ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΔΕΞΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΜΑΣ!
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γέροντας Τύχων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γέροντας Τύχων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2026

Το δαιμόνιο φοβάται το πετραχήλι του παπα-Τύχωνα

Σε μια ομιλία του ηγουμένου της Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας Γέροντος Αιμιλιανού, την Μ. Τεσσαρακοστή του 1987, στον Άγιο Δημήτριο της Θεσσαλονίκης, είχε συμβεί το εξής περιστατικό. 

 Ήταν μια γυναίκα δαιμονισμένη και στο τέλος της ομιλίας του Γέροντα άκουσα να βγάζει δαιμονικές κραυγές και να σπαρταρά από το δαιμόνιο. Ποτέ μου δεν είχα δει τέτοιο φαινόμενο. Κάθισα απέναντι και συλλογιζόμενος παρακολουθούσα πως το δαιμόνιο ταλαιπωρεί τους ανθρώπους. Ήταν και άλλοι πολλοί καθώς και ο πρωτοσύγκελος της Ι.Μ. Θεσσαλονίκης, ο οποίος με πολύ πόνο προς το πλάσμα του Θεού πρόσφερε τις ταπεινές ευχές του, όπως ο παντοδύναμος Θεός λυπηθεί το πλάσμα του και δείξει το έλεος του και απαλλαγεί από τη μάστιγα του δαίμονος.

  Όταν ήλθε η δική μου σειρά, την πλησίασα και την σταύρωσα με τον Τίμιο Σταυρό, παρακινώντας την να κάνει, τον σταυρό της, μα ήταν αδύνατον, αλλά ούτε μπορούσε να πει πως ο σταυρός είχε τίμιο ξύλο. Έλεγε πως αν το ομολογούσε θα την πνίξει το δαιμόνιο. Εγώ είχα καταλάβει πως το δαιμόνιο είχε πιαστεί στα δίχτυα, δεν έπαψα όμως να επικαλούμαι το όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Για μια στιγμή είχα κουραστεί και είχε περάσει και η ώρα. Ήταν πλέον πέραν της δωδεκάτης νυκτός. Η εκκλησία έπρεπε να είχε κλείσει. Το προηγούμενο βράδυ είχε δει τον παπα Τύχωνα τον πνευματικό μου, που σε πολλές περιπτώσεις τον βλέπω, άλλοτε να με συμβουλεύει και άλλοτε να με παρηγορεί, όπως όταν στη ζωή και αισθανόμουν ανάπαυση και αγαλλίασει θωρώντας την αγγελική του μορφή. Εκείνη τη στιγμή έρχεται ξανά στο νου μου και λέγω στη δαιμονισμένη:
-Θα πάω στο σπίτι μου και από εκεί θα σε πολεμήσω και ξέρεις με ποιον.
-Ναι, με το πανί του παπα Τύχωνα, δηλαδή με το πετραχήλι του

Δεν πρόλαβε να τελειώσει και το δαιμόνιο την έριξε κάτω, μπροστά στη λάρνακα του Αγίου Δημητρίου. Τότε της λέγω να πει το δαιμόνιο πως είναι βδέλυγμα. Το επαναλάμβανα πολλές φορές και μόλις έβγαλε τη λέξη βδέλυγμα την άφησε ελεύθερη. Από εκεί που ήταν ταραγμένη και αφρισμένη έγινε ήρεμη και σώφρων. Ευχαρίστησε τον άγιο Δημήτριο και από εμάς ζήτησε να την μνημονεύουμε και μαζί με το σύζυγο της πήγε στο σπίτι της.

Δευτέρα 11 Μαΐου 2026

Την ώρα που χτυπούσε την θύρα του ασκητή, ακούει: "Άγιον Όρος,...Άγιον Όρος...¨


 Κάποτε θέλησε να επισκεφθεί και πάλι τους Αγίους Τόπους. Είχε έλθει ένα ρωσικό πλοίο που πήγαινε στα Ιεροσόλυμα. Δεν είχε χρήματα και παρακάλεσε τον καπετάνιο να τον πάρει δωρεάν. Ο καπετάνιος πολύ τον ευλαβήθηκε και όχι μόνο τον πήρε, αλλά του έδωσε και χρήματα, για να προσευχηθεί γι αυτόν και να προσφέρει και στα ιερά προσκυνήματα.

Όταν έφτασε εκεί άρχισε να επισκέπτεται σαν ταπεινός προσκυνητής τους ναούς και τα μοναστήρια. Σε πολλά μέρη ήθελαν να τον κρατήσουν κοντά τους. Δεν ήξερε όμως αν αυτό ήταν θέλημα Θεού. Όταν έμαθε πως σε κάποιο ασκητήριο ήταν ένας ενάρετος μοναχός, πήγε να τον συμβουλευτεί. Στη σκέψη του, δύο πράγματα υπήρχαν να μείνει στα Ιεροσόλυμα ή να επιστρέψει στο Άγιο Όρος. Την ώρα που χτυπούσε την θύρα του ασκητή, ακούει: 
"Άγιον Όρος,...Άγιον Όρος...¨
Ακόμη δεν τον είχε δει.

Τρίτη 24 Μαρτίου 2026

Για μια στιγμή βλέπω ένα λαμπρό γέρο καλόγερο –τα τριμμένα ράσα, το κοντό ζωστικό έκρυβαν έναν άρχοντα.


 Για μια στιγμή βλέπω ένα λαμπρό γέρο καλόγερο –τα τριμμένα ράσα, το κοντό ζωστικό έκρυβαν έναν άρχοντα. Η λάμψη του προσώπου του, η μακριά γενειάδα του, η γλυκειά ομιλία του, η αγάπη και η απλότητά του γέμισαν την καρδιά μου χαρά και συγκίνηση. Δίχως να ξέρω ποιος ήταν, ήθελα να τον προσκυνήσω, να λάβω την ευλογία του. Πίστευα πως η ευλογία του ήταν ευλογία Χριστού.
Σαν διψασμένος κάθησα για λίγο κοντά του, να τον ρωτήσω:

-Που μένεις;
-Ερημίτης, μου απάντησε. Θαύμασα και ζήτησα πάλι να με ευλογήση…
Καθίσαμε στον καναπέ και επέμενα να τον ρωτώ, που μένει. Τέλος μου είπε:
-Στην Καλιάγρα.
Του λέω: -Μόνος;
–Όχι παιντί μου, μου λέει με σπασμένα ελληνικά, μαζί με Θεό και Παναγία… Συντροφιά μου είναι τα πουλάκια, που όλο τον χρόνο δεν φεύγουν από εκεί, κάθε ημέρα μαζί ψάλλουμε. Τι χαρά, κάθε πρωί να κελαηδούν… Ντόξα τω Θεώ… Εγκώ χρόνια πολλά στο Άγιον Όρος…

Από εκείνη την ώρα του αφοσιώθηκα. Ζητούσα να τον γνωρίσω περισσότερο. Η ημέρα αυτή ήταν για μένα σημαντική. Όταν διηγήθηκα την συνάντησή μου αυτή στον Γέροντά μου Κλεόνικο, αυτός μου είπε: -Αυτός είναι ένας άγιος, παιδί μου.
Επιθυμούσα να επισκεφθώ την κατοικία του.

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026

Ένα κήρυγμα τριακόσιες μετάνοιες!


Ο κ. Θωμάς Κ. σήμερα ιερομόναχος στο Άγιον Όρος με ομάδα κληρικών και λαϊκών, επισκέφθηκε τον παπα-Τύχωνα τον Αύγουστο του έτους 1967. Τότε ήταν λαϊκός και ως θεολόγος καθηγητής, κήρυττε στον κόσμο. 
Γι' αυτό τον ρώτησε εάν πρέπει να κάνει κηρύγματα. 
Ο Γέροντας τον ρωτά: 
"Πόσο χρόνο έχει;", εννοώντας την ηλικία του.
 Ο κ. Θωμάς του απαντά: "Τριάντα τέσσερα".
 Και ο παπα-Τύχων λέγει με τον χαριτωμένο τρόπο του: 
"Πρέπει παιντί μου, κάτε μέρα κάνει τριακόσια μετάνοια".
 Ο άλλος λαϊκός κ. Β.Τ. μόλις άκουσε τον μεγάλο γι αυτόν αριθμό μετανοιών γέλασε από απέναντί του. Και ο Γέροντας με γλυκό μειδίαμα του λέγει: 
"Εσύ κάτε βράδυ πεντακόσια μετάνοια και μόνο ντύο ώρα ύπνο"!
 Στον κ. Θωμά είπε ακόμη:
- Διαβάσει παιντί μου, πρώτα βιβλίο Μ. Βασίλειο, Γρηγόριο, Κρυσόστομο, ντύο ώρα μελέτη - ντύο ώρα προσευχή κάτε μέρα και μετά ο,τι έχει καρντία ντώσει άνθρωπο ψύχα.

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

Ο Παπα-Τύχων είχε βάλει ''κανόνα'' στις μύγες, με το "Ευλογητός" να εξαφανίζονται...


Η μικρή εκκλησία του Τιμίου Στσυρού στο ομώνυμο Σταυρονικητιανό Κελλί, όπου εγκαταβίωνε ο άγιος Ιερομόναχος Τύχων ο Ρώσος και ο άγιος Παΐσιος. 
Στο εκκλησάκι αυτό λειτουργούσε ο Παπα-Τύχων.
  Το καλοκαίρι που η ζέστη θέρμαινε τα πάντα, άνοιγαν τα μικρά παράθυρα της εκκλησίας. Αλλά εμπαιναν μέσα μύγες κι ενα σωρό άλλα εντομα. 
 Ο Παπα-Τύχων είχε βάλει ''κανόνα'' στις μύγες, με το "Ευλογητός" να εξαφανίζονται από φοβο μήπως μαγαρίσουν τα Τίμια Δώρα. Οι μύγες και τα άλλα έντομα εκαναν υπακοή στον αγιο Γεροντα. 
Αυτο κατά μαρτυρία του αγιου Παϊσίου προς τον Ιερομόναχο Συμεών, που εγκαταβιώνει στο Κελλί του Τιμίου Σταυρού και έζησε το θαύμα.

Η προσευχή του Γολγοθά. Χειρόγραφο του παπα-Τύχωνος!!


«Όποιος διαβάσει, δέν ξαναμαρτήσει.Τυ­πώστε την, στείλτε την Δεσποτάδες βάλουν σέ χωριά.Μέ τό δάκρυ γράψει εγώ αυτά»

Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2025

Παπα-Τύχων: Ένας κρυμμένος μαργαρίτης που έζησε στο Άγιο Όρος για εξήντα ολόκληρα χρόνια.

Του Γιάννη Περγιώτη

Στο Άγιο Όρος, στο «περιβόλι της Παναγίας», υπάρχουν ακόμη και σήμερα πολλοί κρυμμένοι μαργαρίτες. Μπορεί κάποιος να ψάξει και να τους βρει στα μοναστήρια, στις σκήτες, στα τόσα ερημητήρια… Αληθινοί μαργαρίτες, άνθρωποι δυνατοί κι αλλιώτικα όμορφοι. Κάλλος τους η ευλογημένη ζωή τους. Πλούτος τους η ακτημοσύνη και η φτώχεια τους. Λιγοστά είναι τα λόγια που έχουν να πουν. Περισσότερο μιλάει η σιωπή τους. Οι μορφές τους φωτεινά ειρηνικές γιατί η καρδιά τους άγρυπνη στέκει στην προσευχή, γιατί η ευχή ατελείωτα συντροφεύει τον ασκητικό τους βίο.
Ένας κρυμμένος μαργαρίτης ήταν και ο παπά-Τύχων – κατά κόσμον Τιμόθεος Γκολέγκοφ – που έζησε στο Άγιο Όρος για εξήντα ολόκληρα χρόνια. Άνθρωπος αγάπης, προσευχής, κατανύξεως και ταπεινώσεως. Ακτήμων ερημίτης, νηστευτής και χαρισματούχος, θεωρείται ένας από τους επιφανέστερους του αιώνα μας. Το πέρασμά του από το «περιβόλι της Παναγίας» άφησε σημάδια ανεξίτηλα στους τόσους οδοιπόρους της ζωής που ζήτησαν κοντά του να αναπαυτούν.
Γεννήθηκε το 1884 στο χωριό Νόβαγια Μιχαηλόσκα της Ρωσίας. Οι γονείς του ήταν ευσεβείς. Η μητέρα του, όπως έλεγε ο ίδιος: «κάθε Τετάρτη και Παρασκευή δεν έτρωγε καθόλου, ήταν δοσμένη όλη στην προσευχή και τα δάκρυα έτρεχαν πυκνά από τα μάτια της». Μικρός ακόμα επισκεπτόταν μοναστήρια και έψαλλε στη χορωδία της εκκλησίας του χωριού του.

Στα δεκαοκτώ του χρόνια ένιωσε μέσα του τη μοναχική κλίση. Έτσι, με την ευλογία των γονέων του και αφού επισκέφτηκε σχεδόν διακόσια μοναστήρια στην πατρίδα του, κίνησε με άλλους πιστούς να επισκεφθεί τα Ιεροσόλυμα και το Άγιο Όρος. Καθ’ οδόν για τα Ιεροσόλυμα και συγκεκριμένα στην Κωνσταντινούπολη «εγνωρίστηκε με τον οικονόμο-μοναχό του κελλιού Μπουραζέρη, το οποίο ανήκει στην αγιορείτικη μονή Χιλιανδαρίου. Του είπε τότε ο οικονόμος: “Θέλεις να γίνεις μοναχός;” “Θέλω” απάντησε ο δεκαοχτάχρονος Τιμόθεος, και ο φωτισμένος οικονόμος του απάντησε: “Βάλε μετάνοια και από σήμερα είσαι δόκιμος στη συνοδεία μας”».

Έτσι, αφού περάτωσε το προσκύνημά του στα Ιεροσόλυμα, ήλθε και κατατάχτηκε στη συνοδεία του Μπουραζέρη και σε ένα χρόνο έγινε μοναχός. Στην καλή όμως συνοδεία δεν θα μείνει για πολύ. Ο πόθος του για άσκηση και η αγάπη του για ησυχία θα τον φέρουν στα φρικτά Καρούλια. Σε μια σπηλιά, που ήταν στα θεμέλια του ασκητηρίου του Αγίου Γεωργίου, θα μείνει για δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια.

Κάθε Σάββατο ανέβαινε στο ασκητήριο του Αγίου Γεωργίου και κοινωνούσε. Αμέσως μετά κατέβαινε πάλι στη σπηλιά του. «Στον Άγιο Γεώργιο υπήρχε ένας πολύ σοφός, κατά κόσμον και κατά Θεό, Γέροντας, τον οποίο αποκαλούσε δάσκαλο». Ο Γέροντας αυτός υπήρξε συνοδοιπόρος και πατέρας πνευματικός του Τύχωνα κατά την πολύχρονη θητεία του στα Καρούλια.

Ο άγνωστος σε μας Γέροντας έδινε στον Τύχωνα ένα πατερικό βιβλίο κάθε μήνα. Επιστρέφοντάς το θα έπρεπε να του διηγηθεί το περιεχόμενό του. Αν δεν του το έλεγε επακριβώς, δεν του το άλλαζε. Με αυτόν τον τρόπο τελείωσε ο μοναχός Τύχων την ανάγνωση όλων σχεδόν των Πατέρων της Εκκλησίας μας.
Στην Καψάλα

Σαν πέρασαν δεκαπέντε χρόνια, άφησε ο μοναχός Τύχων τα Καρούλια και ήλθε στην «έρημο» της Καψάλας, στην περιοχή της Καλιάγρας. «Εδώ είδε ένα όραμα πως ήταν νύκτα Αναστάσεως και πως έψαλε όλη την αναστάσιμη ακολουθία με χαρά». Το είπε στον πνευματικό του, ο οποίος μόλις το άκουσε τον πήρε από το χέρι και τον οδήγησε στο μοναστήρι του Σταυρονικήτα όπου χειροτονήθηκε ιερέας.

Η καλύβα του δεν είχε εκκλησία, γι’ αυτό και ξεκίνησε για να φτιάξει. Ακτήμων όμως καθώς ήταν, αδυνατούσε να βρει τα απαραίτητα χρήματα. Αποφάσισε λοιπόν να πάει να ζητήσει ελεημοσύνη. Στο δρόμο πηγαίνοντας συνάντησε κάποιο μοναχό και του είπε πως θέλει να φτιάξει εκκλησία αφιερωμένη στον Τίμιο Σταυρό. Ο μοναχός έκπληκτος απάντησε στον παπά-Τύχωνα πως μόλις την ημέρα εκείνη είχε λάβει μία επιστολή και χρήματα για να τα δώσει σε όποιον θα ήθελε να κτίσει εκκλησία. Η χαρά και η συγκίνηση του παπά-Τύχωνα ήταν μεγάλη. Αφού πήρε τα χρήματα ευχαριστώντας τον μοναχό, κάλεσε τεχνίτες που μετέτρεψαν ένα από τα κελλιά της καλύβας σε μία λιτή, μικροσκοπική εκκλησία.

