Δεκαεννιά χρόνια από την κοίμησή του( †17-12-2005)
Ο Αντώνιος Γ. Κόμπος από παιδί κινείται στις γειτονιές της γενέθλιας γης του Άργους Ν. Αργολίδος πρόσχαρος και καλοσυνάτος, με μάτια εκφραστικά της ευγενικής φυσιογνωμίας του, με μια αισιοδοξία βασισμένη στην πίστη που του δίδαξε η ευσεβής οικογένειά του. Από μικρός στην εκκλησία του Αγίου Πέτρου, θα γίνει η προσευχή του επικοινωνία με τους Αγίους και δοξολογία για τον Θεό. Στον ιερό αυτό χώρο θα δαμάσει τα συναισθήματά του, αναλαμβάνοντας ευθύνες από πολύ νωρίς που απορρέουν από την αναγκαιότητα του οικογενειακού και κοινωνικού περιβάλλοντος. Θα ξεκινήσει από την παιδική του ηλικία ένας αγώνας εσωτερικός και εξωτερικός προκειμένου να μεταμορφώσει τη σκληρή πραγματικότητα του πένθους, της φτώχειας, του πολέμου. Αν και συνάντησε αντιξοότητες που συνθλίβουν την ανθρώπινη δύναμη και αξιοπρέπεια, δοκιμάστηκε η αντοχή του από παιδί, εκείνος σε όλη του τη ζωή θα περιδιαβεί ιερά μονοπάτια και θα ακολουθήσει το βηματισμό των Αγίων, φτωχός και διψασμένος αρχικά, νηστευτής και εγκρατής αργότερα.
Έτσι θα πορευτεί ως Φοιτητής, ως Καθηγητής και Διδάσκαλος και κάθε φορά θα παραμένει «άβγαλτος» από τους Ιερούς Ναούς των περιοχών όπου και τον οδήγησε η πρόνοια του Θεού, για να γίνει Ιεροκήρυκας στην Αιτωλοακαρνανία (1971-74), όπου θα συναντήσει τη Σαλώμη.
Ήταν η θεοσεβής εκείνη γυναίκα, γεννημένη στο Θέρμο Αιτωλοακαρνανίας, το τελευταίο από τα επτά παιδιά της ευλαβούς οικογένειας της Ασπασίας και του Θωμά Κουτσουκώστα, η οποία με πίστη στον Κύριο δόθηκε σε έναν καθημερινό αγώνα, εκεί που μάστιζε η φτώχεια και τα προβλήματα την καθημερινότητα των ανθρώπων.
Έζησε όλη της τη ζωή σιωπηλή και συλλογισμένη, με το μαύρο μαντήλι να της καλύπτει το κεφάλι, σύμβολο μιας άλλης ζωής, καταξιωμένης, που επιμένουν να ζουν ορισμένοι άνθρωποι, κουβαλώντας την προσευχή και τη σιωπή, κρύβοντας επιμελώς την εσωτερική τους περιουσία, αντισταθμίζοντας τη σκληρή πραγματικότητα που τους περιβάλλει.
Με τα μουντζουρωμένα χέρια από την καπνιά των καντηλιών και το πετρέλαιο που χρησιμοποιούσε για να καθαρίζει τα μανουάλια, έπεφτε μπρούμυτα και προσευχόταν ώρα πολλή, ενώ για κάποιους αποτελούσε μια απόκοτη και ασήμαντη παρουσία, εκείνη διατηρούσε μορφή γαλήνια, λιτή, αυθεντική γυναίκας αγωνίστριας του Κυρίου, που όσες φορές η ψυχή της βρέθηκε πληγωμένη από μικροπρέπειες, εκείνη δίχως αγανάκτηση, δίχως να προτάξει τα δικαιώματά της, δίχως έκπληξη για τις απρόσμενες συμπεριφορές, δεν άφηνε να διαφανεί υπόνοια δυσαρέσκειας. Μόνο να φανταστεί κανείς μπορεί την ολόψυχη αφοσίωσή της στην Παναγία και το φτερούγισμα της ψυχής της κοντά στους Αγίους, όταν τους υπηρετούσε στα φτωχά τους εκκλησάκια, όταν συνομιλούσε με τον Άγιο Νεκτάριο.
