Άλλες διαφημίσεις είναι κάπως γκροτέσκο, με τον ευτυχή που κέρδισε τα εκατομμύρια, που αγόρασε ό, τι πιο πολυτελές, ακόμα και σπίτι στη φιλόζωη γειτόνισσα και στον ξάδερφο με το "παπάκι που πάει στην ποταμιά".
Η πιο όμως έντονη αλλά και θλιβερή διαφήμιση είναι κατά τη γνώμη μου εκείνη, που ένας νεαρός με robe de chambre προσκαλεί έναν άλλο "έλα όπως είσαι" για να παίξει τυχερά παιχνίδια. Και ξαφνικά κάθε μπαλκόνι της πρόσοψης μιας πολυκατοικίας γεμίζει από παρέες νέων με ενδυμασίες που σηματοδοτούν διαφορετικά επαγγέλματα, οι οποίοι τραγουδούν και χορεύουν σε διονυσιακή , θα έλεγα, έξαρση, γιορτάζοντας τη συμμετοχή τους σε τυχερά παιχνίδια ! Τι σημασία έχει μπροστά στη χαρά του κέρδους που εξασφαλίζει την ευπορία στη ζωή, η γραμμή που περνά κάτω κάτω, υπενθυμίζοντας τον κίνδυνο απώλειας περιουσίας...
Έτσι και το τραγούδι που θα πάει εφέτος στη eurovision, με την αενάως επαναλαμβανόμενη λέξη :"Φέρτο".
Χωρίς να έχει στίχους ή μουσική αξιόλογη, όμως εκφράζει την ίδια λαχτάρα της νεολαίας μας. Αλλά και του ίδιου τού Ακύλα, που στη ζωή του πέρασε δυσκολίες, ταλαιπωρίες και απογοητεύσεις.
"Πρέπει να παίξω, δεν θα πάω πάσο...
Θέλω δόξα, αιωνιότητα και λεφτά
Ρούχα επιλεγµένα που ‘ναι τόσο ακριβά
Να φωνάζουν το όνοµά µου τόσο δυνατά
Να λένε «φέρτο μας, Ακύλα, φέρτο»
Κοίτα, µαµά
Όσα στερηθήκαµε παλιά
Νιώθω πως θα καταφέρω να προσφέρω
Μη µας λείψει κάτι ξανά
Δες µε, µαµά
Αγοράζω να κλείσω κενά
Θα σου πάρω και σένα πολλά
Σπίτια, αµάξια και εξοχικά
Βέβαια, αν κερδίσω
Whatever, κατάλαβες, οπότε..."
Μου θύμισε τη λέξη που έλεγε ο Βουτσάς στην ταινία "Ο δασκαλάκος ήταν λεβεντιά", όταν, χάρη στις γνώσεις του, κέρδιζε χρήματα για να χτίσει το σχολείο στο χωριό του, απαντώντας στις ερωτήσεις ενός πλούσιου Αμερικάνου. Που του έδινε τα χρήματα σε κάθε σωστή απάντηση: "Parta! " -"ferta! Ήταν κι εκεί ένα είδος "τζόγου" ! Αλλά τόσο διαφορετικού...
"Πρέπει να παίξω, δεν θα πάω πάσο...
Θέλω δόξα, αιωνιότητα και λεφτά
Ρούχα επιλεγµένα που ‘ναι τόσο ακριβά
Να φωνάζουν το όνοµά µου τόσο δυνατά
Να λένε «φέρτο μας, Ακύλα, φέρτο»
Κοίτα, µαµά
Όσα στερηθήκαµε παλιά
Νιώθω πως θα καταφέρω να προσφέρω
Μη µας λείψει κάτι ξανά
Δες µε, µαµά
Αγοράζω να κλείσω κενά
Θα σου πάρω και σένα πολλά
Σπίτια, αµάξια και εξοχικά
Βέβαια, αν κερδίσω
Whatever, κατάλαβες, οπότε..."
