Όταν η γη φλέγεται από πυρκαγιές που μετατρέπουν ολόκληρα οικοσυστήματα σε στάχτη, όταν η κλιματική κρίση παύει πλέον να συνιστά επιστημονική πρόβλεψη και γίνεται καθημερινό βίωμα, όταν ο πόλεμος επανέρχεται ως σχεδόν μόνιμη γεωπολιτική συνθήκη, όταν η βία εισβάλλει με ολοένα αυξανόμενη αγριότητα στον ιδιωτικό βίο, και η δημόσια σφαίρα πλημμυρίζει από εικόνες που πριν από λίγες δεκαετίες θα θεωρούνταν αδιανόητες;
Σώματα διαμελίζονται και εγκαταλείπονται σαν αντικείμενα. Νεκροί αποκρύπτονται προκειμένου να συνεχίσουν να παράγουν οικονομικό όφελος. Παιδιά ενηλικιώνονται μέσα στην εμπειρία μιας διαρκούς οντολογικής ανασφάλειας. Ολόκληρες κοινωνίες εξοικειώνονται με τον θάνατο πριν προλάβουν να τον πενθήσουν επαρκώς.
Το τραγικότερο, ωστόσο, δεν είναι η ποσοτική αύξηση της βίας. Είναι η προοδευτική εξοικείωση του ανθρώπου με αυτήν. Η φρίκη παύει να προκαλεί κλονισμό γιατί μετατρέπεται σε αντικείμενο καταναλωτικής πρόσληψης, σε θέαμα προς στιγμιαία κατανάλωση.
Αυτή ακριβώς η εξοικείωση με το ανείπωτο- η, θα λέγαμε, ρουτινοποίηση του τρόμου- συνιστά ίσως το ανησυχητικότερο γνώρισμα του ύστερου νεωτερικού πολιτισμού.
Η κρίση ως οντολογικό, όχι απλώς φαινομενολογικό γεγονός
Θα ήταν, ωστόσο, επιφανειακή προσέγγιση αν αντιλαμβανόμασταν τα παραπάνω ως άθροισμα αυτοτελών και παρατακτικά συνυπαρχουσών κρίσεων. Δεν βιώνουμε απλώς οικολογική, οικονομική, κοινωνική ή πολιτική αποσταθεροποίηση κατά παράταξη.
















