Πολλά διδάχτηκε από τον Γέροντά του και τον αξίωσε ο Θεός πολλών πνευματικών εμπειριών, τόσο που, όπως μας εκμυστηρεύτηκε ο π. Θεόκλητος Διονυσιάτης ο οποίος έζησε μαζί του για ένα χρόνο στον μετόχι Μονοξυλίτη, τον βοήθησε να γράψει το περίφημο βιβλίο του «Μεταξύ ουρανού και γης» εξηγώντας του τις ανώτερες πνευματικές καταστάσεις….
Δυστυχώς το 1939 κόλλησε την δύσκολη ασθένεια της εποχής, φυματίωση. Νοσηλεύτηκε σε Σανατόριο της Αθήνας και το 1941, όταν πια οι Γερμανοί είχαν καταλάβει την Ελλάδα, επέστρεψε στην Μονή του διανύοντας την μεγάλη απόσταση Αθήνα-Ουρανούπολη σχεδόν με τα πόδια.
Στη Μονή του όμως συνάντησε σκληρότητα και καχυποψία, φόβο για πιθανή διάδωση της ασθένειάς του και στους άλλους στην Μονή, παρόλο που είχε θεραπευθεί. Έφτασαν στο σημείο να τον χτυπήσουνκαι να τον διώξουν από το Μοναστήρι με το ζόρι, εκδίδοντας ένα χαρτί που πιστοποιούσε ότι ο μοναχός Γερόντιος «έπασχε τας φρένας». Αυτό το εκμεταλλεύτηκε σε όλη του τη ζωή ο μακάριος και προσποιούνταν τον «σαλό». Γύρισε όλον τον Άθωνα, κελλιά, σκήτες κλπ. Πάντοτε διάλεγε Κελλιά με εκκλησία του Αγίου Νικολάου, που ήταν ο προστάτης του ήδη από το μοναστήρι του, μια και η Μονή Γρηγορίου τιμάται στην μνήμη του. Πέρασε και από την έρημο του Αγίου Βασιλείου, τη Σκήτη Κουτλουμουσίου, και κατέληξε στο Ιβηρίτικο Κελλί του αγίου Νικολάου στις Καρυές, όπου τον γνωρίσαμε.
Ζούσε πολύ απλά, μέσα στη φύση και στα πλάσματα του Θεού, έχοντας κάνει το σπίτι του καταφύγιο ταλαιπωρημένων ζώων.