Μου θύμισε τη λέξη που έλεγε ο Βουτσάς στην ταινία "Ο δασκαλάκος ήταν λεβεντιά", όταν, χάρη στις γνώσεις του, κέρδιζε χρήματα για να χτίσει το σχολείο στο χωριό του, απαντώντας στις ερωτήσεις ενός πλούσιου Αμερικάνου. Που του έδινε τα χρήματα σε κάθε σωστή απάντηση: "Parta! " -"ferta! Ήταν κι εκεί ένα είδος "τζόγου" ! Αλλά τόσο διαφορετικού...
Και η γιουροβίζιον εάλω.
Με ένα μοιρολόι.
Από ένα κορίτσι που ήταν ντυμένο και όχι ημίγυμνο.
Από ένα σκηνικό που θύμιζε αρχαιοελληνικό έπος και όχι τσίρκο.
Από στίχους που μάτωσαν καρδιές και όχι αυτιά.
Από μια φωνή που έψαλε με σεβασμό και δύναμη και όχι με έπαρση.
Από μια ιστορία που δυστυχώς ήταν μαύρη και αληθινή και όχι φανταχτερή και κάλπικη.
Από μια Ελλάδα που εκπροσωπήθηκε σαν Ελλάδα.
Η Αστερομάτα θα μνημονεύεται ως το ύστατο οχυρό της παράδοσης απέναντι στην χυδαιότητα και τον ευτελισμό.
Είναι το μοιρολόι που νίκησε ασχέτως της όποιας πλασματικής θέσης.
Περισυ ναι, άξιζε η συμμετοχή.
Γιατί έδωσε χαστούκι και κλόνισε συνειδήσεις.
Η γιουροβίζιον εάλω.
Φέτος επανήλθαμε στις woke εργοστασιακές ρυθμίσεις.
Γιατί η ξεφτίλα είναι το απόλυτο must αν θέλεις να λέγεσαι πειθήνιο πιόνι μια άμορφης μάζας αηδίας.
— Παιδί μου, τι σημαίνει «φέρτο»;
Ο Akylas δεν ξαφνιάζεται από την ερώτηση, αλλά από τη βαρύτητα της φωνής.
— Να το πάρεις. Να το διεκδικήσεις. Να μη φοβηθείς να το ζητήσεις.
— Και τι είναι αυτό το «το»;
— Ό,τι σου έλειψε. Ό,τι δεν είχες. Ό,τι κοίταζες από μακριά.
Ο Χατζιδάκις κάθεται απέναντί του. Σκύβει ελαφρά μπροστά.
— Δηλαδή τη ζωή;
— Ναι… και τα πράγματα της.
Μια μικρή σιωπή. Όχι δύσκολη. Εξεταστική.
— Ξέρεις, κι εμείς ζητούσαμε κάποτε. Αλλά δεν το λέγαμε έτσι. Δεν λέγαμε «φέρ’ το». Περιμέναμε να έρθει. Να μας διαλέξει.
— Τώρα δεν περιμένει κανείς, κύριε Μάνο. Τώρα αν δεν φωνάξεις, δεν υπάρχεις.
Ο Χατζιδάκις τον κοιτάζει με προσοχή.
— Και νομίζεις πως η φωνή είναι το ίδιο με την ύπαρξη;
— Όχι. Αλλά είναι το εισιτήριο.
— Εισιτήριο για πού;
— Για να σε δουν. Για να σε ακούσουν. Για να σε θυμούνται.
Ο Χατζιδάκις χαμογελάει σχεδόν ανεπαίσθητα.
— Κι αν σε δουν χωρίς να σε ακούσουν;
Ο Akylas διστάζει.
— Αυτό γίνεται συνέχεια.
— Κι αν σε ακούσουν χωρίς να σε καταλάβουν;
— Αυτό γίνεται ακόμη πιο συχνά.
— Τότε, παιδί μου, σε τι ακριβώς πιστεύεις;
Η ερώτηση αιωρείται. Δεν είναι επίθεση. Είναι δοκιμασία.
— Πιστεύω ότι κάποιος, κάπου, θα καταλάβει. Έστω ένας.
— Αυτό είναι ήδη μουσική, ξέρεις.
Σιωπή.
— Δούλεψες σε κουζίνες;
— Ναι.
— Τραγούδησες σε καράβια;
— Ναι.
— Εκεί έμαθες τον ρυθμό. Όχι της μουσικής. Της ανάγκης.
Ο Akylas χαμηλώνει λίγο το βλέμμα.
— Εκεί έμαθα να αντέχω.
— Όχι. Εκεί έμαθες να ζητάς.
— Είναι κακό;
— Όχι. Είναι επικίνδυνο.
— Γιατί;
— Γιατί αν μάθεις να ζητάς συνέχεια, ξεχνάς πώς είναι να περιμένεις.
Ο Akylas σκέφτεται.
— Εσείς περιμένατε;
— Περιμέναμε. Και φοβόμασταν ότι δεν θα έρθει ποτέ.
— Και ήρθε;
— Μερικές φορές. Κι άλλες φορές το φτιάξαμε μόνοι μας.
— Δηλαδή;
— Δηλαδή κάναμε τραγούδια για πράγματα που δεν υπήρχαν ακόμη.
— Εγώ κάνω τραγούδια για πράγματα που θέλω να υπάρξουν.
Ο Χατζιδάκις τον κοιτάζει τώρα πιο έντονα.
— Αυτό είναι ήδη μια διαφορά εποχής.
— Κακή διαφορά;
— Όχι. Αλλά βαθιά.
Σκύβει λίγο προς το μέρος του.
— Το τραγούδι σου, λένε, μιλά για την απληστία.
— Μιλά για το να θέλεις.
— Όχι, παιδί μου. Μιλά για το κενό.
Ο Akylas σηκώνει το κεφάλι.
— Όταν λες «φέρ’ το», δεν ζητάς τα πράγματα. Ζητάς να μην ξαναγυρίσεις ποτέ σε εκείνη τη στιγμή που δεν είχες τίποτα.
Ο Akylas δεν απαντά.
— Το παιδί μέσα σου τραγουδάει. Όχι ο άντρας.
— Και είναι κακό αυτό;
— Όχι. Είναι το μόνο που αξίζει.
Σιωπή ξανά. Πιο βαθιά τώρα.
— Εγώ νόμιζα ότι τραγουδάω για να κερδίσω.
— Όχι. Κερδίζεις επειδή τραγουδάς. Είναι τελείως διαφορετικό.
— Δεν το καταλαβαίνω πλήρως.
— Αν μια μέρα δεν σε χειροκροτήσει κανείς και συνεχίσεις, τότε θα έχεις γίνει τραγουδιστής.
Ο Akylas ανασαίνει βαριά.
— Και αν μια μέρα σταματήσουν να με θέλουν;
— Τότε θα αρχίσεις να θέλεις εσύ. Για πρώτη φορά.
— Δηλαδή;
— Θα ψάχνεις πάλι τη φωνή σου. Όχι το κοινό.
— Εσείς δεν φοβηθήκατε ποτέ ότι θα σας ξεχάσουν;
Ο Χατζιδάκις μένει σιωπηλός για λίγα δευτερόλεπτα.
— Όχι. Φοβήθηκα κάτι χειρότερο.
— Τι;
— Ότι θα με θυμούνται για τους λάθος λόγους.
Ο Akylas χαμογελά αμήχανα.
— Σήμερα όλα γίνονται γρήγορα. Πολύ γρήγορα.
— Ναι. Και γι’ αυτό χάνονται γρήγορα.
— Εσείς θα γράφατε τραγούδι σήμερα;
— Θα προσπαθούσα να γράψω σιωπή.
— Σιωπή;
— Είναι το πιο σπάνιο πράγμα της εποχής σου.
