Από το βιβλίο του Μιχ. Βαλβαζάνη «Πως έζησα την καταστροφή της Σμύρνης
- Που σεργιανάς Απτουραμάν, σε ποιους μαχαλάδες τριγυρίζεις, του είπε η Βασιλική, γιατί άργησες να ’ρθεις;
- Ήμουνα στο κονάκι, Διοικητήριο, Χανούμ ντουντού της είπε εκείνος.
- Τι έκανες στο κονάκι. Δεν είχες καμιά δουλειά εκεί…
- Έβλεπα τον Μπας παπά (μητροπολίτη).
- Που τον έβλεπες τον Μπας παπά… Τον ρώτησα εγώ ότι μ’ ενδιέφερε η πληροφορία αυτή.
- Τον έχουν στο κονάκι. Του κόψανε τα γένια. Τον δέρνουνε. Τον πιλατεύουνε. Του βάζουνε λεπίδι από μαυρομάνικο μαχαίρι στο λαιμό τον απειλούν. Τον περιγελάνε… Τέτοια.
- Τον είδες εσύ να τον δέρνουν και να του κάνουν όλα αυτά, που μου λες;
- Τον είδα εφέντημ… τον είδα! Ήταν πολλή πλέμπα μαζεμένη εκεί. Τον είχανε μέσα στον αυλόγυρο του Διοικητηρίου. Οι ζαπιέδες τον δέρνανε αβέρτα και αλύπητα με τα κουρμπάτσια (μαστίγια). Και πάγαινε ποτάμι το αίμα… Γινότανε μεγάλο πατιρντί, μ’ αυτόν τον Μπας…
- Ύστερα τι τον κάνανε;
- Δεν ξέρω. Να, εγώ τον άφησα εκεί κατάνακρα κλαμένο. Έμαθα φεύγοντας, πως θα τον πάνε τα χαμίνια και οι χαμάληδες να τον κρεμάσουν στο Τιλκιλίκ, σαν να ’τανε λέει, χαΐνης. Έτσι…
Το Τιλκιλίκ ήτανε ένα μέρος από πελώρια πλατάνια όλο δροσιά και πρασινάδα και βρίσκονταν σιμά στο σιδηροδρομικό σταθμό του Μπασμαχανέ.
- Να τον κρεμάσουν; έκανα εγώ με κατάπληξη. Άκου, να τον κρεμάσουν. Γιατί τι έκανε; Μετά μου ήρτε η σκέψη… Ξέρω, τον φοβούνται. Και θέλουν να τον περάσουνε στα γλήγορα απ’ το εφήμερο στο αιώνιο.
- Και πότε θα τον κρεμάσουν; ξαναρώτησα το τουρκί.
- Τώρα. Ήτανε στο χαζίρι να τον πάρουν. Θα τον περάσουν, λέγανε, από το δρόμο Μπας Οτουράκ.
Το Μπας Οτουράκ ήταν ένας κεντρικός δρόμος, το πιο μεγάλο βουλεβάρτο (λεωφόρος) της πόλης, που άρχιζε από το Διοικητήριο και τέλειωνε στο σιδηροδρομικό σταθμό…
- Έρχεσαι Απτουραμάν, να πάμε να δούμε, που θα τον κρεμάσουν. Είπα στο παιδί και είχα τους λόγους μου.
- Έρχομαι εφέντη μ’, μου κάνει το χαϊβάνι με αφέλεια.
- Τώρα. Ήτανε στο χαζίρι να τον πάρουν. Θα τον περάσουν, λέγανε, από το δρόμο Μπας Οτουράκ.
Το Μπας Οτουράκ ήταν ένας κεντρικός δρόμος, το πιο μεγάλο βουλεβάρτο (λεωφόρος) της πόλης, που άρχιζε από το Διοικητήριο και τέλειωνε στο σιδηροδρομικό σταθμό…
- Έρχεσαι Απτουραμάν, να πάμε να δούμε, που θα τον κρεμάσουν. Είπα στο παιδί και είχα τους λόγους μου.
- Έρχομαι εφέντη μ’, μου κάνει το χαϊβάνι με αφέλεια.
Είχα, αλίμονο, τη θλιβερή επιθυμία να έβλεπα το μάρτυρα Δεσπότη μας για στερνή φορά.










