Πριν από μερικά χρόνια, σε μια από τις προσκυνηματικες μου εξορμήσεις στο περιβόλι της Παναγιάς... πήρα την απόφαση να επισκεφθώ έναν υπερήλικα και φωτισμένο γέροντα.... ηγούμενο σε μια από τις είκοσι κυρίαρχες Μονές του Αγίου Όρους.
Η μονή που με φιλοξενούσε μου παραχώρησε αυτοκίνητο...και ξεκίνησα μια πορεία αρκετά δύσκολη, διάρκειας δύο περίπου ωρών.
Μετά από αρκετή ταλαιπωρία... έφθασα στο έξω μέρος της μονής.Η ώρα ήταν κάπως... περίεργη, αφού οι μοναχοί ξεκουράζονταν.
Μπαίνοντας στην πύλη της Μονής, συνάντησα έναν ευγενεστατο νεαρό μοναχό... ζήτημα αν ήταν 30 ετών....Τον παρακάλεσα, αν γινόταν, να δω τον γέροντα...
Με το που άκουσε την παράκλησή μου, τον ένιωσα προβληματισμένο...σαν να ζήτησα κάτι το ακατόρθωτο.
Επαναλαμβάνω ότι ήταν ώρα ξεκούρασης...
Αφού επέμενα με ευγένεια...με οδήγησε έξω από την πόρτα του κελιού του γέροντος και αυτός έφυγε (εξαφανίστηκε) ... τρέχοντας.
Εγώ στεκομουν μπροστά σε μια παλαιά κλειστή πόρτα...
Βρισκόμουν σε αμηχανία... αφού δεν ήξερα αν έπρεπε να χτυπήσω...
Πήρα μια βαθιά ανάσα και ... χτύπησα.
Απόκριση.... καμιά.
Χτύπησα εκ δευτέρου... σιωπή.
Εκ τρίτου....το ίδιο.
Πήρα την απόφαση να εγκαταλείψω την προσπάθεια μου...και να φύγω.
Από την άλλη σκεφτόμουν...: τόσος δρόμος και τόση ταλαιπωρία...."τσάμπα" .
Κι ενώ γύρισα προς την έξοδο... άκουσα πίσω μου δύο πόδια να σέρνονται αργά αργά.
Πήρα θάρρος...και έστρεψα και πάλι το βλέμμα μου προς την κλειστή πόρτα.
Τα αργά και βαριά βήματα κατάλαβα ότι ερχόντουσαν προς το μέρος μου...έως ότου κάποια στιγμή το πόμολο της πόρτας άρχισε να γυρίζει .
Και ξαφνικά η πόρτα άνοιξε λίγα εκατοστά...
Με το ζόρι έβλεπα ένα γέρικο πρόσωπο να με ... κοιτά.
Με ρώτησε ποιος ήμουν και τι ζητούσα...
Η μονή που με φιλοξενούσε μου παραχώρησε αυτοκίνητο...και ξεκίνησα μια πορεία αρκετά δύσκολη, διάρκειας δύο περίπου ωρών.
Μετά από αρκετή ταλαιπωρία... έφθασα στο έξω μέρος της μονής.Η ώρα ήταν κάπως... περίεργη, αφού οι μοναχοί ξεκουράζονταν.
Μπαίνοντας στην πύλη της Μονής, συνάντησα έναν ευγενεστατο νεαρό μοναχό... ζήτημα αν ήταν 30 ετών....Τον παρακάλεσα, αν γινόταν, να δω τον γέροντα...
Με το που άκουσε την παράκλησή μου, τον ένιωσα προβληματισμένο...σαν να ζήτησα κάτι το ακατόρθωτο.
Επαναλαμβάνω ότι ήταν ώρα ξεκούρασης...
Αφού επέμενα με ευγένεια...με οδήγησε έξω από την πόρτα του κελιού του γέροντος και αυτός έφυγε (εξαφανίστηκε) ... τρέχοντας.
Εγώ στεκομουν μπροστά σε μια παλαιά κλειστή πόρτα...
Βρισκόμουν σε αμηχανία... αφού δεν ήξερα αν έπρεπε να χτυπήσω...
Πήρα μια βαθιά ανάσα και ... χτύπησα.
Απόκριση.... καμιά.
Χτύπησα εκ δευτέρου... σιωπή.
Εκ τρίτου....το ίδιο.
Πήρα την απόφαση να εγκαταλείψω την προσπάθεια μου...και να φύγω.
Από την άλλη σκεφτόμουν...: τόσος δρόμος και τόση ταλαιπωρία...."τσάμπα" .
Κι ενώ γύρισα προς την έξοδο... άκουσα πίσω μου δύο πόδια να σέρνονται αργά αργά.
Πήρα θάρρος...και έστρεψα και πάλι το βλέμμα μου προς την κλειστή πόρτα.
Τα αργά και βαριά βήματα κατάλαβα ότι ερχόντουσαν προς το μέρος μου...έως ότου κάποια στιγμή το πόμολο της πόρτας άρχισε να γυρίζει .
Και ξαφνικά η πόρτα άνοιξε λίγα εκατοστά...
Με το ζόρι έβλεπα ένα γέρικο πρόσωπο να με ... κοιτά.
Με ρώτησε ποιος ήμουν και τι ζητούσα...


.jpg)
















