ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΔΕΞΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΜΑΣ!

Παρασκευή, 19 Απριλίου 2019

''Η Μπάντα'' -Βασισμένο στην ιστορία του μοναδικού επιζήσαντα από τη φιλαρμονική ορχήστρα Κερασούντας


  Με αφορμή τα 100 χρόνια από την Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, ο δημοσιογράφος Νίκος Ασλανίδης ετοίμασε ένα ντοκιμαντέρ που θα προβληθεί στο 21ο διεθνές φεστιβάλ ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, καθώς και σε άλλα φεστιβάλ του εξωτερικού. 

 Τίτλος του ντοκιμαντέρ είναι «Η μπάντα...» και έχει ως θέμα τη φιλαρμονική ορχήστρα της Κερασούντας. Όπως είναι γνωστό η ορχήστρα αυτή αποτελείτο από 13 Έλληνες και τρεις Τούρκους. Όλοι «επιστρατεύτηκαν" με βία από τον σφαγέα των Ελλήνων Τοπάλ Οσμάν. Τους υποχρέωνε να παίζουν τουρκικά εμβατήρια των ώρα που οι Τσέτες βίαζαν, λήστευαν και δολοφονούσαν Έλληνες...
Ο Νίκος Ασλανίδης, στη κινηματογράφηση στιγμιότυπου του ντοκιμαντέρ Επειδή τα μέλη της ορχήστρας ήταν αυτόπτες μάρτυρες της Γενοκτονίας στο τέλος τους δολοφόνησε για να μην μαρτυρήσουν τα εγκλήματα του. Ως εκ θαύματος γλίτωσε μόνον ένας, ο οποίος και έγραψε ένα σχετικό βιβλίο. Με βάση αυτό το βιβλίο έχουν γίνει γυρίσματα, τα τελευταία δυο χρόνια σε Ελλάδα και Τουρκία. Στις 15 Σεπτεμβρίου 2018 γυρίστηκαν και οι δραματοποιημένες σκηνές, σε ένα εγκαταλειμμένο χωριό, κοντά στα Γιαννιτσά. Στα γυρίσματα αυτά πήραν μέρος επαγγελματίες και ερασιτέχνες ηθοποιοί από ποντιακές θεατρικές ομάδες από τους νομούς Πέλλας, Κοζάνης και Θεσσαλονίκης. Τον πρωταγωνιστικό ρόλο είχε ο γνωστός Πόντιος Τραγουδιστής Αλέξης Παρχαρίδης.
Ένοπλοι Τσέτες σκορπίζουν τον τρόμο
Το ιστορικό
Όπως είναι γνωστό ο Τοπάλ Οσμάν ήταν ο σφαγέας των Ελλήνων του Πόντου. Σύμφωνα με ιστορικές έρευνες οι Τσέτες, οι οποίοι τελούσαν υπό τις διαταγές του, έσφαξαν περισσότερους από 60.000 Έλληνες στον Πόντο. Όλα αυτά τα εγκλήματα έγιναν υπό τους ήχους της δημοτικής φιλαρμονικής ορχήστρας της Κερασούντας την οποία «επιστράτευσαι» με βία. Έπαιζαν εμβατήρια και τούρκικα τραγούδια την ώρα που οι Τσέτες λήστευαν, βίαζαν και δολοφόνησαν γυναικόπαιδα...
Ο δημοσιογράφος Νίκος Ασλανίδης, δημιουργός της εκπομπής "Αληθινά Σενάρια" 

Ο Νίκος Ασλανίδης είπε στον ΕύΞΕΙΝΟ ΠΟΝΤΟ, γι’ αυτή την τραγική ιστορία:  «Στο τέλος ο Τοπάλ Οσμάν δολοφόνησε και τα μέλη της μπάντας για να μην μαρτυρήσουν τα εγκλήματα του. Μόνον ένας γλύτωσε. Ο Γιάννης Παπαδόπουλος, ο οποίος μάλιστα έγραψε και ένα σχετικό βιβλίο. Τρία χρόνια έψαχνα να βρω αυτό το βιβλίο. Ήθελα να κάνω ένα ντοκιμαντέρ με τίτλο και θα με βοηθούσε στην έρευνα. 
Δυστυχώς όμως επειδή κυκλοφόρησε σε πολύ λίγα αντίτυπα το 1965 δεν ήταν εύκολο να το βρω.
  Μια μέρα που συζητούσα με τον καθηγητή Κώστα Φωτιάδη μου είπε ότι το έχει, αλλά βρίσκεται κάπου στη Βέροια όπου είχε το αρχείο του. Τον παρακάλεσα να το ψάξει και πράγματι σε μερικές βδομάδες μου τηλεφώνησε και μου είπε ότι το βρήκε. Η χαρά μου ήταν απερίγραπτη γιατί είχα απογοητευτεί. Το πήρα και το διάβασα την ίδια μέρα. Ήταν συγκλονιστικό. Τα εγκλήματα της Γενοκτονίας από έναν αυτόπτη μάρτυρα.


