ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΔΕΞΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΜΑΣ!

Σάββατο 23 Μαΐου 2026

Τό γυναικεῖο φουστάνι (ἀπό τή ζωή τοῦ ἁγίου Εὐμενίου Σαριδάκη)


Ἀπόρησε ἡ ὑπάλληλος τοῦ καταστήματος ρούχων σὰν εἶδε ἕναν καλόγερο μ’ ἕνα παλληκάρι νὰ μπαίνουν μέσα καὶ νὰ κατευθύνονται στὸ γυναικεῖο τμῆμα. «Αὐτὸ πῶς σοῦ φαίνεται;». Ὁ καλόγερος εἶχε ξεκρεμάσει ἕνα φλορὰλ φόρεμα καὶ τὸ ἔδειχνε στὸν νεαρό. «Καλὸ εἶναι, Γέροντα!» εἶπε τὸ παλληκάρι.
«Μήπως ἐτοῦτο ταιριάζει καλύτερα στὴν ἡλικία της;» εἶπε καὶ ἄφησε τὸ φόρεμα, γιὰ νὰ ξεκρεμάσει ἕνα μπλὲ σκοῦρο μὲ μικρὰ σχεδιάκια.
«Χμ... μάλλον ναί».

Ἡ κοπέλα διακριτικὰ πῆγε δίπλα τους. «Θὰ χρειαστεῖτε βοήθεια;» ρώτησε.
«Ὄχι, ὄχι!» ἀπάντησε ὁ καλόγερος κι ἔπιασε νὰ κοιτᾶ τὸ φουστάνι.
 «Νομίζω πὼς αὐτὸ θὰ τῆς εἶναι στενὸ» εἶπε. «Ἂς πάρουμε τὸ μεγαλύτερο νούμερο, κι ἂν θέλει, τὸ στενεύει».

Ἡ ὑπάλληλος εἶχε δεῖ κάμποσες παραξενιὲς νὰ γίνονται ἀπὸ ἰδιότροπους πελάτες στὰ λίγα χρόνια ποὺ ἐργαζόταν στὸ κατάστημα. Μὰ τοῦτο ἐδῶ πρώτη φορὰ τὸ ἔβλεπε. Ἕνας καλόγερος, παρέα μ’ ἕναν νεαρό –γιὰ φοιτητὴ τὸν ἔκανε– ποὺ δὲν ἦταν πάνω ἀπὸ εἴκοσι χρονῶν, ν’ ἀγοράζουν γυναικεῖο φουστάνι χωρὶς νὰ τὸ προβάρει ἡ ἐνδιαφερόμενη, πρώτη φορὰ τὸ ἔβλεπε.

Σὰν πλήρωσαν καὶ βγῆκαν ἔξω, ὁ νεαρὸς δὲν κρατήθηκε.
«Γέροντα, πές μου, σὲ παρακαλῶ, γιὰ ποιά ἀγόρασες τὸ φουστάνι;»
Δὲν πῆρε ἀπάντηση ἀμέσως, ὅμως. Μόνο ἀναστεναγμό.

 «Παιδί μου, σοῦ ’χω πεῖ πὼς μεγάλωσα πολὺ φτωχικὰ στὸ χωριό μου, τὴν Ἐθιά. Ὁ πατέρας μου, ὁ “Σαριδογιώργης” ὅπως τὸν ἔλεγαν στὸ χωριό, εἶχε ἐννιὰ παιδιά. Ἐγὼ ἤμουν ὁ ἔνατος.
  Ὁ πατέρας εἶχε λίγα ζωντανὰ καὶ μερικὰ χωράφια. Μά, δὲν ἔφταναν γιὰ νὰ χορτάσουν τόσα στόματα. Ἡ μάνα μου, ἡ Σοφία, ἔλεγε πὼς ὅταν γεννήθηκα, δὲν εἶχε οὔτε ψωμὶ νὰ φάει. Ὄντας νηστικὴ πῶς νὰ κατεβάσει γάλα; Ἐγὼ πεινοῦσα κι ἔκλαιγα. Τότε κίνησε ὁ πατέρας νὰ βρεῖ τὸν Βασίλη, τὸν μεγάλο ἀδελφό μου ποὺ δούλευε σὲ διπλανὸ χωριό, καὶ νὰ τοῦ γυρέψει δανεικὰ γιὰ τὸ μικρό του κοπελάκι[1]. Τὸν πατέρα δὲν τὸν θυμοῦμαι καθόλου. Ἀπόθανε σὰν ἤμουν δύο χρονῶν παιδάκι. Ἀναγκάστηκε ἡ μάνα νὰ ξενοδουλεύει. 
 Πότε ἔκανε θελήματα, πότε βοηθοῦσε στὸ ἄναμμα τῶν φούρνων, πότε ἁλώνιζε, πότε ἔπαιρνε τὸ μαλλὶ τῶν προβάτων γιὰ νὰ τὸ καθαρίσει καὶ νὰ τὸ ξεμπερδέψει... Σὰν μεγάλωσα κι ἐγὼ λιγάκι, πήγαινα ἀπὸ κοντά. Ὅπως ἤμουν μικρός, μὲ βάζανε νὰ καθαρίζω τοὺς φούρνους μετὰ τὸ ψήσιμο. Ὦ! τί χαρὰ ἔκανα! Σάλιωνα τὸ δαχτυλάκι μου καὶ μάζευα τὰ ψίχουλα καὶ γέμιζε ἡ κοιλίτσα μου. Ἄσε ποὺ μέσα στὸν φοῦρνο δὲν κρύωνα. Ὅταν τέλειωνα τὴ δουλειά, μοῦ ἔδιναν μισὴ κουλούρα καὶ τὴν πήγαινα μὲ χαρὰ στὸ σπίτι. Παπούτσια φόρεσα πρώτη φορὰ σὰν ἤμουν στὰ δώδεκα. Μοῦ τὰ χάρισε ἕνας χωριανὸς ποὺ τοῦ φύλαγα τὰ βόδια. Δὲν μὲ πείραζε ποὺ γυρνοῦσα χειμώνα-καλοκαίρι ξυπόλυτος. Τὸ ἄντεχα. Τὴν πείνα δὲν ἄντεχα καί... τὴ ντροπή».

