Η απάντηση της ορθόδοξης παράδοσης είναι σαφής: Όχι.
Εδώ χρειάζεται μία διάκριση, η οποία συχνά χάνεται ακόμη και μεταξύ καλοπροαίρετων ανθρώπων. Άλλο είναι η προσωπική αμαρτία ενός ανθρώπου και άλλο η δημόσια άσκηση εξουσίας.
Στο προηγούμενο άρθρο αναφέρθηκα στην πρώτη περίπτωση. Στην πτώση ενός ανθρώπου, κληρικού ή λαϊκού. Εκεί η Εκκλησία δεν μας διδάσκει να γινόμαστε εισαγγελείς των αδελφών μας ούτε να μετατρέπουμε την αμαρτία τους σε δημόσιο θέαμα. Ο σκοπός είναι η μετάνοια, η θεραπεία και η σωτηρία του ανθρώπου.
Γι’ αυτό και ο αββάς Αμμωνάς στο Γεροντικό κάθισε πάνω στο πιθάρι όπου κρυβόταν η γυναίκα του αμαρτήσαντος μοναχού. Δεν αρνήθηκε την αμαρτία. Αρνήθηκε όμως να συμμετάσχει στη δημόσια διαπόμπευση του αδελφού του.
Όταν όμως περνάμε από την προσωπική ζωή στην άσκηση δημόσιας εξουσίας, τα πράγματα αλλάζουν.
Η Αγία Γραφή είναι γεμάτη παραδείγματα ανθρώπων του Θεού που ύψωσαν τη φωνή τους απέναντι στην αδικία. Ο προφήτης Νάθαν έλεγξε τον βασιλιά Δαβίδ. Ο Ηλίας στάθηκε απέναντι στον Αχαάβ. Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος ήλεγξε τον Ηρώδη. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ήλεγξε την αυτοκρατορική εξουσία. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής συγκρούστηκε με αυτοκράτορες. Ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός αντιστάθηκε σε αυτοκρατορικές επιλογές που θεωρούσε επιζήμιες για την αλήθεια της πίστεως.
Η Ορθοδοξία ουδέποτε δίδαξε τη σιωπή απέναντι στην αδικία. Αντίθετα, πολλές φορές η σιωπή μετατρέπεται σε συνενοχή.
Ο χριστιανός πολίτης έχει όχι μόνο δικαίωμα αλλά και καθήκον να ελέγχει τη διαφθορά, την αυθαιρεσία, την κατάχρηση εξουσίας, την παραβίαση του νόμου και κάθε μορφή αδικίας που βλάπτει το κοινωνικό σύνολο.
Υπάρχει όμως και εδώ ένα όριο. Ο έλεγχος δεν πρέπει να γεννιέται από μίσος.