Καβαλάρηδες σκοτώνουν άοπλους Έλληνες

 Άρχισα να ψάχνω συγγενείς του Γιάννη Παπαδόπουλου και βρήκα τα παιδιά του και τα εγγόνια του στη Θεσσαλονίκη και την Καβάλα. Στόχος είναι να γίνει ένα δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ για να καταλάβουν κάποιοι γιατί ήταν Γενοκτονία όλα αυτά που υπέστησαν οι πρόγονοι μας.

 Για συντομία θα αναφέρω ένα απόσπασμα από αυτά που μου διηγήθηκε ο γιος του Γιάννη Παπαδόπουλου, Τάσος.
 «Ο πατέρας μιλούσε συνέχεια για τον Τοπάλ Οσμάν και πως γλύτωσε ως Εκ
θαύματος. Όπως έγραψε και στο Βιβλίο του αρχικά είχε 850 άνδρες, καλά οπλισμένους, οι περισσότεροι από του οποίους ήταν πρώην κρατούμενοι των φυλακών. Δολοφόνοι, ληστές, βιαστές και απατεώνες. Τους υποσχέθηκε δόξα και πλούτη και πράγματι αρπάζοντας τις περιουσίες των Ελλήνων έγιναν γρήγορα πλούσιοι γι’ αυτό και ο αριθμός του αυξήθηκε κατακόρυφα. Ο πατέρας μου ήταν στην φιλαρμονική ορχήστρα και έπαιζε πεφίρο (φλάουτο). Έτσι βρέθηκε στο εκστρατευτικό σώμα του Τοπάλ Οσμάν με το πιστόλι στον κρόταφο... 
Όπως μας έλεγε ο πατέρας μου αρχικά πήγαν στα κουρδικά χωριά που είχαν ξεσηκωθεί και μετά είχαν σειρά τα χωριά των Ποντίων. Συγκέντρωναν όλους στις πλατείες και λήστευαν τα σπίτια τους. Μετά βίαζαν τις γυναίκες και τα κορίτσια και στη συνέχεια τους έσφαζαν όλους... Φεύγοντας έκαιγαν και όλα τα σπίτια των Ελλήνων».

Οι συντελεστές του ντοκιμαντέρ σε ομαδική φωτογραφία πριν τα γυρίσματα

 Στο βιβλίο του γράφει χαρακτηριστικά ο Γιάννης Παπαδόπουλος για το τι έγινε στη Μερζιφούντα: «Είναι αδύνατον κάλαμος συγγραφέως να περιγράψει το τι συνέβη είσαι την πόλιν ταύτην κατά το διάστημα της επί τριήμερον διαμονής του εκεί. Εξαγριωμένα στίφη τσετέδων και πειναλέων Τούρκων παραβίαζαν θύρας οικιών, κλαθμοί και οδυρμοί ηκούοντο πανταχόθεν, άνδρες και γυναικόπαιδα εισέρχοντο είσαι τους δρόμους και εξετελούντο, νεάνιδες εξεβιάζοντο, οι καμπάνες εκτυπούσαν, οικίαι παρεδίδοντο εις φλόγας, τα υπόγεια του κολεγίου γέμισαν στρώματα, κλινοσκεπάσματα, χαλιά, εσώρουχα, οικιακά έπιπλα και άλλα αντικείμενα που τα έπαιρναν Τουρκάλες άλλες με χρήματα και άλλες δωρεάν. Γενικώς τα διαπραχθέντα κακουργήματα ήσαν τοιαύτης εκτάσεως ούτως ώστε θα ωχρίουν αι νύκτες Βαρθολομαίου μπροστά σ' αυτά...".
Καταλαβαίνετε πως ένιωθαν οι Έλληνες μουσικοί της φιλαρμονικής ορχήστρας όταν κατά τη διάρκεια αυτών των οργίων έπρεπε να παίζουν τα εμβατήρια που ήθελε ο Τοπάλ Οσμάν. 

