι, ώστε νά σχηματισθή ό άνθρωπος, θά γίνη αμέσως καί ό παγκόσμιος χάρτης”.

Ό μικρός ήνωσε τά κομμάτια ανάλογα μέ τίς γραμμές τού άνθρωπίνου σώματος.
Όταν εγύρισεν από τήν άλλη μεριά τόν χάρτην, παρατήρησε μέ χαράν ότι ή επιτυχία ήτο πλήρης.Ήταν τέλειος...
Φτιάξε πρώτα τόν άνθρωπον!Τί βαθύ νόημα κρύβει αυτή ή σκέψι!
Αυτός μάς χρειάζεται σήμερα.Ό άνθρωπος.Ό άξιος άνθρωπος.
Αυτός πού χωρίς νά παρασύρεται από τά ρεύματα τής κοινωνίας, θά σηκώση ηγεμονικά τόν σταυρόν τής αληθείας καί θά προχωρήση σταθερά στό δρόμο τού Χριστού.
Τότε ό κόσμος θά κερδίση τήν χαράν του.Καί θά γίνη ή γή, μέ τούς συγχρόνους Αγίους της, ένα κομμάτι Παραδείσου...
Ναί! Ένα κομμάτι Παραδείσου!...

''ΛΎΧΝΟΣ ΤΟΊΣ ΠΟΣΊ ΜΟΥ''
ΕΠΙΣΚΌΠΟΥ ΓΕΩΡΓΊΟΥ ΠΑΥΛΊΔΟΥ.ΜΗΤΡΟΠΟΛΊΤΟΥ ΝΙΚΑΊΑΣ

Τρίτη 15 Απριλίου 2025

Είχε ξημερώσει Μεγάλη Τρίτη. Το Πάσχα σίμωνε...!

Η κουτσουπιά ξεδιάντροπα φορούσε τα καλά της. Δεν συμμετείχε στο κλίμα της Μεγάλης Εβδομάδας. Γι’ αυτήν ήταν μόνο άνοιξη. Με χρώματα και αρώματα.
Η μυρωδιά του ασβέστη γέμιζε την ατμόσφαιρα. Οι γυναίκες σκούπιζαν με τις σκράπες τα χωματένια σοκάκια. Ετοιμασίες για την μεγάλη γιορτή της Χριστιανοσύνης. Το Πάσχα!
Το μικρό κοριτσάκι έπαιζε στην άκρη της χωματένιας αυλής κάτω από τον ίσκιο της κουτσουπιάς! Της άρεσαν πολύ τα χρώματα των λουλουδιών της. Όσα έβρισκε κάτω τα μάζευε με τα δαχτυλάκια της και τα έβαζε για στολίδια στα ξανθά μαλλιά της.
Περνούσε πολλές ώρες μόνη της. Συνήθιζε να ακολουθεί τα μυρμήγκια στο ταξίδι τους. Να κυνηγάει πεταλούδες. Σάμπως είχε παιχνίδια να παίζει; Ότι έβρισκε στη γη. Φύλλα, ξυλάκια, χώμα, πετρούλες. Με αυτά τα υλικά έφτιαχνε τον μικρόκοσμό της.

Ξαφνικά σηκώθηκε και έτρεξε στην αγκαλιά της μανούλας της που γύριζε από τις δουλειές της. Συνήθιζε να την αφήνει μόνη της όσο εκείνη δούλευε σε διάφορες δουλειές στο χωριό. Χώθηκε στον κόρφο της και άκουσε το λαχάνιασμά της και την καρδιά της. Πόσο της έλειπε τις ώρες που ήταν στις δουλειές της.
Η μάνα έστρωσε το μαντήλι κάτω και άρχισαν να τρώνε το φαγάκι που είχε μαγειρέψει από βραδύς. Τελειώνοντας το φαγητό άνοιξε μια σακούλα και έβγαλε ένα φουστανάκι. Της είπε της το είχε στείλει η θεία της από πολύ μακριά. Θα το φορούσε την Πασχαλιά στην εκκλησιά.

Τι όμορφο που ήταν! Το έβαλε πάνω της και έκανε μια στροφή. Γελούσανε και οι δυο τους. Ένα καινούριο δικός της φουστάνι. Δεν ήταν και πολύ συνηθισμένη να παίρνει δώρα. Ζούσανε με λιγοστά πράγματα και πολλές φορές έβλεπε την μαμά της να κόβει δικά της φουστάνια να τα μπαλώνει για να της τα φοράει.
Τη χαρά τους την διέκοψε η άγρια φωνής της θείας. Είχε έρθει για να πάρει το φουστάνι που είχε στείλει η αδελφή της .

Παρασκευή 28 Μαρτίου 2025

Πολλοί δεν θέλουν να σωθούν ή θέλουν να σωθούν με τον δικό τους τρόπο...(Διδακτική ιστορία)


Κάποτε ο Θεός έστειλε έναν άγγελο σε έναν ασκητή για να του δείξει, ότι πολλοί δεν θέλουν να σωθούν ή θέλουν να σωθούν με τον δικό τους τρόπο...
Λέει λοιπόν ο άγγελος στον ασκητή:
- Έλα κοντά μου, για να σου δείξω τα παράξενα του κόσμου.

Τον πήρε μαζί του και εκεί που προχωρούσαν, συναντούνε κάποιον που είχε κόψει ξύλα στο δάσος και προσπαθούσε να τα φορτωθεί στην πλάτη του. Τα έδεσε στην πλάτη του και επιχείρησε να σηκωθεί. Ήταν όμως βαριά και δεν μπόρεσε να σηκωθεί. Τα άφησε κάτω και πήγε να κόψει και άλλα ξύλα. Τα συνέλεξε και τα έφερε μαζί με τα άλλα και τα σήκωσε.
Μα πως να τα σηκώσει, αφού δεν μπορούσε να σηκώσει τα πρώτα;

Προχώρησαν λίγο πιο κάτω και συνάντησαν έναν άλλον, που προσπαθούσε να αντλήσει νερό από ένα πηγάδι. Αλλά δεν μπορούσε να βγάλει νερό, γιατί ο κουβάς ήταν τρύπιος και έτσι ματαιοπονούσε.

Προχώρησαν πιο κάτω και εκεί συνάντησαν μια Εκκλησία, που δεν είχε ψηλή πόρτα και να ένας καβαλάρης, πάνω σε ένα άλογο, θέλησε να μπει με το άλογο μέσα στην Εκκλησία, χωρίς να κατέβει από το άλογο. Και επειδή ήταν χαμηλή η πόρτα της Εκκλησίας, δεν μπόρεσε να μπει.

- Τί θέλεις να με διδάξεις με αυτά; ρώτησε ο ασκητής τον άγγελο.