Σήμερα, από το πρωί, έχω διαβάσει τρεις ευχές βασκανίας. Μήπως λόγω Τρίτης και 13; Ίσως.. Σοβαρά όμως τώρα, δεν είναι υπερβολή να πω ότι σχεδόν καθημερινά με πλησιάζει κόσμος ανήσυχος, προβληματισμένος, με φόβο, ναι με φόβο, ζωγραφισμένο στα μάτια του. «Πάτερ, μας μάτιασαν», «κάτι δεν πάει καλά στο σπίτι», «όλο αναποδιές», «μήπως είναι κακό μάτι;».
Και κάθε φορά συνειδητοποιώ πόσο εύκολα ο φόβος βρίσκει χώρο μέσα μας, όταν η πίστη μπερδεύεται με τη δεισιδαιμονία και όταν η Εκκλησία αντιμετωπίζεται ασυναίσθητα σαν καταφύγιο «ξεματιάσματος» αντί ως χώρος θεραπείας και σωτηρίας.
Αρχικά να πούμε πως η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν κοροϊδεύει τον ανθρώπινο πόνο ούτε γελοιοποιεί την αγωνία. Δεν λέει ότι αυτά είναι στη φαντασία του κόσμου. Οι Πατέρες αναφέρονται στη βασκανία, το κάνουν όμως με ακρίβεια και κυρίως με διάκριση. Δεν τη βλέπουν ως μια μαγική δύναμη που έχει ο άνθρωπος στα μάτια του. Δεν υπάρχει βλέμμα που να ενεργεί αυτοτελώς και ανεξάρτητα από την πνευματική κατάσταση του ανθρώπου. Αυτό που υπάρχει είναι ο φθόνος, η ζήλια, το πάθος της ψυχής και η αλήθεια είναι πως όταν αυτά συναντούν απέναντί τους ένα έδαφος πνευματικής αμέλειας και αστάθειας, τότε βρίσκει χώρο το κακό. Η βασκανία δεν είναι «λαογραφία», είναι ένα πνευματικό γεγονός που σχετίζεται με την ενέργεια του διαβόλου στη ζωή του ανθρώπου και ο δρόμος της θεραπείας δεν είναι μαγικός, είναι αμιγώς εκκλησιαστικός.
Με λίγα λόγια, δεν φοβόμαστε τον άνθρωπο. Φοβόμαστε την απομάκρυνσή μας από Τον Θεό. Εκεί βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος, όπως επιμένουν οι Πατέρες, όταν για όλα εκείνα που αφορούν τον άνθρωπο, μιλούν για την αιτία κι όχι μόνο για το σύμπτωμα. Αν και ο φθόνος, όπως λέει ο Χρυσόστομος, κατατρώγει πρώτα εκείνον που τον κουβαλά, πριν ακόμη πάει να πληγώσει τον άλλον. Και τελικά, το πιο τραγικό στη βασκανία, είναι ότι γεννιέται από μια καρδιά που δεν αναπαύεται, που δεν χαίρεται με το καλό του άλλου, που δεν έχει ειρήνη μέσα της.
Αυτό που λέω πάντοτε στους ενορίτες μας, είναι πως όποιος είναι βαπτισμένος Ορθόδοξος Χριστιανός, όποιος ζει μέσα στην Εκκλησία, εξομολογείται, κοινωνεί, φοράει πάνω του τον Σταυρό του, ο οποίος είναι «όπλον ειρήνης, αήτηττον τρόπαιον», δεν έχει λόγο να φοβάται τη βασκανία, το μάτι ή τις κακές επιρροές. Κι αυτό δεν το λέω εγώ. Το λέει η Θεολογία της Εκκλησίας, που γνωρίζει καλά ότι όπου κατοικεί η Χάρις Του Θεού, δεν κυριαρχεί ο φόβος. Αν ο Χριστός κατοικεί μέσα μας, όχι ως ιδέα αλλά ως ζώσα παρουσία, τι ακριβώς θα μας πειράξει; Ποια ζήλια; Ποιο βλέμμα; Ποια δύναμη μπορεί να σταθεί απέναντι στη Χάρη Του; Η ασφάλεια του πιστού δεν είναι «ψυχολογική αυτοπεποίθηση», είναι εμπιστοσύνη στην πρόνοια Του Θεού, είναι ζωή μέσα στα Μυστήρια, είναι μετάνοια, είναι το να μην αφήνουμε την καρδιά μας ακάλυπτη.