ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΔΕΞΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΜΑΣ!

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

Και το πιο τρομακτικό ή το πιο αληθινό, είναι ότι κανείς δεν ήξερε(Κυριακή Απόκρεω)


Αύριο, η Εκκλησία θα σταθεί μπροστά σε ένα από τα πιο επικίνδυνα κείμενα του Ευαγγελίου. Όχι γιατί μιλά για το τέλος, αλλά γιατί μιλά για το παρόν με τρόπο που δεν μας αφήνει να κρυφτούμε. 
Η ευαγγελική περικοπή της Μελλούσης Κρίσεως δεν είναι μια αφήγηση που τοποθετείται σε έναν μακρινό χρόνο, σε ένα απώτερο «τότε». Είναι ένα ρήγμα που ανοίγει μέσα στο τώρα, μέσα στη ζωή όπως τη ζούμε, μέσα στις πιο μικρές, σχεδόν ασήμαντες κινήσεις της καθημερινότητας. Και κάθε φορά που διαβάζεται λειτουργικά, δεν περιγράφει απλώς κάτι που θα συμβεί.Αποκαλύπτει κάτι που ήδη συμβαίνει.

Δεν αρχίζει με τρόμο αυτή η περικοπή. Αρχίζει με μια αργή μετατόπιση του φωτός. Σαν να αλλάζει η πυκνότητα του κόσμου. Σαν να αποσύρεται ξαφνικά κάθε άλλο νόημα και να μένει μόνο ένα ερώτημα που δεν ακούστηκε ποτέ καθαρά όσο ζούσαμε: πού ακριβώς στεκόταν ο Θεός μέσα στην καθημερινότητα;

«Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ…»
Η φράση αυτή δεν ανοίγει μια σκηνή θεάματος. Δεν στήνει μια αποκαλυπτική εικόνα με κεραυνούς και μεγαλείο. Είναι πιο σιωπηλή από αυτό. Σαν να φωτίζεται ξαφνικά το ίδιο το ύφασμα της ζωής και να φαίνεται, χωρίς καμία δραματουργία, τι υπήρχε πάντα εκεί και δεν το είδαμε.
Η δόξα δεν έρχεται να προσθέσει κάτι. Έρχεται να αποκαλύψει.
Και τότε αρχίζει η διάκριση. Όχι σαν καταδίκη, αλλά σαν διαύγαση. Πρόβατα και ερίφια. Όχι καλοί και κακοί. Όχι δίκαιοι και άδικοι με την ηθική έννοια. Αλλά δύο τρόποι υπάρξεως.
Ο ένας τρόπος είναι να μπορείς να διαβάζεις το σώμα του άλλου ως αίτημα.
Ο άλλος τρόπος είναι να περνάς δίπλα του χωρίς να συμβαίνει τίποτα μέσα σου.
Και το πιο τρομακτικό ή το πιο αληθινό, είναι ότι κανείς δεν ήξερε.


Οι δίκαιοι δεν λένε: «ναι, το κάναμε γιατί ξέραμε». 
Ρωτούν: «πότε;». 
Δεν έχουν συνείδηση της αρετής τους. Δεν έχουν κρατήσει λογαριασμό. Δεν έχουν ζήσει με την αγωνία της ανταμοιβής. Έζησαν μέσα σε έναν τρόπο υπάρξεως όπου η ανταπόκριση στην ανάγκη ήταν σχεδόν αυτονόητη, σχεδόν σωματική, σχεδόν ακούσια.
Και οι άλλοι; Ρωτούν ακριβώς το ίδιο. «Πότε σε είδαμε;».
 Δεν θυμούνται κάποια συνειδητή άρνηση. Δεν θυμούνται να έκλεισαν την πόρτα στον Θεό. Απλώς δεν Τον είδαν ποτέ.

Αυτό είναι το πιο βίαιο σημείο της περικοπής: ότι η απώλεια δεν γεννιέται από την επιθετικότητα, αλλά από την αδυναμία να δεις. Από μια ζωή που δεν έμαθε να προσέχει το σώμα που υποφέρει. Από μια ύπαρξη που έμεινε κλειστή μέσα στον εαυτό της, χωρίς να το καταλάβει.
Και τότε ακούγεται εκείνη η φράση που σχεδόν διαλύει όλη τη θεολογία, αν την πάρει κανείς στα σοβαρά:

«Ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων… ἐμοὶ ἐποιήσατε.»
Δεν υπάρχει εδώ μεταφορά. Δεν λέει: ήταν σαν να το κάνατε σε μένα. Λέει: το κάνατε σε μένα. Δηλαδή ο Θεός κατοικεί μέσα στην πιο ταπεινή μορφή ανθρώπινης ανάγκης. Δεν βρίσκεται αλλού. Δεν κρύβεται πίσω από το ιερό. Κυκλοφορεί ως πείνα. Ως δίψα. Ως μοναξιά. Ως εγκατάλειψη.

Το σκηνικό διαλύεται. Η θρησκεία, όπως την έχουμε τακτοποιήσει στο μυαλό μας, παύει να είναι ασφαλής.
Γιατί το κέντρο της περικοπής δεν είναι ο θρόνος. Είναι το σώμα που ζητά.
«Ἐπείνασα.»
Όχι: «με αρνηθήκατε».
Όχι: «δεν πιστέψατε».
Αλλά: «ἐπείνασα».

Εδώ ο Θεός εμφανίζεται ως ανάγκη. Αυτό είναι ίσως το πιο σκανδαλώδες σημείο του Ευαγγελίου. Ο Θεός δεν εμφανίζεται ως παντοδύναμος, αλλά ως εκτεθειμένος. Ως κάποιος που περιμένει. Ως κάποιος που ζητάει κάτι τόσο στοιχειώδες που γίνεται σχεδόν αόρατο: ένα κομμάτι ψωμί, ένα ποτήρι νερό, μια επίσκεψη.
Και η κρίση ξεκινά από κάτι που δεν φαίνεται καν σαν κρίση. Μια διάκριση. Μια αργή, ποιμαντική χειρονομία. Πρόβατα και ερίφια. Όχι καλοί και κακοί. Όχι δίκαιοι και άδικοι με την ηθική έννοια. Αλλά δύο τρόποι υπάρξεως.

Ο ένας τρόπος είναι να μπορείς να διαβάζεις το σώμα του άλλου ως αίτημα.
Ο άλλος τρόπος είναι να περνάς δίπλα του χωρίς να συμβαίνει τίποτα μέσα σου.
Και τελικά αυτό είναι η Κρίση: η στιγμή που ο άνθρωπος μαθαίνει πού ακριβώς περνούσε ο Θεός δίπλα του, και πόσες φορές δεν Τον αναγνώρισε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: