[Πάντ᾿ἀνοιχτά, πάντ᾿ ἄγρυπνα, τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μου
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ, Ἐλεύθεροι Πολιορκισμένοι, ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ Β']
Οἱ Φωνὲς τους ἐπίκαιρες καὶ ἀληθινές. Ὑπάρξεις αἰώνιες, δίχως χρονικότητα. Εἶναι πλάϊ μας, μέσα μας, γύρω μας.
Βρισκόμαστε στὶς ἀρχές τοῦ 19ου αἰῶνα
Σπουδαῖοι ποιητὲς ἀναδύονται. Giuseppe Parini, Vittorio Alfieri, Ugo Foskolo, Vincenzo Monti. Ἀνάμεσά τους ὁ Ἕλλην.
Φοιτητὴς ἀκόμη στὴν Ἰταλία, ὁ Διονύσιος Σολωμὸς ἀποκαλύπτει τὴν ἀδιάλλακτη Ἑλληνική Ψυχὴ πού κρύβει στὸ νεανικὸ του στῆθος. Ἀπευθυνόμενος στοὺς συμφοιτητὲς του, λέει.
-Νέοι Συμμαθητάδες! Μάθετε τὴν Ἐπιστήμη καὶ τὴν Ἀρετή. Δίχως νὰ ὑπερηφανεύεσθε. Καὶ δὲν θὰ ὑπερηφανευθῆτε, ἂν ἀληθινὰ μάθετε τὴν Ἐπιστήμη καὶ τὴν Ἀρετή.
Καὶ συνεχίζει.
-Ἀλλὰ μὴ χαμηλώσετε ποτὲ τὴν κεφαλή. Διότι θὰ εὑρεθοῦν πολλὰ ἄτιμα καὶ ἄγρια χέρια ἕτοιμα νὰ σᾶς τὴν πλακώσουν. Ἄν πάλι τολμήσουν οἱ ἄνανδροι νὰ σᾶς ὑβρίσουν, γιὰ νὰ σκεπάσουν τοὺς πολλοὺς φόβους οἱ ὁποῖοι φωλιάζουν μές στὴν ψυχὴ τους, τότε Ναί! Σηκώσετε τὴν κεφαλὴ μὲ ὅλη τὴ δύναμη πὤχει. Καὶ θὰ ἰδῆτε ὅτι θὰ πέσει εὐθὺς ἐκείνη ἡ αὐθάδεια. Διότι εἶναι μικρόψυχη αὐθάδεια.
Μὲ τὴν κεφαλὴ ἔτσι σηκωμένη γύρισε ὁ Σολωμὸς στὴ Ζάκυνθο τὸ 1818. Κι ὅταν σὲ λίγο ἄρχισε ὁ Ἀγῶνας, ἦταν πιὰ ὥριμος νὰ τιμήσει τὸν Τρόπο.
Μάης τοῦ 1823. Μεγάλες καὶ δύσκολες οἱ μέρες γιὰ τὴν Ἑλλάδα. Οἱ πρῶτες νῖκες ἔχουν δυναμώσει τὸν ἐνθουσιασμὸ τῶν μαχομένων Ἑλλήνων. Καὶ οἱ φόβοι ὅμως δὲν εἶναι λίγοι. Οἱ τύραννοι ὀργανώνονται. Μαζεύουν δυνάμεις. Κάνουν ὅ,τι μποροῦν γιὰ νὰ πνίξουν τὴν Ἰδέα.

