 Στὸ ἄκουσμα τῆς τελευταίας λέξης τὸ παλληκάρι γύρισε καὶ τὸν κοίταξε ἀπορημένο.
«Ντροπή, παιδί μου. Ἂν δὲν ἔχεις τίποτα –μὰ τίποτα!– νὰ φορέσεις, νιώθεις ντροπή. Ἔτσι κι ἐκείνη τὴ μέρα. Παιδὶ ἤμουν, θυμᾶμαι. Τὸ παντελόνι ποὺ φοροῦσα νύχτα-μέρα εἶχε λιώσει. Ὅταν πῆγα νὰ τὸ φορέσω, ἔγινε τρία κομμάτια. Ἡ μάνα ἔλειπε σὲ δουλειά. Ἐσώρουχο δὲν φοροῦσα ποτέ. Δὲν εἴχαμε. Βγῆκα στὴν αὐλή, ἔτσι γυμνός. Κι ὅπως πέρασαν κάτι κοπέλια, γελοῦσαν καὶ κορόιδευαν. Δὲν ἤξερα τί νὰ κάνω. Κοίταξα τριγύρω καὶ εἶδα στὴν ἄκρη τῆς αὐλῆς ἕναν σωρὸ ἀπὸ σβουνιές[2]. Ἔσκαψα ἕναν λάκκο καὶ χώθηκα μέσα. Ἔτσι, ἔκρυψα τὴ γύμνια μου, ἀλλὰ ζεστάθηκα κιόλας. Δὲν πέρασε πολλὴ ὥρα κι ἕνας χωριανός μας πέρασε ἀπὸ κεῖ.
  “Μπρέ, Κωστή!” εἶπε, “ἴντα κάμεις ἐδωνά; Τί εἶναι αὐτὰ τὰ χάλια;”. 
 Μὲ τὸ ποὺ ἔμαθε τὸν λόγο, μὲ τράβηξε ἀπὸ τὸ χέρι καὶ μὲ πῆγε κατευθείαν στὸ σπίτι του. Μὲ κοίταξε ἡ γυναίκα του μὲ συμπόνοια. Μὰ παντελονάκι παιδικὸ δὲν ὑπῆρχε στὸ σπίτι. Ἔκατσε σκεφτικὴ γιὰ λίγο καὶ ἀμέσως πῆρε τὸ ψαλίδι στὰ χέρια. Ἔκοψε ἕνα δικό της φουστάνι, μοῦ τὸ ἔβαλε γύρω ἀπὸ τὴ μέση, τὸ ἔραψε ἀπὸ κάτω καὶ μοῦ ’πε: “Ἄντε, Κωστή μου, τώρα! Ἄντε νὰ παίξεις μὲ τὰ παιδιά. Τώρα δὲν θὰ σὲ κοροϊδέψει κανείς”.
 Κάθε φορὰ ποὺ πάω στὴν Ἐθιά, περνάω ἀπὸ τὸ σπίτι τους. Μὲ δέχονται μὲ μεγάλη χαρά. Καὶ τοὺς φέρνω λιβάνι, εἰκόνες, χασὲ γιὰ νὰ κάνουν σεντόνια καὶ μαξιλάρια».

«Γιὰ τὴν κυρία εἶναι τὸ φουστάνι, γέροντα Εὐμένιε;» τὸν διέκοψε ὁ νεαρός.
«Ναί, παιδί μου! Ἐκείνη μὲ ἔντυσε τότε. Δὲν τὸ ξεχνῶ ποτὲ αὐτό...»

Απόσπασμα από το βιβλίο «Γεροντικό Σύγχρονων Αγίων» των εκδόσεων Έαρ, με 250 περιστατικά από τους βίους και τις διδαχές σύγχρονων γερόντων
Αναζητείστε το www.ear-books.com και σε όλα τα χριστιανικά βιβλιοπωλεία.

[1] Κοπελάκι: ὑποκοριστικὸ τῆς λέξης κοπέλι (=ἀγόρι).
[2] Σβουνιές: κοπριές.

Δεν υπάρχουν σχόλια: