Αναρίθμητα πλήθη (πέντε χιλιάδες άνδρες, χωρίς να υπολογισθούν τα γυναικόπαιδα), κουβαλώντας τους ασθενείς τους, αναζήτησαν τον Χριστό στην ερημιά που βρισκόταν. Ο Χριστός, βλέποντάς τους ως «πρόβατα μη έχοντα ποιμένα», τους σπλαχνίστηκε και τους δίδαξε πολλά «περί της βασιλείας του Θεού».
Έφτασε το βράδυ, αλλά κανένας δεν έφευγε. Οι μαθητές εξέφρασαν την αγωνία τους: Απόλυσέ τους, να ψάξουν για τροφή στα πλησιέστερα χωριά. Μα ο Χριστός είπε: «Δώστε τους εσείς να φάνε». Οι μαθητές έπεσαν από τα σύννεφα! «Έχουμε μόνο πέντε ψωμιά και δύο ψάρια». Πώς είναι δυνατόν να φάει τόσος κόσμος; Μπορούμε εμείς να πάμε να αγοράσ ουμε τροφές για τόσο λαό; Ούτε το τεράστιο ποσό των διακοσίων δηναρίων δεν θα έφτανε, όχι για να χορτάσουν, αλλά ούτε για να πάρει ο καθένας ένα κομματάκι (Κυριακή Η΄ Ματθαίου).
Αν και είχαν δει το θαύμα του χορτασμού των πεντακισχιλίων με πέντε μόνο άρτους και δύο ψάρια, όμως και πάλι αναρωτήθηκαν με αμηχανία: Πώς είναι δυνατόν να βρεθούν στην ερημιά τόσα ψωμιά για να χορτάσει τόσος όχλος; Αν και είχαν δει εν τω μεταξύ πολλά άλλα θαύματα, ο σκεπτικισμός και η ολιγοπιστία δεν έλειψαν.
Ο Χριστός χρησιμοποίησε αυστηρή γλώσσα απέναντί τους, επειδή αδυνατούσαν να απαγκιστρωθούν από τον στείρο, στενόμυαλο ορθολογισμό τους. Τους λέει: Τόσα είδατε και ακούσατε και ακόμα δεν καταλαβαίνετε τίποτε; «Ούπω νοείτε ουδέ συνίετε; Έτι πεπωρωμένην έχετε την καρδίαν υμών;» (Μαρκ. 8, 17). Δεν υπάρχει μόνο η λογική στον κόσμο.