Το καλύβι του, φτωχικό κι απέριττο, στέκει ακόμα μάρτυρας αξιόπιστος της αγίας φτώχειάς του. Στο εσωτερικό του βλέπει κανείς τις λίγες σανίδες που χρησίμευαν για κρεβάτι και κάθισμα, δύο σκαμνάκια και λίγα μαγειρικά σκεύη. Λίγο πιο πέρα ένας διάδρομος τριών μέτρων οδηγεί στο μικρό εκκλησάκι του Τιμίου Σταυρού όπου ο γέροντας συνομιλούσε με τους Αγγέλους και συλλειτουργούσε με τους Αγίους.

Τρίτη 19 Αυγούστου 2025

Γέροντα, ο Παπα‐Τύχων πώς προσευχόταν;


– Ο Παπα‐Τύχων είχε φθάσει στον χώρο της δοξολογίας και αντί για την ευχή είχε την δοξολογία. Συνέχεια άκουγε κανείς από το στόμα του το «δόξα σοι ο Θεός, δόξα σοι ο Θεός», και όλες σχεδόν οι ημέρες του χρόνου ήταν γι’ αυτόν Διακαινήσιμες , αφού ζούσε πάντα την πασχαλινή χαρά.
Όσοι βρίσκονται στην προχωρημένη αυτή κατάσταση έχουν συνέχεια Πάσχα, Ανάσταση! Καμπάνες, σήμαντρα, τάλαντα, όλα μαζί χτυπούν χαρμόσυνα .
 «Αινείτε Αυτόν εν κυμβάλοις ευήχοις, αινείτε Αυτόν εν κυμβάλοις αλαλαγμού».
 Όλη την ημέρα δοξολογούν τον Θεό και χτυπά σαν καμπάνα η καρδιά τους.

Αγιος Παΐσιος Αγιορείτης

Δευτέρα 14 Ιουλίου 2025

– Καλό βασιλικό αυτό, μα καλύτερο Παράδεισος!..."


"...Κάποτε έδωσαν στον γέροντα Τύχωνα ένα κλαδί βασιλικό για να μυρίσει. Αφού ανέπνευσε την ευωδία του, έκανε ποικίλους μορφασμούς που έδειχναν την ικανοποίησή του από το άρωμα και αμέσως πρόσθεσε:
– Καλό βασιλικό αυτό, μα καλύτερο Παράδεισος!..."

Πέμπτη 24 Απριλίου 2025

Παπα – Τύχων ο Ρώσσος, ο πνευματικός του Αγίου Παϊσίου!


Οι συμβουλές του ήταν σταλαγματιές βιωμάτων τής καρδιάς του. «Για να βρής καλόν πνευματικό, έλεγε, πρέπει να κάνης τρεις μέρες προσευχή και κατόπιν τι ο Θεός θα φωτίση. Και στο δρόμο που θα πηγαίνης να κάνης προσευχή να τον φωτίση ο Θεός να σου πή λόγους καλούς.
Πάντοτε να κάνης ευχή, πριν αρχίσης κάθε δουλειά. Να λες: Θεέ μου δώσε μου δύναμη και φώτιση» και κατόπιν ν’ αρχίζης τη δουλειά σου και στο τέλος Δόξα τω Θεώ».
Στις 23 Σεπτεμβρίου του 1968 (10-9 με το παλιό ημερολόγιο) έφυγε για την αιώνια πατρίδα ο ρώσος γέροντας του π. Παϊσίου, παπα Τύχων ο πνευματικός. Δίπλα του καθ’ όλες τις τελευταίες μέρες της ζωής του ήταν ο γέροντας Παΐσιος ο οποίος αναφέρει ότι ο ετοιμοθανάτος ερημίτης έβλεπε τον άγιο Σέργιο του Ράντονεζ τον οποίο ευλαβείτο πολύ.
Ο γέροντας Παΐσιος τον είδε επίσης ολοζώντανο τρία χρόνια μετά. Γράφει ο γέροντας: «στις 10 Σεπτεμβρίου 1971, βράδυ, μετά το μεσονύκτιο. Ενώ έλεγα την ευχή, βλέπω ξαφνικά τον Γέροντα να μπαίνη στο κελλί! Πετάχτηκα και του έπιασα τα πόδια και τα φιλούσα με ευλάβεια. Δεν κατάλαβα όμως πώς ξεγαντζώθηκε από τα χέρια μου και, καθώς έφευγε, τον είδα να μπαίνη στο Ναό, και εξαφανίστηκε. Φυσικά, τα χάνει κανείς εκείνη την ώρα, όταν συμβαίνουν τέτοια γεγονότα. Ούτε και μπορεί να τα εξήγηση αυτά με την λογική, γι’ αυτό και λέγονται θαύματα. Άναψα αμέσως το κερί, γιατί μόνο το κανδήλι είχα αναμμένο, όταν συνέβη αυτό, για να σημειώσω στο ημερολόγιο την ήμερα αυτή πού μου είχε παρουσιασθή ό Γέροντας, για να το θυμάμαι.
“Όταν είδα ότι ήταν ή ήμερα πού είχε κοιμηθή ό Γέροντας (10η Σεπτεμβρίου), πολύ λυπήθηκα και ελέγχθηκα, που μου πέρασε τελείως απαρατήρητη εκείνη η ήμερα. Πιστεύω να με συγχώρησε ο καλός πατέρας, γιατί εκείνη την ήμερα, από το φώτισμα το ηλιοβασίλεμα, είχα επισκέπτες στο Καλύβι και είχα κουραστή και ζαλιστή και ξεχάστηκα τελείως. Αλλιώς, κάτι θα έκανα για να βοηθηθώ ο ίδιος και να δώσω λίγη χαρά στον Γέροντα με ολονύκτια προσευχή».

Κυριακή 13 Απριλίου 2025

Ο παπα-Τύχων ο Αγιορείτης και η ΠΑΝΑΓΙΑ του Κρεμλίνου


Στον βίο του Γέροντα Τύχωνος του Αγιορείτη διαβάζουμε ότι σε μια επαρχία είχε ταλαιπωρηθεί πολύ, γιατί οι κάτοικοι εκεί έτρωγαν ψωμί από βρίζα (σίκαλη).

Επειδή δε ο Τιμόθεος (Τύχων) δεν έτρωγε τίποτε άλλο εκτός από ψωμί, και το ψωμί της σίκαλης είχε συνήθως μια άσχημη μυρωδιά και είναι σαν λάσπη, δεν μπορούσε να το φάει. Γι΄ αυτό είχε εξαντληθεί ο νέος.
Πηγαίνει λοιπόν στον φούρναρη, από τον οποίον είχε ζητήσει και άλλη φορά, να τον ξαναπαρακαλέσει για λίγο άσπρο ψωμί, επειδή νόμιζε ότι θα έχει για τον εαυτό του καλό ψωμί.
Εκείνος όμως, μόλις είδε τον Τιμόθεο από μακριά ακόμη, του είπε να φύγει. Λυπημένος και εξαντλημένος όπως ήταν ο νέος, έπιασε μια άκρη και με όλη την παιδική του απλότητα έκανε προσευχή στην Παναγία : «Παναγία μου, θέλω να με βοηθήσεις, γιατί θα πεθάνω στο δρόμο…».
Δεν πρόλαβε να τελειώσει την προσευχή του και ξαφνικά του παρουσιάζεται μια Κόρη με λαμπερό πρόσωπο, του δίνει μια φρατζόλα άσπρο ψωμί, και αμέσως εξαφανίζεται.
ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΟΥ ΚΡΕΜΛΙΝΟΥ

Όταν ένας νεαρός καλόγηρος του έδειχνε ένα βιβλίο που μέσα είχε άγιες εικόνες της Θεοτόκου, που τιμά ο Ρωσικός λαός, ο Γέροντας στάθηκε συγκινημένος στην εικόνα της Παναγίας του Κρεμλίνου. Εζήτησαν εξηγήσεις οι λίγοι μαθηταί του και ο παπά – Τύχων με σπασμένα Ελληνικά τους είπε :

«Εγώ ήμουνα έξω φούρνο και έβλεπα ψωμί άσπρο από βιτρίνα. Εγώ όμως λεπτά δεν είχα αγοράσει ψωμί άσπρο. Έτρωγα μόνο μαύρο. Φτωχό παιδί Τιμόθεος. Τότε βγαίνει εμπρός μου Βασίλισσα Κυρία και δίνει εμέ ψωμί άσπρο. Τα έχασα. Χάνω Κυρία.
Μπαίνω μέσα φούρνο και λέω ψωμά, πού Κυρία Βασίλισσα, που έδωσε εμένα ψωμί άσπρο ; Φύγε, δεν ξέρω εγώ εδώ Κυρία Βασίλισσα μου λέει:
- Να αυτήν εδώ ήταν. Η Παναγία του Κρεμλίνου».


ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΟΥ ΚΡΕΜΛΙΝΟΥ
 Ψάχνοντας λοιπόν να βρώ ποια είναι η εικόνα της Παναγίας του Κρεμλίνου διαπίστωσα ότι η εικόνα της Παναγίας της Οδηγητρίας βρίσκεται στον Καθεδρικό ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Κρεμλίνο-Μόσχα και είναι του 12ου αιώνα.

proskynitis.blogspot 

Πέμπτη 10 Απριλίου 2025

Μια νύχτα πήγε στο Κελλί του Παπα-Τύχωνα ένας κοσμικός να τον ληστέψη


Μια νύχτα πήγε στο Κελλί του Παπα-Τύχωνα ένας κοσμικός να τον ληστέψη. Αφού βασάνισε αρκετά τον Γέροντα – του έσφιγγε τον λαιμό με ένα σχοινί –, είδε ότι δεν έχει χρήματα και ξεκίνησε να φύγη.
Την ώρα που έφευγε, ο Παπα-Τύχων του είπε: «Θεός συγχωρέσοι, παιδί μου».
Ο κακοποιός αυτός πήγε να ληστέψη και άλλον Γέροντα, αλλά εκεί τον έπιασε η αστυνομία και ομολόγησε μόνος του ότι είχε πάει και στον Παπα–Τύχωνα.
Ο αστυνόμος έστειλε χωροφύλακα να πάρη τον Παπα–Τύχωνα για ανάκριση, αλλά ο Γέροντας δεν ήθελε να πάη.
«Εγώ, παιδί μου, έλεγε, συγχώρεσα τον κλέφτη με όλη την καρδιά μου».
Ο χωροφύλακας όμως δεν έδινε καθόλου σημασία στα λόγια του.
«Άντε, γρήγορα, Γέροντα, του έλεγε! Εδώ δεν έχει “συγχώρησον” και “ευλόγησον”».
Τελικά, επειδή ο Γέροντας έκλαιγε σαν μωρό παιδί, τον λυπήθηκε ο διοικητής και τον άφησε να γυρίση στο Κελλί του.
Όταν μετά θυμόταν ο Γέροντας αυτό το περιστατικό, δεν μπορούσε να το χωρέση στο μυαλό του:
«Πά-πά-πά, παιδί μου, έλεγε, αυτοί οι κοσμικοί άλλο τυπικό έχουν• δεν έχουν το “ευλόγησον” και το “Θεός συγχωρέσοι”»!

