ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΔΕΞΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΜΑΣ!

Τρίτη 2 Ιουνίου 2026

« Εγώ εξομολογούμαι στην εικόνα ; ; ; »


 Ένα βίντεο στα κοινωνικά δίκτυα, έγινε αφορμή ν' ακουστεί ξανά μια φράση που, αν είμαστε ειλικρινείς, όλοι όσοι ζούμε μέσα στην Εκκλησία την έχουμε ακούσει πολλές φορές: «Εγώ εξομολογούμαι στην εικόνα». Συνήθως αυτή η φράση λέγεται με μια αίσθηση αυτάρκειας, σαν να θέλει ο άνθρωπος να πει ότι δεν χρειάζεται να περάσει μέσα από τη σχέση με τον πνευματικό, αφού μπορεί μόνος του να μιλήσει στον Θεό. Κάποιες φορές, όμως, πίσω από τη φράση αυτή υπάρχει και κάτι πιο βαθύ και ανθρώπινο: Mια ντροπή, ένας φόβος, μια παλιά κακή εμπειρία ή απλώς η αδυναμία του ανθρώπου να φανερώσει σ' άλλον άνθρωπο όσα τον βαραίνουν. Γι' αυτό το θέμα θέλει λεπτότητα. Δεν χρειάζεται χλευασμός. Χρειάζεται αλήθεια, κατήχηση και λίγη περισσότερη εκκλησιαστική εμπειρία.

 Ας αρχίσουμε απ' το πιο απλό: Μπορεί ένας άνθρωπος να σταθεί μπροστά στην εικόνα Του Χριστού και να Του πει τον πόνο του; Φυσικά και μπορεί. Και πρέπει. Η εικόνα στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι διακοσμητικό αντικείμενο, ούτε ένα θρησκευτικό σύμβολο για να συγκινεί απλώς τον άνθρωπο. Είναι μαρτυρία της ενανθρωπήσεως Του Θεού. Αφού ο Υιός και Λόγος Του Θεού, o Tέλειος Θεός, έγινε και Τέλειος Άνθρωπος, μπορούμε να Τον εικονίζουμε. Γι' αυτό και η Ζ' Οικουμενική Σύνοδος διατύπωσε τη γνωστή φράση ότι «η της εικόνος τιμή επί το πρωτότυπον διαβαίνει», δηλαδή η τιμή της εικόνας περνά στο πρόσωπο που εικονίζεται. Όταν λοιπόν ο πιστός στέκεται μπροστά στην εικόνα Του Χριστού, δεν μιλά σε ξύλο και χρώμα, μιλά στον εικονιζόμενο Κύριο. Εκεί μπορεί να κλάψει, να προσευχηθεί, να ζητήσει έλεος, να πει «Κύριε, αμάρτησα», να ανοίξει την καρδιά του χωρίς καμία επιτήδευση.

 Μέχρι εδώ είμαστε απολύτως μέσα στο πνεύμα της Εκκλησίας. Το πρόβλημα αρχίζει όταν αυτή η προσωπική προσευχή θεωρείται αντικατάσταση του μυστηρίου της Ιεράς Εξομολογήσεως. Άλλο είναι να μετανοώ μπροστά στον Χριστό κι άλλο να αποφασίζω μόνος μου ότι δεν χρειάζομαι την Εκκλησία στο μυστήριο της συγχωρήσεως. Η μετάνοια είναι προσωπική, γιατί κανείς δεν μπορεί να μετανοήσει στη θέση μου. Την ίδια στιγμή όμως, η μετάνοια δεν είναι ατομική υπόθεση κλεισμένη μέσα στην ιδιωτική μου θρησκευτικότητα. Η αμαρτία δεν τραυματίζει μόνο την εσωτερική μου ηρεμία, τραυματίζει τη σχέση μου με Τον Θεό, με τον αδελφό, με την Εκκλησία, με το ίδιο μου το πρόσωπο. Γι' αυτό και η θεραπεία της δίνεται μέσα στο σώμα της Εκκλησίας.

Ο Χριστός μετά την Ανάστασή Του είπε στους μαθητές Του: «Λάβετε Πνεύμα Άγιον. Άν τινών αφήτε τας αμαρτίας, αφίενται αυτοίς, αν τινών κρατήτε, κεκράτηνται». Ο Κύριος δηλαδή παραδίδει στους Αποστόλους και μέσα στην αποστολική συνέχεια στην Εκκλησία, στον κάθε κανονικό επίσκοπο και εκείνος με τη σειρά του στους ιερείς που επιλέγει, τη διακονία της αφέσεως. Αυτό βέβαια δεν κάνει τον ιερέα.. «ιδιοκτήτη» της συγχωρήσεως. Ο Θεός συγχωρεί και θεραπεύει. Το Άγιο Πνεύμα ενεργεί και ο ιερέας στέκεται ως λειτουργός, ως «καλός αγωγός» αυτής της χάριτος, με την ευλογία του επισκόπου του, μέσα στην κανονική τάξη της Εκκλησίας.

Ο Άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, πρώτος Επίσκοπος Ιεροσολύμων, με τα γραφόμενά του «ασθενεί τις εν υμίν; Προσκαλεσάσθω τους πρεσβυτέρους της εκκλησίας… και αν αμαρτίας η πεποιηκώς, αφεθήσεται αυτώ» αλλά και «εξομολογείσθε αλλήλοις τα παραπτώματα», δεν παρουσιάζει την αμαρτία σαν κάτι που το τακτοποιεί κανείς μόνος του, με μια προσωπική δήλωση μεταμέλειας. Τη συνδέει με την προσευχή της Εκκλησίας, με τους ιερείς, με τη θεραπεία, με την άφεση. Και στις Πράξεις των Αποστόλων, διαβάζουμε ότι πολλοί απ' όσους πίστευαν «ήρχοντο εξομολογούμενοι και αναγγέλλοντες τας πράξεις αυτών». Η μετάνοια, λοιπόν, από την αρχή της εκκλησιαστικής ζωής, είχε χαρακτήρα ομολογίας και επιστροφής στην Εκκλησία, όχι μιας κατά μόνας αυτοαθώωσης του ανθρώπου.

Η Διδαχή των Αποστόλων, ένα απ' τα αρχαιότερα Χριστιανικά κείμενα, λέει: «εν εκκλησία εξομολογήσεις τα παραπτώματά σου». Κι όταν μιλά για την κυριακάτικη σύναξη και την Ευχαριστία, ζητά να προηγείται η εξομολόγηση των παραπτωμάτων. Αυτό έχει μεγάλη σημασία, γιατί δείχνει ότι η εξομολόγηση δεν είναι ένα μεταγενέστερο εκκλησιαστικό κατασκεύασμα, ούτε μια συνήθεια που μπήκε στη ζωή της Εκκλησίας για να ελέγχονται οι σύγχρονοι άνθρωποι. Απ' τα πρώτα χρόνια συνδέεται με τη σύναξη, με τη Θεία Ευχαριστία, με τη συμφιλίωση και με την εσωτερική καθαρότητα, με την νήψη της ψυχής.

 Αξίζει ν' αναφέρουμε πως η μορφή της εξομολογήσεως μέσα στην ιστορία δεν ήταν πάντοτε ίδια. Στην αρχαία Εκκλησία υπήρχαν περιπτώσεις δημόσιας μετανοίας, εξομολογούνταν δηλαδή οι άνθρωποι δημόσια, ενώπιον του εκκλησιαστικού σώματος, ιδίως για βαριά αμαρτήματα που είχαν εκκλησιαστικές συνέπειες. Αργότερα, με ποιμαντική διάκριση, επικράτησε η ιδιωτική εξομολόγηση ενώπιον του πνευματικού, ώστε να προστατεύεται η αξιοπρέπεια και η ελευθερία του κάθε πιστού. Όμως ακόμη κι αν άλλαξε η μορφή, η ουσία παραμένει πάντοτε ίδια και είναι ότι ο άνθρωπος προσέρχεται στον Χριστό μέσα στην Εκκλησία και λαμβάνει την άφεση μέσα απ' το μυστήριο που η ίδια η Εκκλησία παρέλαβε και διαφυλάσσει δύο χιλιετίες τώρα.

 Εδώ χρειάζεται να πούμε και κάτι για τον πνευματικό, γιατί πολλές παρεξηγήσεις γεννιούνται από μια λάθος εικόνα του ρόλου του. Ο πνευματικός δεν είναι εισαγγελέας, δεν είναι ανακριτής, δεν είναι εξουσιαστής της ψυχής του άλλου. Ο 102ος κανόνας της Πενθέκτης Συνόδου λέει ότι εκείνοι που έχουν λάβει την εξουσία «λύειν και δεσμείν» οφείλουν να εξετάζουν όχι μόνο το είδος της αμαρτίας, αλλά και τη διάθεση του ανθρώπου που επιστρέφει, ώστε να δίνουν «την αρμόδια θεραπεία». Η λέξη θεραπεία είναι το κλειδί εδώ. Ο πνευματικός δεν στέκεται απέναντι στον άνθρωπο για να τον συντρίψει, στέκεται δίπλα του για να τον βοηθήσει να δει καθαρά την πληγή του, την ασθένειά του και να την στρέψει προς Τον Χριστό. Γι’ αυτό και η εξομολόγηση χωρίς ελευθερία, χωρίς εμπιστοσύνη, χωρίς διάκριση, χάνει το θεραπευτικό της βάθος αλλά και τη θεραπευτική της δύναμη.

Η ίδια η ακολουθία της εξομολογήσεως το δείχνει αυτό με τις ευχές της. Ο άνθρωπος δεν εξομολογείται στον παπά ως πρόσωπο αλλά στέκεται ενώπιον Του Χριστού. Και η συγχωρητική ευχή λέει: «Αυτός ο Θεός συγχωρήσαι σοι, δι’ εμού του αμαρτωλού πάντα». Δηλαδή, ο Θεός συγχωρεί και ο ιερέας υπηρετεί απλώς το μυστήριο. Αυτό προστατεύει και τον πιστό απ' την προσωπολατρία (άλλη μεγάλη πληγή μέσα στην Εκκλησία) και τον κληρικό απ' την αυταπάτη ότι η χάρη είναι δική του ιδιοκτησία.