Γράφει σε ένα σημείο του βιβλίου του ο Γιάννης Παπαδόπουλος: «Η συγκίνησις την οποίαν εδοκιμάσαμεν όταν βλέπαμεν τους τυράννους να γελούν και να χαριεντίζωνται, οι δε άλλοι να σφάζωνται, ήτο τόσον μεγάλη, ώστε κατήντησε να παραλύσουν τα δάκτυλά μας και να αρχίσει μία παραφωνία, έως ότου τελευταία φύγαμεν κατασυντετριμμένοι...».
Όλα αυτά δεν θα τα μαθαίναμε εάν η τύχη δεν βοηθούσε τον Γιάννη Παπαδόπουλο να γλιτώσει από το δολοφονικό σχέδιο του τυράννου τους.

 «Κάποια στιγμή ο Τοπάλ Οσμάν αποφάσισε να σφάξει και τους Έλληνες που ήταν στην ορχήστρα για να μην πουν τίποτα για τα εγκλήματά του. Τους έδεσαν και πέντε - πέντε τους πήγαιναν σε μια χαράδρα όπου τους έσφαζαν. Ο πατέρας μου ήταν τελευταίος και άκουγε πως τους κατακρεουργούσαν με τις ξιφολόγχες... Ήταν δεμένος με τον φίλο του τον Νίκο Τσιτνόγλου, ο οποίος είχε ένα σουγιαδάκι και έκοψε το σχοινί. Μόλις οι Τσέτες έσφαζαν και τη δεύτερη ομάδα και ήρθαν να τους πάρουν και αυτούς, το έβαλαν στα πόδια. Όπως έλεγε ο πατέρας μου προτιμούσε να τον πυροβολήσουν παρά να τον σφάξουν. Οι Τσέτες άρχισαν να τους κυνηγάνε και ο πατέρας μου σκόνταψε και έπεσε σε ένα χαντάκι. Ο φίλος του που έτρεχε στην κατηφόρα πιάστηκε, ενώ ο πατέρας μου που έπεσε δεν τον είδαν και τον έχασαν στο σκοτάδι. 
 Κάποια στιγμή όταν σηκώθηκε να φύγει τον είδαν και άρχισαν να τον πυροβολούν. Για να γλιτώσει αναγκάστηκε να πέσει σε ένα γκρεμό και κατέληξε σχεδόν αναίσθητος σε ένα παραπόταμο του Σαγγάριου. Άρχισε να τρέχει προς άγνωστη κατεύθυνση και κατέληξε να αποκοιμηθεί μέσα σε στάχια. Όταν ξύπνησε το ξημέρωμα άκουσε ένα κλέφτικο τραγούδι και είδε έναν καβαλάρη να πλησιάζει. Όσο πλησίαζε τόσο ο πατέρας μου συνειδητοποιούσε ότι ήταν Έλληνας στρατιώτης και βγήκε από την κρυψώνα του. Του φώναξε «Έλληνα – Έλληνα», αλλά αυτός σήκωσε το όπλο του και τον έβαλε να πει το «Πάτερ ημών» για να βεβαιωθεί ότι ήταν Έλληνας.
  Ο μπαμπάς μου του είπε και το «Πιστεύω» και τότε πείστηκε ότι ήταν πράγματι Έλληνας. Τον οδήγησε στο ελληνικό στρατόπεδο και όταν παρουσιάστηκε στον διοικητή ζήτησε ένα όπλο για να πάρει εκδίκηση για όλους αυτούς που είδε να εξοντώνονται άδικα. Ο διοικητής όμως του είπε ότι πρέπει να μείνει ζωντανός για διηγηθεί την ιστορία του στους Έλληνες. Έτσι όταν ήρθε και εγκαταστάθηκε στην Καβάλα έλεγε συνέχεια την ιστορία του σε όλους...».

Το ρεπορτάζ δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΕύΞΕΙΝΟΣ ΠΟΝΤΟΣ, τον Οκτώβριο 2018, τεύχος 255

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Συγκλονιστικό! Γιατί άραγε αυτά τα βιβλία δεν ξαναεκδίδονται και μας έχουν φλομώσει σε εκδοτικά "σουξέ";;