(Από το βιβλίο "Αγιορείτες πατέρες, γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου)

Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2022

Το Συναξάρι του ερημίτη παπα-Τύχωνα(+10 Σεπτεμβρίου 1968)

Άρθρο του πρωτοπρ. Νικολάου Μανώλη


  Ὁ πα­πα-Τύ­χων κα­τά κό­σμον Τι­μό­θε­ος Γκολεγ­κώφ τοῦ Πα­ύ­λου καί τῆς Ἑ­λέ­νης, γεν­νή­θη­κε τό ἔ­τος 1884 στή Νόβα Μι­χα­λό­σκα τῆς Ρωσί­ας. Ἀ­πό μι­κρός αἰ­σθάν­θη­κε τή μο­να­χι­κή κλή­ση. Μέχρι νά ἐ­νη­λι­κι­ω­θεῖ γύ­ρι­σε ὡς προ­σκυ­νη­τής πολ­λά ρωσ­ι­κά Μο­να­στή­ρια. Κα­τό­πιν πῆ­γε καί προ­σκύ­νη­σε στο­ύς Ἁ­γί­ους Τόπους καί ἐν συ­νε­χε­ί­ᾳ ἦρ­θε στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος ὅ­που ἐ­κά­ρη μο­να­χός στό Κελ­λί Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου Μπου­ρα­ζέ­ρη μέ τό ὄ­νο­μα Τύχων. Με­τά ἀ­πό πέν­τε χρό­νια, ἐ­πε­θύ­μη­σε ἀ­νώ­τε­ρη πνευ­μα­τι­κή ζωή καί πῆ­γε γιά 15 χρό­νια στά Κα­ρο­ύ­λια. Ἔ­με­νε σέ μία σπη­λιά, ἔ­τρω­γε κά­θε τρεῖς μέ­ρες μία φο­ρά καί δα­πα­νοῦ­σε ὅ­λον τόν χρό­νο του στήν προ­σευ­χή, στή με­λέ­τη καί στίς με­τά­νοι­ες. Τόν κα­θοδη­γοῦ­σε ἕ­νας σο­φός καί πρα­κτι­κός Γέροντας. Ὅ­ταν ἀ­σκή­τευ­ε στά Κα­ρού­λια, γνώ­ρι­σε δύ­ο μο­να­χούς πού νή­στευ­αν πο­λύ, ἔ­κα­ναν ἀ­πό χί­λι­ες με­τά­νοι­ες, ἀλλά πέ­θα­ναν νέοι.

  Ὕ­στε­ρα ἦρ­θε καί ἔ­με­ινε σ᾿ ἕ­να Σταυ­ρο­νι­κη­τια­νό Κελ­λί τῆς Κα­ψά­λας καί βρίσκονταν στήν ὑ­πα­κοή Γέροντος, τόν ὁ­ποῖ­ο γη­ρο­κό­μη­σε. Με­τά ἀ­πό πα­ρο­τρύν­σεις, ἔ­γι­νε Ἱε­ρέ­ας καί Πνευ­μα­τι­κός· ἔ­κτι­σε Ἐκ­κλη­σά­κι τό ὁ­ποῖ­ο ἀ­φι­έ­ρω­σε στήν Ὕ­ψω­ση τοῦ Τι­μί­ου Σταυ­ροῦ. 
Κρά­τη­σε κά­πο­τε δύ­ο νέ­ους μο­να­χούς ὡς ὑ­πο­τα­κτι­κούς γιά ἕ­να ὀ­κτά­μη­νο. Προ­σπα­θοῦ­σαν νά τόν ἀ­κο­λου­θοῦν στό τυ­πι­κό του. Τούς τό­νι­ζε ὅ­τι ἐ­δῶ στήν ἔ­ρη­μο πού ἤρ­θα­με, πρέ­πει νά δο­ξο­λο­γοῦ­με τόν Θε­ό καί ὄ­χι νά κοιμόμαστε καί νά τρῶ­με σάν ζῶ­α. Ὅ­λη τήν ἑ­βδο­μά­δα ἔ­τρω­γαν μί­α φο­ρά τήν ἡ­μέ­ρα ἀ­λά­δω­το, ἐ­νῶ τό Σάβ­βα­το καί τήν Κυ­ρια­κή ἔ­βα­ζαν μό­νο τρεῖς κου­τα­λι­ές τῆς σού­πας λά­δι στήν κα­τσα­ρό­λα. Ἔ­παιρ­νε ὁ κα­θέ­νας τό φα­γη­τό καί τό ἔ­τρω­γε στό Κελ­λί του.

  Ἔ­λε­γε: «Ἔ­χει εὐ­λο­γί­α νά πά­ρε­τε καί ἄλ­λο φα­γη­τό». 
Εἶ­χε δι­ά­κρι­ση καί οἰ­κο­νο­μοῦ­σε τά κα­λο­γέ­ρια του. Με­τά τήν ἀ­λά­δω­τη καί ἀ­σκη­τι­κή τρά­πε­ζα ὁ πα­πα-Τύ­χων περ­πα­τοῦ­σε ἤ­ρε­μα γύ­ρω στήν πε­ρι­ο­χή τῆς κα­λύ­βης του καί ἔ­λε­γε ἐκ­φώ­νως τήν εὐ­χή μέ ἀ­νεί­κα­στο πό­θο. Ἔ­βγαι­νε ἀ­πό τά βά­θη τῆς καρ­διᾶς του ρυθ­μι­κά.
 Ὅ­ταν τόν ρω­τοῦ­σαν, «Τί κά­νεις, Γέ­ρον­τα;», ἀ­παν­τοῦ­σε:
 «Ἀρ­χί­ζει ἡ καρ­διά νά ζε­σταί­νε­ται». 
Καί στόν ὕ­πνο του ἀ­κό­μη δέ διακόπτονταν ἡ εὐ­χή. Με­γά­λη κα­τά­στα­ση. 
«Ἐ­γώ κα­θεύ­δω, διά τήν χρεί­αν τῆς φύ­σε­ως, ἡ δέ καρ­δί­α μου ἀ­γρυ­πνεῖ, διά­ τό πλῆ­θος τοῦ ἔ­ρω­τος» (1).

Μι­λοῦ­σαν πο­λύ λί­γο με­τα­ξύ τους. Κά­πο­τε ἔ­κα­ναν 17 ἡ­μέ­ρες νά ἀν­ταλ­λά­ξουν κου­βέν­τα. Μό­νο ὅ­ταν ἔρ­χον­ταν ἐ­πι­σκέ­πτες τούς φώ­να­ζε νά ἀ­κοῦ­νε καί αὐ­τοί τήν πνευ­μα­τι­κή συ­ζή­τη­ση καί νά ὠ­φε­λοῦν­ται. 
Ὅ­ταν πρω­το­πῆ­γε νά τόν ἐ­πι­σκε­φθεῖ ὁ Γέρων-Νε­κτά­ριος ὁ «Κα­ρα­μαν­λῆς», τόν ὑ­πο­δέ­χθη­κε μέ ἀ­γά­πη καί τοῦ πα­ρέ­θε­σε «ἐ­πί­ση­μη τρά­πε­ζα». Πῆ­γε ἐ­κεί­νη τή στιγ­μή καί μά­ζε­ψε μί­α χο­ύ­φτα ἐ­λι­ές ἀ­πό τό δέν­δρο, τοῦ ἔ­φε­ρε χον­τρό ἁ­λά­τι καί σκου­λη­κι­α­σμέ­νο πα­ξι­μά­δι ἀπ᾿τό ὁ­ποῖ­ο ἔ­τρω­γε καί ὁ ἴ­διος.Ὕ­στε­ρα τόν ἄ­φη­σε λέ­γον­τάς του: 
«Ἐγ­κώ τώ­ρα φέ­λει κά­νει προ­σευ­χή», καί μπῆ­κε στό Κελ­λί του. Ὁ ἐ­πι­σκέ­πτης τά ἔ­φα­γε, για­τί ὁ ἀ­κτή­μων ἀ­σκη­τής τά πρό­σφε­ρε μέ ἀ­γά­πη καί ἁ­πλό­τη­τα…


Ὁ Γέροντας τή λέξη «εὐλόγησον» τή χρησιμοποιοῦσε πάντα καί μέ τίς πολλές   καλογερικές ἔ­ννοιες, ὅ­πως τό «εὐλογείτε» ἤτό «εὐλόγησον», ὅ­ταν ζητοῦσε ταπεινά τήν εὐλογία τοῦ ἄ­λλου, καί μετά θά ἔ­δινε καί αὐτός τήν εὐλογία του μέ τήν εὐχή: 
«Ὁ Κύριος νά σέ εὐλογήσει». 

Τρίτη 14 Μαΐου 2019

«Ταπείνωσε την σάρκα, για να ἔχεις γλυκό Παράδεισο»(Συζητώντας με τον γέροντα Τύχωνα τον Ρώσο

Η συνάντηση του ηγουμένου της Δοχειαρίου με τον παπα-Τύχωνα τον Ρώσο

 Ορισμένοι ἄνθρωποι εἶναι μόνον νὰ τοὺς βλέπουμε, ἀλλὰ να μὴν τοὺς ἀκοῦμε. Καὶ ἄλλοι μόνον νὰ τοὺς ἀκοῦμε, ἀλλὰ νὰ μὴν τοὺς βλέπουμε. Σπάνιοι αὐτοὶ ποὺ συνδυάζουν καὶ τὰ δυό: καὶ νὰ τοὺς βλέπουμε καὶ νὰ τοὺς ἀκοῦμε. Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν ὁ μακαριστὸς Γέροντας Τύχων ὁ Ῥῶσος.
 Ἦταν σχετικὰ ὑψίκορμος ἄνδρας, μὲ μακριὰ γενειάδα, ποὺ τὴν εἶχε πάντοτε δεμένη κόμπο, γιὰ νὰ εἶναι πιὸ ἄνετος στὴν διακονία, καὶ δασιὰ φρύδια, ποὺ τοῦ σκέπαζαν τὸ ἥμισυ τῶν μεγάλων του ὀφθαλμῶν.
Στὶς ἀρχὲς Ἰουλίου τοῦ 1967 ἔνας ταπεινὸς λευΐτης μᾶς ὡδήγησε στὴν Καλύβα τοῦ Γέροντος Τύχωνος. Ἦταν τὸ Κελλί του ἀληθινὸ ἀσκητήριο, κρυμμένο μέσα στὰ ἀδιαπέραστα δάση καὶ φυλλώματα τοῦ κατάσκιου Ἁγίου Ὄρους. Προσιτὸ μόνο σ’ αὐτοὺς ποὺ γνώριζαν. Ἤτανε στὴν κυριολεξία Καλύβα ἀπέριττη, ποὺ ἔδειχνε περισσότερο ἐρειπωμένη παρὰ κατοικημένη.