Πρώτη, σε αυτήν αποκάλυψε ο Κύριος το σπουδαίο γεγονός. Τρείς φορές της εμφανίστηκε ο Άγιος Νεκτάριος μεταφέροντας το μήνυμα: « Ο π. Αντώνιος θα γίνει Δεσπότης, στη Δυτική Μακεδονία, γιατί πολύ ευαρέστησε τον Κύριο» και ο Μητροπολίτης Αντώνιος Κόμπος σε όλη την ιερατική πορεία του θα μνημονεύει το όνομα της μακαρίας εκείνης γυναίκας από την Ωραία Πύλη σε κάθε Απόλυση, για να αναρωτηθούμε και να μάθουμε ποια ήταν η Σαλώμη, η οποία έζησε πορευόμενη «την τεθλιμμένη ὁδό τῆς σαλότητος» και ακολουθώντας τη μακρά παράδοση της ορθοδόξου πίστεως θα καταστεί «ἡ μυστική ἐργάτις τῆς ἀρετῆς».
Ο Άγιος Νεκτάριος θα είναι ο πιο αγαπημένος ανάμεσα σε τόσους και τόσους αγαπημένους Αγίους και ο Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης Αντώνιος θα έχει αδιάλειπτη παρουσία για προσκύνημα στην Αίγινα.
«Είχαμε πάει στο Χαλάνδρι, στο σπίτι της αδελφής του, κ. Δήμητρας, να εξομολογηθούμε. Εκείνη μας πληροφόρησε πως ο Σεβασμιότατος είχε πάει στην Αίγινα και δεν είχε επιστρέψει ακόμα.
-Μόλις έρχεται από τον Άγιο Νεκτάριο, ξαναφεύγει πάλι για τον Άγιο!, είπε με νόημα.
Σε λίγο, μπήκε μέσα ο Σεβασμιότατος γρήγορα –γρήγορα.
-Άργησες, του είπε, και σε περιμένουν οι άνθρωποι.
Εκείνος την κοίταξε χαμογελώντας σαν μικρό παιδί και από τα μάτια του ξεπετάχτηκε μια λάμψη, προδίδοντας τη χαρά για ό,τι είχε ζήσει κατά την επίσκεψή του στον Άγιο Νεκτάριο, στην Αίγινα.»
Έτσι θα πορευτεί ως Φοιτητής, ως Καθηγητής και Διδάσκαλος και κάθε φορά θα παραμένει «άβγαλτος» από τους Ιερούς Ναούς των περιοχών όπου και τον οδήγησε η πρόνοια του Θεού, για να γίνει Ιεροκήρυκας στην Αιτωλοακαρνανία (1971-74), όπου θα συναντήσει τη Σαλώμη.
Ήταν η θεοσεβής εκείνη γυναίκα, γεννημένη στο Θέρμο Αιτωλοακαρνανίας, το τελευταίο από τα επτά παιδιά της ευλαβούς οικογένειας της Ασπασίας και του Θωμά Κουτσουκώστα, η οποία με πίστη στον Κύριο δόθηκε σε έναν καθημερινό αγώνα, εκεί που μάστιζε η φτώχεια και τα προβλήματα την καθημερινότητα των ανθρώπων.
Έζησε όλη της τη ζωή σιωπηλή και συλλογισμένη, με το μαύρο μαντήλι να της καλύπτει το κεφάλι, σύμβολο μιας άλλης ζωής, καταξιωμένης, που επιμένουν να ζουν ορισμένοι άνθρωποι, κουβαλώντας την προσευχή και τη σιωπή, κρύβοντας επιμελώς την εσωτερική τους περιουσία, αντισταθμίζοντας τη σκληρή πραγματικότητα που τους περιβάλλει.