 Πάμε τώρα και στο πρακτικό ερώτημα που άναψε τη συζήτηση κάτω από το εν λόγω βίντεο: «Έχει δικαίωμα ο ιερέας να ρωτήσει κάποιον πριν κοινωνήσει αν έχει εξομολογηθεί;». Ναι, ο ιερέας έχει ευθύνη απέναντι στο Άγιο Ποτήριο και οφείλει να διαφυλάττει τη σοβαρότητα της Θείας Μεταλήψεως, ιδίως όταν δεν γνωρίζει τον άνθρωπο ή όταν αντιλαμβάνεται ότι υπάρχει θέμα προετοιμασίας. Είναι όμως άλλο η ποιμαντική φροντίδα και άλλο η δημόσια έκθεση. Άλλο η διακριτική ερώτηση κι άλλο η ερώτηση που δημιουργεί μια αίσθηση ανακρίσεως. Η Θεία Κοινωνία είναι το Σώμα και το Αίμα Του Χριστού, απαιτεί προετοιμασία, μετάνοια, προσευχή, καταλλαγή, νηστεία κατά την τάξη της Εκκλησίας και κυρίως πνευματική επίγνωση. Την ίδια στιγμή όμως δεν πρέπει να καλλιεργείται μια φοβική και μηχανική σχέση, σαν να χρειάζεται οπωσδήποτε νέα εξομολόγηση πριν από κάθε Θεία Κοινωνία, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η πνευματική κατάσταση του ανθρώπου και η καθοδήγηση του πνευματικού του.

 Απ' την άλλη, ο πιστός δεν προσέρχεται στο Άγιο Ποτήριο με μια λογική δικαιώματος, σαν να του ανήκει κάτι που κανείς δεν μπορεί να του αγγίξει και να του στερήσει. Προσέρχεται με «φόβο Θεού, πίστη και αγάπη». Αν έχει βάρος στη συνείδησή του, αν έχει απομακρυνθεί απ' την εκκλησιαστική ζωή, αν υπάρχει σοβαρή αμαρτία, αν ζει σε κατάσταση που χρειάζεται πνευματική τακτοποίηση, τότε η εξομολόγηση δεν είναι τυπικό εμπόδιο αλλά αναγκαία θεραπεία.

 Κι αν κάποια στιγμή αισθανθεί αμηχανία από μια ερώτηση του ιερέως, η λύση δεν είναι το ψέμα ή η λογομαχία, ενώπιον μάλιστα του Αγίου Ποτηρίου. Μπορεί να πει με ηρεμία: «Πάτερ, θα ήθελα να το συζητήσουμε ιδιαιτέρως μετά το δι' ευχών». Έτσι διαφυλάσσονται και η αλήθεια και η γαλήνη και η αξιοπρέπεια του ατόμου.
Συνοψίζοντας, η Εκκλησία δεν ακυρώνει την προσωπική προσευχή μπροστά στην εικόνα. Τη θέλει, τη σέβεται, την ευλογεί. Οφείλει όμως να πει και στον άνθρωπο πως αυτός δεν αυτοσυγχωρείται. Δεν αποφασίζει μόνος του ότι η πληγή του έκλεισε. Φέρνει την πληγή στον Ιατρό των ψυχών και των σωμάτων, Τον Χριστό, μέσα στο θεραπευτήριο της Εκκλησίας. Η εικόνα μπορεί να τον βοηθά να στραφεί προς Τον Θεό, όμως ο πνευματικός, ο εξομολόγος, τον βοηθά να καταθέσει την αλήθεια του χωρίς αναστολές, ψεύδη και χωρίς δικαιολογίες και τον στρέφει προς τη θεραπεία. Και το μυστήριο βέβαια του δίνει την άφεση ως χάρη, όχι ως ψυχολογική αυτοεπιβεβαίωση.

 Άρα λοιπόν, μήπως η φράση «τα λέω στην εικόνα», θα ήταν καλύτερο να γίνει: «τα λέω στον Χριστό μπροστά στην εικόνα Του κι ύστερα τα φέρνω στην εξομολόγηση, για να τα θεραπεύσει μέσα στην Εκκλησία Του». Χωρίς να χάνεται η άμεση σχέση μου με Τον Θεό και βάζοντας τη μετάνοιά μου στον σωστό της τόπο, μέσα στο σώμα Του Χριστού. Για να μην είναι απλώς μια σκέψη που μ' ανακουφίζει προσωρινά αλλά να γίνεται ένας δρόμος επιστροφής και απελευθέρωσης.

Σημ. Στη φωτογραφία που συνοδεύει την ανάρτηση, ένας κληρικός, διαβάζει τη συγχωρητική ευχή σ' έναν εξομολογούμενο, την Μεγάλη Εβδομάδα του 1964 στην Κάρπαθο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: