«Λουκᾶν τόν ἀοίδιμον ἐν ὠδαῖς εὐφημήσωμεν. Οὗτος γάρ ἀθεΐας τήν νόσον, τῷ ἐπιχρίσματι τῆς Χριστοῦ κολυμβήθρας ἐθεράπευσε» (ἀπό τό Δοξαστικό τῶν Στιχηρῶν τῶν Αἴνων τοῦ Ὄρθρου τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Λουκᾶ τοῦ Εὐαγγελιστοῦ)
«Ας δοξάσουμε τον Λουκά που του αξίζει να τον υμνούμε. Διότι αυτός την ασθένεια της αθεΐας με την αλοιφή του νερού του βαπτίσματος από την κολυμβήθρα του Χριστού θεράπευσε»
Η γιορτή του αγίου αποστόλου και Ευαγγελιστή Λουκά (18 Οκτωβρίου) μας δίνει την ευκαιρία να προβληματιστούμε πάνω σ’ ένα ζήτημα διαχρονικής εμφάνισης και σημασίας. Ο απόστολος κήρυξε το μήνυμα του Ευαγγελίου του Χριστού σε καιρούς αθεΐας. Βοήθησε βαπτίζοντας ανθρώπους η νόσος της αθεΐας να θεραπευθεί, όχι να εξαφανιστεί, αλλά να πάψει να είναι η κυρίαρχη στην ανθρωπότητα.
Ο άγιος Λουκάς ήταν μορφωμένος. Γιατρός και ζωγράφος, γνώστης της ελληνικής, της εβραϊκής και της αραμαϊκής, υπήρξε αναζητητής της αλήθειας καίτοι μεγάλωσε σε ειδωλολατρικό περιβάλλον στην Αντιόχεια της Συρίας. Ταξίδευε για να μάθει. Ασκούσε την ιατρική τέχνη για να εξασφαλίσει τα προς το ζην. Εξέφραζε τον εσωτερικό του κόσμο ζωγραφίζοντας. Γνώρισε τον Χριστό και συγκαταλεγόταν στον κύκλο των Εβδομήκοντα. Τον συνάντησε μαζί με τον Κλεόπα στην πορεία προς Εμμαούς το απόγευμα της Ανάστασης.
Κήρυξε στην Αντιόχεια, στη Σεβάστεια της Σαμαρείας, συνόδευσε τον απόστολο Παύλο στην περιοδεία του στην Μακεδονία, τον ακολούθησε μέχρι την Παλαιστίνη και την Ρώμη, όπου συνέγραψε το «Ευαγγέλιο» του και τις «Πράξεις των Αποστόλων». Ακολούθησε τον Παύλο και στην τελευταία μεγάλη περιοδεία πριν το μαρτύριο του αποστόλου των εθνών στα χρόνια του Νέρωνα. Επέστρεψε κατόπιν στον ελλαδικό χώρο, αφού πέρασε πρώτα από την Δαλματία. Εργάστηκε ιεραποστολικά στην Μακεδονία, στην Αχαΐα και στην Θήβα, όπου και έγινε επίσκοπος. Εκεί βρήκε μαρτυρικό τέλος. Περίφημες υπήρξαν οι εικόνες της Παναγίας, μία εκ των οποίων είδε και η Κυρία Θεοτόκος και ευαρεστήθηκε. Πολλά τα θαύματα του Αγίου, ιδίως από τον τάφο του στην Θήβα.
Ο άγιος έζησε σε εποχή κατά την οποία η αθεΐα δεν ήταν η φιλοσοφική άρνηση της ύπαρξης του Θεού, αλλά η εμμονή των ανθρώπων να κατασκευάζουν και να πιστεύουν σε θεούς των ειδώλων, οι οποίοι έφεραν επάνω τους όλες τις αμαρτίες των ανθρώπων. Εξουσία, φιληδονία, φιλαυτία από την μία και από την άλλη απόδοση σ’ αυτούς των ανθρώπινων χαρισμάτων και των τεχνών που βοηθούσαν την ζωή μας. Δεν ήταν μόνο προστάτες των επιστημών οι θεοί. Ήταν αυτοί που τις έδιναν στους ανθρώπους. Την ίδια στιγμή οι θεοί έφερναν τον θάνατο. Πόλεμοι, ακαταστασία, συγκρούσεις, έριδες γεννούσαν μία συμπλοκή θρησκείας και πραγματικότητας τέτοια που ο άνθρωπος να ζητά την βοήθεια και την προστασία των θεών για να ικανοποιήσει τα πάθη του, αλλά και να επιβιώσει. Η ειδωλολατρία δεν γεννούσε φιλοσοφία, διότι οι θεοί δεν φώτιζαν, δεν γεννούσαν δίψα για αλήθεια και γνώση, μόνο προστάτευαν ή θύμωναν και τιμωρούσαν.
Σ’ αυτή την ειδωλική πραγματικότητα, όπου η θρησκεία ήταν μία παρηγοριά για τις δοκιμασίες της ζωής και συνδεόταν με τα σημαντικά γεγονότα του χρόνου μας (γέννηση, γάμος, θάνατος), έρχεται ο Χριστός και η πίστη μας για να δώσουν μιαν εντελώς διαφορετική διάσταση. Να αγκαλιάσουν τον άνθρωπο σε κάθε πτυχή της