Με τα μουντζουρωμένα χέρια από την καπνιά των καντηλιών και το πετρέλαιο που χρησιμοποιούσε για να καθαρίζει τα μανουάλια, έπεφτε μπρούμυτα και προσευχόταν ώρα πολλή, ενώ για κάποιους αποτελούσε μια απόκοτη και ασήμαντη παρουσία, εκείνη διατηρούσε μορφή γαλήνια, λιτή, αυθεντική γυναίκας αγωνίστριας του Κυρίου, που όσες φορές η ψυχή της βρέθηκε πληγωμένη από μικροπρέπειες, εκείνη δίχως αγανάκτηση, δίχως να προτάξει τα δικαιώματά της, δίχως έκπληξη για τις απρόσμενες συμπεριφορές, δεν άφηνε να διαφανεί υπόνοια δυσαρέσκειας. Μόνο να φανταστεί κανείς μπορεί την ολόψυχη αφοσίωσή της στην Παναγία και το φτερούγισμα της ψυχής της κοντά στους Αγίους, όταν τους υπηρετούσε στα φτωχά τους εκκλησάκια, όταν συνομιλούσε με τον Άγιο Νεκτάριο.
Πρώτη, σε αυτήν αποκάλυψε ο Κύριος το σπουδαίο γεγονός. Τρείς φορές της εμφανίστηκε ο Άγιος Νεκτάριος μεταφέροντας το μήνυμα: « Ο π. Αντώνιος θα γίνει Δεσπότης, στη Δυτική Μακεδονία, γιατί πολύ ευαρέστησε τον Κύριο» και ο Μητροπολίτης Αντώνιος Κόμπος σε όλη την ιερατική πορεία του θα μνημονεύει το όνομα της μακαρίας εκείνης γυναίκας από την Ωραία Πύλη σε κάθε Απόλυση, για να αναρωτηθούμε και να μάθουμε ποια ήταν η Σαλώμη, η οποία έζησε πορευόμενη «την τεθλιμμένη ὁδό τῆς σαλότητος» και ακολουθώντας τη μακρά παράδοση της ορθοδόξου πίστεως θα καταστεί «ἡ μυστική ἐργάτις τῆς ἀρετῆς».
Ο Άγιος Νεκτάριος θα είναι ο πιο αγαπημένος ανάμεσα σε τόσους και τόσους αγαπημένους Αγίους και ο Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης Αντώνιος θα έχει αδιάλειπτη παρουσία για προσκύνημα στην Αίγινα.
«Είχαμε πάει στο Χαλάνδρι, στο σπίτι της αδελφής του, κ. Δήμητρας, να εξομολογηθούμε. Εκείνη μας πληροφόρησε πως ο Σεβασμιότατος είχε πάει στην Αίγινα και δεν είχε επιστρέψει ακόμα.
-Μόλις έρχεται από τον Άγιο Νεκτάριο, ξαναφεύγει πάλι για τον Άγιο!, είπε με νόημα.
Σε λίγο, μπήκε μέσα ο Σεβασμιότατος γρήγορα –γρήγορα.
-Άργησες, του είπε, και σε περιμένουν οι άνθρωποι.
Εκείνος την κοίταξε χαμογελώντας σαν μικρό παιδί και από τα μάτια του ξεπετάχτηκε μια λάμψη, προδίδοντας τη χαρά για ό,τι είχε ζήσει κατά την επίσκεψή του στον Άγιο Νεκτάριο, στην Αίγινα.»
« Που υπηρετείς;» Ρώτησε, μόλις πλησίασε τον νεαρό Ιερομόναχο που συνάντησε σε μια από τις συνάξεις της Ιεράς Συνόδου.
«Στον Άγιο Μηνά…»
«Θα σε επισκεφτώ, γιατί ευλαβούμαι πολύ τον Άγιο» είπε.
Πράγματι, ένα πρωινό ήταν έξω από τον Ι.Ν. Αγίου Μηνά.
«Σε περιμένει ένας ιερέας, ένας παππούλης έξω», ειδοποίησε ο νεωκόρος, καθώς ο Αντώνιος Σιατίστης δεν έφερε τα συνήθη Επισκοπικά διακριτικά.
Μόλις μπήκε στον ναό αναφώνησε γεμάτος θαυμασμό :
-«Νάτος, νάτος ! Ο Άγιος Μηνάς ! Σωστό παλικάρι. Πω, πω… κι ας είναι τα φρύδια του άσπρα! Παλικάρι ! Παλικάρι!» . Ο Άγιος ήταν ολοζώντανος μπροστά του, τον έβλεπε και στρεφόμενος στο Ιερομόναχο είπε :
«Από εδώ και πέρα θα μυροβλύζει ο Άγιος, διότι ευαρεστείται.» Έτσι και έγινε.