— Δεν αντέχεται η σιωπή.
— Ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται.
Μια υπόγεια ένταση διασχίζει τον χώρο. Δεν είναι σύγκρουση. Είναι δύο κόσμοι που κοιτάζονται.
— Το «φέρ’ το» είναι η κραυγή της γενιάς μου.
— Το ξέρω.
— Και δεν θέλω να το προδώσω.
— Μην το προδώσεις. Αλλά μάθε κάποτε να λες και «άστο».
— «Άστο»;
— Ναι.
— Γιατί;
— Γιατί ό,τι αξίζει πραγματικά… δεν φέρνεται.
Ο Akylas τον κοιτάζει.
— Τότε πώς έρχεται;
— Μόνο του. Και πάντα αργά.
Σηκώνεται ο Χατζιδάκις.
— Και ξέρεις κάτι τελευταίο;
— Τι;
— Μην πιστέψεις ποτέ ότι τραγουδάς για να σε αγαπήσουν.
— Και τότε γιατί τραγουδάμε;
Ο Χατζιδάκις στέκεται για μια στιγμή, σαν να διαλέγει λέξη από πολύ μακριά.
— Για να μην χαθούμε παιδί μου.
****************************
Η ντροπή που ένιωσα δεν αφορά την εμφάνιση, στην κορύφωση του καρναβαλιού είναι η πλέον κατάλληλη. Αυτό που με σόκαρε ήταν οι στίχοι που βέβαια τους διάβασα γιατί αλλιώς χρειάζεσαι υπότιτλους!
Κυνηγάω τα πάντα µέχρι να τα φτάσω
Θέλω ένα στέµµα κι έναν θρόνο να κάτσω
Ένα µπλοκ επιταγών και check σε όλους να γράψω
Χρυσό ρολόι, γυαλί designer, Leather παλτό, και escargot,
Rally cars, yacht µε stars, σου είπα φέρτο
Ακόµη κι όλα δεν είναι αρκετά
Θέλω τόσα πολλά που δεν είναι απτά
Θέλω δόξα, αιωνιότητα και λεφτά
Ρούχα επιλεγµένα που ‘ναι τόσο ακριβά
Να φωνάζουν το όνοµά µου τόσο δυνατά
Να λένε «φέρτο μας, Ακύλα, φέρτο»
Κοίτα, µαµά, Όσα στερηθήκαµε παλιά
Νιώθω πως θα καταφέρω να προσφέρω
Μη µας λείψει κάτι ξανά
Δες µε, µαµά
Αγοράζω να κλείσω κενά
Θα σου πάρω και σένα πολλά
Σπίτια, αµάξια και εξοχικά !!!!!!!!
Το σοκαριστικό είναι ότι "με την νίκη του επιβραβεύτηκε το κοινωνικό μήνυμα που κουβαλά το τραγούδι και η προσωπική του ιστορία. Οτι με πατέρα ανάπηρο που δυσκολευόταν να στηρίξει την οικογένεια οικονομικά στοχεύει να εκφράσει μια ολόκληρη γενιά που μεγάλωσε με στερήσεις, αλλά δεν έπαψε ποτέ να ονειρεύεται".
Και τα όνειρα του δεν είναι η κοινωνική προσφορά, η επιστήμη ο αθλητισμός, αλλά αυτά που περιγράφονται! ( εδώ κολλάει η Ferrari του ΟΠΕΚΕΠΕ)
Θυμάμαι το πρώτο μου ιδιωτικό ραντεβού με ασθενή είχα αλλάξει 100 χρώματα από την αμηχανία την στιγμή της πληρωμής, θεωρώντας το λειτούργημα, όσα περιγράφουν οι στίχοι είναι άγνωστες λέξεις όχι τα όνειρα μου
Με την ιδια προσωπική ιστορία υπάρχουν παιδιά που ξημεροβραδιάζονται σε ένα εργαστήριο για να μας δώσουν την θεραπεία για τον καρκίνο ή την άνοια και λαμβάνουν 3 και 60.
