Περιδιαβαίνω τα σχόλια κάτω από την είδηση ότι ο πρόεδρος της ΝΙΚΗΣ διατύπωσε δημόσια μια θεολογική άποψη για τη σχέση πίστης και επιστήμης και ο προβληματισμός δεν αφορά τόσο τη διαφωνία όσο το κλίμα που τη συνοδεύει. Οι χαρακτηρισμοί περί «Μεσαίωνα», «σκοταδισμού» και «επικίνδυνων απόψεων» εμφανίζονται με τέτοια ευκολία, ώστε γίνεται φανερό ότι δεν στοχεύουν στον αντίλογο, αλλά στην απαξίωση.
Το ερώτημα αυτό φωτίζεται αν θυμηθούμε κάτι πρόσφατο. Η ίδια, ουσιαστικά, θεολογική αντίληψη εκφράστηκε και στο τηλεοπτικό σήριαλ για τον Άγιο Παΐσιο. Εκεί δεν ακούστηκαν κραυγές περί «πολιτικής του Μεσαίωνα», ούτε οργανώθηκε χλευασμός. Οι αντιδράσεις ήταν ελάχιστες. Και προσοχή, δεν άλλαξε το περιεχόμενο της άποψης. Εκείνο που έκανε τη διαφορά ήταν ότι παρουσιάστηκε μέσα σε ένα πλαίσιο ευρείας λαϊκής αποδοχής. Όταν μια αντίληψη έχει ήδη κοινωνική απήχηση, ο ελιτισμός συνήθως σιωπά. Οχι γιατί έμαθε να σέβεται, αλλά γιατί τρέμει να τα βάλει με την πλειοψηφία από φόβο μη του κοστίσει.
Αντίθετα, όταν η ίδια άποψη εκφράζεται στον δημόσιο πολιτικό λόγο, χωρίς την ασφάλεια ενός δημοφιλούς πολιτισμικού περιβάλλοντος και χωρίς εγγυήσεις συναίνεσης, τότε ενεργοποιείται ο μηχανισμός της απαξίωσης. Το θράσος των ελιτίστικων σχολίων αντλείται βεβαιότητα ότι αυτή τη φορά θα βρουν ακροατήριο, κοινό πρόθυμο να χειροκροτήσει την περιφρόνηση της «λαϊκής αντίληψης».
Και τότε ανακύπτει ένα πιο ουσιαστικό ερώτημα.
Εάν ενοχλεί πράγματι η θεολογική θέση ή το γεγονός ότι εκφράστηκε δημόσια, απλά και χωρίς να ζητηθεί η έγκριση μιας αυτάρεσκης πνευματικής ελίτ;
Το ερώτημα αυτό φωτίζεται αν θυμηθούμε κάτι πρόσφατο. Η ίδια, ουσιαστικά, θεολογική αντίληψη εκφράστηκε και στο τηλεοπτικό σήριαλ για τον Άγιο Παΐσιο. Εκεί δεν ακούστηκαν κραυγές περί «πολιτικής του Μεσαίωνα», ούτε οργανώθηκε χλευασμός. Οι αντιδράσεις ήταν ελάχιστες. Και προσοχή, δεν άλλαξε το περιεχόμενο της άποψης. Εκείνο που έκανε τη διαφορά ήταν ότι παρουσιάστηκε μέσα σε ένα πλαίσιο ευρείας λαϊκής αποδοχής. Όταν μια αντίληψη έχει ήδη κοινωνική απήχηση, ο ελιτισμός συνήθως σιωπά. Οχι γιατί έμαθε να σέβεται, αλλά γιατί τρέμει να τα βάλει με την πλειοψηφία από φόβο μη του κοστίσει.
Αντίθετα, όταν η ίδια άποψη εκφράζεται στον δημόσιο πολιτικό λόγο, χωρίς την ασφάλεια ενός δημοφιλούς πολιτισμικού περιβάλλοντος και χωρίς εγγυήσεις συναίνεσης, τότε ενεργοποιείται ο μηχανισμός της απαξίωσης. Το θράσος των ελιτίστικων σχολίων αντλείται βεβαιότητα ότι αυτή τη φορά θα βρουν ακροατήριο, κοινό πρόθυμο να χειροκροτήσει την περιφρόνηση της «λαϊκής αντίληψης».