 Κρούσαμε τὴν θύρα βαστάζοντας τὴν ἀναπνοή μας. 
«Τί λογῆς ἀσκητὴς εἶναι αὐτός, ποὺ ἔπρεπε νὰ διανύσουμε τόσο δρόμο, γιὰ νὰ πάρουμε τὴν εὐχή του;» Ἄνοιξε ἡ πόρτα καὶ φάνηκε μία μεγαλοπρεπὴς μορφὴ τῶν παλαιῶν καιρῶν. Μᾶς ὑποδέχθηκε μέσα σὲ χίλια «δόξα τῷ Θεῷ», χωρὶς νὰ φανῆ ἐνοχλημένος, ποὺ τοῦ χαλάσαμε τὴν ἡσυχία ἢ τοῦ διακόψαμε τὴν προσευχή. Μᾶς ὡδήγησε στὴν μικρή του ἐκκλησία ψάλλοντας τὸ«Ἄξιόν Ἐστι». Φόρεσε τὸ τριμμένο του καὶ ὄχι ἰδιαίτερα καθαρὸ πετραχήλι. Ἔκανε δέηση ζητώντας τὰ ὀνόματά μας νὰ τὰ μνημονεύσει. Δεσποτικῆς ὑποδοχῆς ἀξιωθήκαμε! Ἀλλά, ὅλα αὐτὰ ἁπλᾶ καὶ ἀπροσποίητα, ὄπως ὑπαγορεύει ἡ ἀληθινὴ ἁγιότητα. Τέτοια πανέμορφη ὑποδοχὴ μὲ ἀπέραντη ἀγαπητικὴ διάθεση δὲν ξαναγνώρισα στὸ πέρασμα τῆς βιοτῆς μου. Τίποτα δὲν σκέπτεσαι αὐτὴν στιγμή. Μόνον μένεις μὲ ἀνοιχτὸ τὸ στόμα.
 Μετά, μᾶς οδήγησε ἔξω ἀπὸ τὴν κέλλα του, στὸ ὑπαίθριο ἀρχονταρίκι. Ἐκεῖ ὑπῆρχε μικρὴ πέτρινη σκάλα. Καθίσαμε. Πήραμε θέση ἀκροατοῦ καὶ ὁ Γέροντας ὄρθιος ἐφθέγγετο τῶν Πατέρων τοὺς λόγους. Δὲν προτιμοῦσε δικές του διηγήσεις, ἀποκαλύψεις καὶ ὁράματα. Ὁ λόγος του ἤτανε καθαρὰ πατερικός, εὐαγγελικός· θύμιζε παχωμιανὴ διδασκαλία. Προτιμοῦσε τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο, τὸν ὁποῖο διάβαζε καὶ μελετοῦσε στὰ Καρούλια 17 χρόνια, ὅπως ἔλεγε. Μάλιστα ἐλυπεῖτο ποὺ δὲν εἶχε ἀνθρώπους νὰ τοὺς μεταδώσει αὐτὰ ποὺ πραγματικὰ ἐνστερνίσθηκε καὶ ἀφομοίωσε σὰν στερεὰ τροφή. Κάποιος ἀπὸ μᾶς τοῦ ζήτησε διδασκαλία τοῦ Ὁσίου Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου. Ὁ προσγειωμένος στὴν πραγματικότητα Γέροντας ἀπήντησε εὐγενικά:
-Ἐσεῖς στὸν κόσμο τὴν χρυσοστομικὴ διδασκαλία νὰ χρησιμοποιῆτε. Ὁ Ὅσιος Ἐφραὶμ εἶναι γιὰ μᾶς τοὺς μοναχούς.
Ὁ Γέροντας Τύχωνας εἶχε τὴν μεγίστη τῶν ἀρετῶν, τὴν διάκριση. Ἔλεγε:
-Δὲν θὰ βάλω τὸ ἴδιο φορτίο στὸν ἵππο καὶ στὸ γαϊδουράκι· θὰ τὸ ξεκάνω γρήγορα.

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2015

Επίσκεψη του παπα Τρύφωνα στο Κελλί του παπα Τύχωνα του Ρώσου


Ο γέρο-Τρύφων, που έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στο Χιλιανδαρινό Κελλί Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στις Καρυές, γνωστό ως «Πατερίτσα», επισκέφθηκε κάποτε τον παπα-Τύχωνα στο κελλί του στην Καλιάγρα. Ήταν χειμώνας και ήθελε να τον συμβουλευθεί για κάποιο πνευματικό ζήτημα.
Όταν πλησίασε στο Κελλί, βρήκε τον παπα-Τύχωνα έξω πάνω στα χιόνια, ντυμένο πολύ ελαφρά μέσα στο τσουχτερό χειμωνιάτικο κρύο, να κάνει μετάνοιες. Μόλις ο π. Τρύφων τον είδε να ταλαιπωρείται από το πολύ κρύο και να πέφτει μέσα στα χιόνια, τον λυπήθηκε επειδή ήταν ήδη και σε μεγάλη ηλικία και του λέει: «Γέροντα, δεν κρυώνεις;».
Και τότε ο παπα-Τύχων με παιδική απλότητα και δείχνοντάς του το κομποσχοίνι που κρατουσε, του απαντά: «Γκόσποντι, Ιησού Χριστέ, παμίλουι νάς!». Δηλαδή λέγοντας την ευχή δεν αισθανόταν καθόλου κρύο, αλλά αντίθετα ζεσταινόταν καρδιακά και σωματικά. Το περιστατικό αυτό προκάλεσε μεγάλη εντύπωση στον π. Τρύφωνα και το έλεγε με θαυμασμό σε όλη του τη ζώη.
Αφού μπήκαν στο κελλί και μίλησαν, ο παπα-Τύχων είπε στον π. Τρύφωνα ότι όταν φθάσει ενενηντατριών χρονών θα κοιμηθεί. Η πρόρρηση αυτή δεν ικανοποίησε τον π. Τρύφωνα, γιατί δεν πίστευε ότι έτσι θα γινόταν και ότι θα ζούσε τόσα πολλά χρόνια.
Όμως η ρήση του παπα-Τύχωνα τον συνόδευε πάντοτε. Μάλιστα, όταν πέρασε την ηλικία των ενενήντα δύο ετών και είχε μπει στα ενενήντα τρία, ο γέροντας Τρύφων, επειδή φοβόταν μήπως επαληθευτεί η προφητεία, έλεγε πάντα σε όσους τον ρωτούσαν ότι είναι ενενήντα δύο ετών! Αυτό προκαλούσε την απορία του υποτακτικού του, που αστειευόμενος του έλεγε: «Γέροντα, ανέβα λίγο πιο πάνω!». Πραγματικά η προφητεία επαληθεύτηκε το έτος 2002, όταν ο γέρο-Τρύφων εκοιμήθη εν Κυρίω σε ηλικία ενενηντατριών ετών.
(Απόσπασμα από το βιβλίο «Οι αναμνήσεις μου από τον παπα-Τύχωνα», Ιερομονάχου Αγαθαγγέλου (Καλαφάτη).
Έκδοσις Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας, Άγιον Όρος)