Ο μικρότερος γιος, όμως, μέσα στη φρεσκάδα της νιότης, ένιωθε μια ανυπόμονη φλόγα να καίει μέσα του. Το βλέμμα του έπεφτε συχνά πάνω στη ζωή που ξεπερνούσε τα όρια του σπιτιού, στα όνειρα και τις επιθυμίες που δεν είχαν ακόμη μορφή. Μια μέρα, ενώ ο ήλιος ακουμπούσε απαλά την αυλή, πλησίασε τον πατέρα του και είπε:
«Πατέρα, δός μοι το επιβάλλον μέρος της ουσίας.»
Η φωνή του ήταν ήρεμη, αλλά η απαίτηση κρυβόταν στα λόγια του. Δεν ήταν παιδική παράκληση. Ήταν ο λόγος ενός ανθρώπου που ένιωθε πως η ζωή του ήταν δική του, πως η ελευθερία του άξιζε να εξαγοραστεί. Ο πατέρας τον κοίταξε με μάτια βαθειάς σιωπής, και χωρίς διαμαρτυρία, μοίρασε την περιουσία.
Ο μικρότερος υιός έφυγε. Φεύγοντας, η καρδιά του πάγωσε λίγο στην αρχή από την αγωνία του νέου κόσμου. Κι όμως, πίστευε πως η περιπέτεια θα τον έκανε ισχυρό και ανεξάρτητο. Τα χρήματα και οι πλούτοι τον έκαναν να νομίζει πως απέκτησε τα πάντα. Μα μέσα του, η αίσθηση της απουσίας ήταν ανεπαίσθητη στην αρχή, σαν ένας ψίθυρος που δεν ακούγεται, αλλά που μεγαλώνει αργά.

















