“Κάθε ἄλλο ἁμάρτημα ποὺ μπορεῖ νὰ διαπράξει κανεὶς βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὸ σῶμα του· αὐτὸς ὅμως ποὺ πορνεύει βεβηλώνει τὸ ἴδιο του τὸ σῶμα”.
Το χειρότερο είναι πως η νέα γενιά εθίζεται στην πορνική θέαση της σχέσης. Δεν μπορεί να κατανοήσει και να ζήσει την ομορφιά του να βλέπεις τον άλλον ως εικόνα Θεού, που σημαίνει ως πρόσωπο με χαρίσματα, τα οποία δεν περιορίζονται στην όποια σωματική ομορφιά. Η σχέση στηρίζεται στον τονισμό της αυτοεπιβεβαίωσης, ότι δηλαδή μπορώ να κατακτήσω τον άλλον, να τον έχω κτήμα μου, να απολαύσω τις στιγμές της σωματικής ηδονής, χωρίς να με ενδιαφέρει το ποιος πραγματικά είναι, ποια ευθύνη αισθάνομαι την ανάγκη να αναλάβω γι’ αυτόν, πόσο πολύτιμος μπορεί να μου είναι, ώστε να μην μπορώ να αποδεχθώ ότι υπάρχει ζωή χωρίς αυτόν. Ας δούμε τις εξωσυζυγικές σχέσεις, σύνηθες φαινόμενο των καιρών μας. Ο απηυδισμένος από την ρουτίνα του γάμου, από την αδυναμία του άλλου να ανταποκριθεί σ’ αυτό που του ζητά να είναι, η αίσθηση ότι όλα χρειάζονται ένα διάλειμμα, κάποτε και ο πειρασμός της στιγμής, η ανάγκη για αυτοβεβαίωση μέσα στην πλήξη, γεννούν εφήμερες περιπέτειες, στις οποίες η αγάπη δεν υπάρχει, αλλά μόνο η εκτόνωση. Ο άλλος είναι “μια κάποια λύσις”.
Η Εκκλησία μας, ολοκληρώνει την δεύτερη εβδομάδα του Τριωδίου την ολοκληρώνει με την ανάγνωση του ευαγγελικού αναγνώσματος του ασώτου υιού, της επιστροφής δηλαδή του ανθρώπου από την γη της απόστασης από τον Θεό, όπου τα πάντα είναι αντικείμενα για ξόδεμα, με τίμημα το ξόδεμα του ίδιου του ανθρώπου, στο πατρικό σπίτι, στην Εκκλησία, εκεί όπου η σχέση είναι των προσώπων που τιμούνε ο Θεός τον άνθρωπο με την αγάπη, την αναγνώριση ότι είναι παιδί Του, με τα στολίδια του ξεχωριστού, τα ρούχα, τα παπούτσια, το δαχτυλίδι, δηλαδή την απονομή του βασιλικού τίτλου στον επιστρέφοντα, και ο άνθρωπος τον Θεό με την μετάνοια, την ταπείνωση, την ευθύνη της αγάπης που γνωρίζει τα όρια και τα μέτρα, την αποδοχή μιας πατρότητας που δεν καταναγκάζει, αλλά ελευθερώνει στην αγάπη.

