ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΔΕΞΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΜΑΣ!
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κρυπτοχριστιανοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κρυπτοχριστιανοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 1 Μαΐου 2025

Ο ΚΡΥΦΟΣ ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ ΣΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑ


ΤΑ ΞΥΛΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑ
Πέμπτη τοῦ Πάσχα κι ὁ πάπα-Λευτέρης πρωΐ-πρωῒ φόρτωνε τὸ ζῶο του κι ἑτοιμαζόταν νὰ κατεβεῖ στὴν Τραπεζούντα. Τὴν ἴδια ὥρα ἀκούστηκαν οἱ πρῶτοι χτύποι τῆς καμπάνας. Ὁ συνεφημέριός του ὁ πάπα-Γαβριὴλ φαίνεται πὼς εἶχε ἀϋπνίες. Χθὲς ἦταν ἡ σειρά του νὰ λειτουργήσει. Μετὰ πῆρε τὰ βουνὰ καὶ τὰ λαγκάδια νὰ μαζέψει ξύλα. Καὶ σήμερα νά τον ξημερώματα, ἕτοιμος νὰ κάνει τὸν πραματευτή. Κανονικὰ ὄφειλε νὰ πάει στὴν ἐκκλησιά. Τέτοια μέρα, ἀκόμη Πασχαλιά, ποὺ ξανακούστηκε νὰ λείπει ἀπ᾿ τὴ Λειτουργία!

Ἂς ὄψονται, ὅμως, τὰ τόσα στόματα ποὺ περιμένουν στὸ σπίτι. Κάποιος ἔπρεπε νὰ νοιαστεῖ γιὰ τὸ καθημερινό τους... Ὀκτὼ τοῦ ἔδωσε ὁ Θεὸς κι ἄλλα τρία ὁ Ἀναστάσης ὁ κουμπάρος του: Τὴ γυναῖκα του, τὴν πεθερά του, τὴν «κυρὰντουλάπα», καὶ τὸν κουνιάδο του, ποὺ δὲν φτουρᾶ σὲ δουλειά… Ἔκανε τὸ σταυρό του καὶ ξεκίνησε… Εἶχε μπροστά του πολὺ δρόμο. Ὑπολόγιζε πρὶν τὸ μεσημέρι νὰ φτάσει στὴν πόλη κι ἂν ὅλα πᾶν καλά, ἀργὰ τὸ βράδυ νὰ εἶναι πάλι πίσω. «Βαστᾶτε ποδαράκια μου», ἀναστέναξε καθὼς ἀναλογίστηκε τὸ δρόμο ποὺ ᾿χε νὰ κάνει. Κατὰ πὼς τὸ εἶχε συνήθειο ἄρχισε τὸ ψάλσιμο, νὰ σπάει κι ἡ μονοτονία. Νὰ κάνει ὅμως καὶ τὸ κέφι του.

Μέσα στὴν ἐρημιὰ ποιός τὸν ἀκούει; Μόνο ὁ Θεός. Ἀποφεύγει καὶ τὰ κοροϊδευτικὰ χαμόγελα τοῦ πάπα-Γαβριὴλ ἢ τὶς εἰρωνίες τοῦ Ἰορδάνη, τοῦ ψάλτη: «Ἐξαιρετικὰ τὰ λὲς παπᾶ. Σὰν μανάβης!». Τὸ ξέρει. Ἡ φωνή του ἀκούγεται ἄσχημα. Μὰ ὅτι λέει, τὸ ψέλνει μὲ τὴν καρδιά του κι αὐτὸ θέλει ὁ Θεός. Ὅπως τότε ποὺ ἦταν μικρός. Καὶ φλεγότανε ἀπ᾿ τὸ μεράκι τῶν ὕμνων... Ἀκόμη κι ὁ δεσπότης τὴ μοναδικὴ φορὰ ποὺ λειτούργησε μαζί του τοῦ εἶπε: «Σούς, μπρέ. Δὲν τὸ λέγεις καλά». Ἦταν ἕνα ὅριο ποὺ τοῦ ἔβαλε ὁ Θεὸς καὶ δὲν μποροῦσε νὰ τὸ ξεπεράσει. Τί κι ἂν πάλαιψε; Τί κι ἂν προσευχήθηκε; Τί κι ἂν ἔκλαψε; Τὸ μόνο ποὺ κατόρθωσε εἶναι, ὅσα λέει, νὰ τὰ λέει μέσα ἀπ᾿ τὴν καρδιά του. Κι αὐτὸ εἶναι ποὺ θέλει ὁ Θεός. Τὴν καρδιά, ὄχι τὸ λαρύγγι!

Ἡ παρηγοριά του γιὰ τὴν σιωπὴ ποὺ ἔχει ἐπιβάλλει στὸν ἑαυτό του. Σιωπὴ γιὰ νὰ μὴν ἐνοχλεῖ, ὅπως ἐνοχλοῦσε τότες ποὺ μικρὸς στεκόταν παράμερα στὸ ψαλτήρι. Ὅπως ἐνοχλοῦσε ἀργότερα τοὺς φίλους του ποὺ προχώρησαν στὴν ψαλτικὴ κι ἂς πίστευε πὼς θὰ τὸν θέλουν κοντά τους. Ὅπως ἐνοχλοῦσε τὸ φίλο του τὸν Ἀποστόλη, ποὺ ἔγινε δεξιὸς ψάλτης στὸ διπλανὸ χωριό. Σταμάτησε, ἔτσι, νὰ ψέλνει μπροστὰ στὸν κόσμο καὶ προτιμοῦσε τὶς ἐρημιές. Μὲ τὰ τροπάρια μετροῦσε τὶς ἀποστάσεις. Ξεκίναγε μὲ τὸν Ὄρθρο, ἔλεγε καὶ λίγα ἀπ᾿ τὸν Ἑσπερινὸ κι ἂν εἶχε κι ἄλλο δρόμο πρόσθετε καὶ μερικὰ σκόρπια τροπάρια. Αὐτὸ θὰ ἔκανε καὶ τώρα, μέρες τῆς Πασχαλιᾶς. «Μπρός, λοιπόν, παπᾶ, δῶσε του νὰ καταλάβει» μονολόγησε. Ἔκανε τὸ σταυρό του κι ἄρχισε:

«Ἀναστάσεως ἡμέρα λαμπρυνθῶμεν λαοί…». Ἀφοῦ ἔψαλε ὅλον τὸν Κανόνα, προχώρησε καὶ στοὺς Αἴνους κι ἐκεῖ κατὰ τὸ δοξαστικὸ ἔμπαινε πιὰ στὰ πρῶτα σπίτια τῆς Τραπεζούντας. Μὲ τὸ ψάλσιμο κάπου εἶχε ἀφαιρεθεῖ. Ὅταν κατάλαβε πὼς ἦταν στὸν τουρκομαχαλὰ σκέφτηκε νὰ γυρίσει πίσω. Στάθηκε λίγο νὰ προσανατολιστεῖ κι ὕστερα πῆρε ἕνα σοκάκι ἐκεῖ στ᾿ ἀριστερά. Περίμενε νὰ τὸν βγάλει ἔξω ἀπὸ τὸ Κάστρο, μ᾿ αὐτὸ φιδογύριζε ἀνάμεσα στὰ τουρκόσπιτα. Σὲ κάποια στροφὴ φάνηκε ἕνας καφενὲς κι ἀπόξω δύο τρεῖς τοῦρκοι ἀραχτοί, ἀπολάμβαναν τὸ ναργιλέ τους. Καθὼς περνοῦσε μπροστά του ὁ ἕνας τοῦ φώναξε: 
«Πόσο τὰ ξύλα, παπᾶ;». 
«Πέντε γρόσια, ἐφέντη μ’».
 «Πολλὰ δὲν εἶναι, βρὲ καραμπὰς (μαυροκέφαλε);». 
«Ὄχι, ἐφέντη μ’, ὄχι. Ἔρχουμαι ἀπὸ μακριά», ὁ πάπα-Λευτέρης ἤξερε ν’ ἀντιστέκεται στὰ παζάρια τῶν τούρκων. «Κι ὑστέρα τί παίρνεις μὲ πέντε γρόσια;». 
«Ἄντε νὰ σοῦ δώσω τρία νὰ τὰ φέρεις καὶ στὸ σπίτι».