Μετά από δύο-τρείς βδομάδες, από την Τιφλίδα ήρθε η είδηση ότι ο πατήρ Γαβριήλ είναι βαριά άρρωστος. Οι μοναχές που τον κατέκριναν κυριεύτηκαν από μεταμέλεια: εμείς τον κατακρίναμε, και τι δε λέγαμε για αυτόν, αλλά αυτός τελικά χρειάζεται την υποστήριξη και την βοήθειά μας. Έτσι αποφασίστηκε να ταξιδέψουν στην Τιφλίδα, στο Ναυτλούγκι, για να επισκεφτούν τον πατέρα Γαβριήλ.
Δύο μέρες ετοιμάζονταν με επιμέλεια. Μια μοναχή, που μέχρι πρότινος τον κατέκρινε πιο πολύ από όλες, έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Γέμισαν αρκετές τεράστιες τσάντες με διάφορα φαγητά και άλλα απαραίτητα για έναν άρρωστο πράγματα και ξεκίνησαν για την Τιφλίδα. Πήραν και εμένα ως έναν από τους φοιτητές.
Στο δρόμο αυτές μοιρολογούσαν για την αρρώστια του πατέρα Γαβριήλ. Εμένα με εξέπληξε αυτή τους η μεταμόρφωση. Τελικά φτάσαμε στο σπίτι του πατέρα Γαβριήλ. Μας δέχτηκε με χαρά, αλλά φαινόταν λίγο ταραγμένος. Οι μοναχές τον ρωτούσαν για την υγεία του. Κάπου-κάπου μονολογούσαν απολογητικά που τον κατέκριναν χωρίς λόγο. Ο πατήρ Γαβριήλ μόνο χαμογελούσε.
Ξαφνικά μέσα σε όλα αυτά τα δάκρυα της μεταμέλειας, ακούστηκε η φωνή του πατέρα Γαβριήλ να καλεί μια γυναίκα. Σε αυτό ανταποκρίθηκε μια γειτόνισσα, η οποία, σχεδόν χορεύοντας, εμφανίστηκε με ικανοποίηση κρατώντας σουβλάκια στα χέρια.
– Κοίτα, Γαβριήλ, τι ωραία που έγιναν τα σουβλάκια! Όπως ακριβώς μου τα ζήτησες! – και, τραγουδώντας ένα λαϊκό τραγούδι, κατευθύνθηκε προς εμάς.
Ο πατήρ Γαβριήλ της έκανε νοήματα να φύγει, αλλά αυτή δεν κατάλαβε και στεναχωρημένη, μουρμούρισε:
– Αφού ο ίδιος μου είπες να τα ψήσω και να σου τα φέρω όταν μου φωνάξεις! – και, πληγωμένη, έφυγε.
Δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε τι έγινε με τις μοναχές.



.jpg)


.jpg)






.jpg)
.jpg)