Εσείς που με διαβάζεται και μεγαλώνετε με θυσίες επιστήμονες με καταλαβαίνετε..
Ο συγγραφέας Πέτρος Τατσόπουλος είχε γράψει το 2023 στα ΝΕΑ ένα άρθρο:
Διατηρώ μια ζωηρή ανάμνηση από τα παιδικά μου χρόνια. Είμαι 10 ή 11 χρόνων, έχουμε δικτατορία και παρακολουθώ μια μαυρόασπρη τηλεοπτική του συνέντευξη.
Είναι η εποχή όπου τραγουδιστές και ποδοσφαιριστές βγάζουν «τρελά λεφτά», ως ετεροχρονισμένη δικαίωση για αναρίθμητους συναδέλφους τους που δούλεψαν σκληρά επί δεκαετίες μεροδούλι-μεροφάι και ως εναλλακτική διέξοδο για όποιον δεν ήθελε να λιώσει τα βρακιά του στο διάβασμα.
Η απάντηση λοιπόν του Βοσκόπουλου (ένα από τα πρώτα αστέρια της «νύχτας» εκείνον τον καιρό) ήταν αναμενόμενη : ναι, βγάζει πολλά λεφτά, πάρα πολλά λεφτά…
Το μόνο που δεν ήταν αναμενόμενο ήταν το βλέμμα του. Ενα ανεπιτήδευτα χαμηλωμένο, συνεσταλμένο βλέμμα, τόσο αναπάντεχο ώστε να στοιχειώνει τη μνήμη μου ακόμη και μισόν αιώνα αργότερα.
Το βλέμμα κάποιου που ΝΤΡΕΠΕΤΑΙ για το «επίτευγμά» του: σαν να μην κερδίζει δίκαια αυτά τα «εύκολα λεφτά», σαν να τα υπεξαιρεί από όσους μοχθούν και τα δικαιούνται…
Οσο και να ψάξουμε, δεν πρόκειται πια να εντοπίσουμε πουθενά τη συστολή στο βλέμμα του Βοσκόπουλου, τουναντίον, σε κάθε μας βήμα θα σκοντάψουμε πάνω στη λοιδορία εκείνου που βγάζει «εύκολα λεφτά» απέναντι σ’ εκείνους που δεν βγάζουν, απέναντι στα «κορόιδα».
Συχνά δηλώνουμε υπερήφανοι για την «άλλη Ελλάδα», την Ελλάδα που αθόρυβα και κοπιαστικά διαπρέπει… εκτός Ελλάδας, αλλά πείτε μου, με το χέρι στην καρδιά, πόσοι από εμάς κατά βάθος θα ήθελαν ν’ ακολουθήσουν το δικό της δύσβατο μονοπάτι;
Πώς να σε δελεάσει η στέρηση και η προσπάθεια σε μια χώρα όπου καθημερινά ανεβαίνει στο βάθρο η ευκολία και η σαχλαμάρα;
Οσον καιρό η ντροπή συνοδεύει την αποβλάκωση ως σιωπηρή επίπληξη, η συστολή στο βλέμμα χάθηκε για πάντα.
Λάθος, σε πολλούς ακόμα υπάρχει συστολή, απλά δεν τερματίζει πρώτη!
Σημ 1. Η νέα γενιά που αγαπάμε, ο 23χρονος Μάνος Γιαλιαδάκης δουλεύοντας τα καλοκαίρια ταξί αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή Αθηνών με τον ιστορικό εντυπωσιακό βαθμό 9,8 (35 δεκάρια και 7 εννιάρια)
Σημ 2. αυτή είναι η επίσημη πολιτιστική μας πρόταση, ανακηρύξαμε τα ετη 2025-2026 αφιερωμένα στους Μάνο και Μίκη για να βγάλουμε την υποχρέωση, για ξεκάρφωμα.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου