ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΔΕΞΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΜΑΣ!

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026

Πώς μιλάει κανείς σήμερα για το Φως;


 Πώς μπορεί η Εκκλησία να πανηγυρίζει το γεγονός της Μεταμορφώσεως, τη στιγμή που ο πλανήτης βιώνει μια πρωτόγνωρη εμπειρία συλλογικής εξάντλησης και οντολογικού αποπροσανατολισμού;

 Όταν η γη φλέγεται από πυρκαγιές που μετατρέπουν ολόκληρα οικοσυστήματα σε στάχτη, όταν η κλιματική κρίση παύει πλέον να συνιστά επιστημονική πρόβλεψη και γίνεται καθημερινό βίωμα, όταν ο πόλεμος επανέρχεται ως σχεδόν μόνιμη γεωπολιτική συνθήκη, όταν η βία εισβάλλει με ολοένα αυξανόμενη αγριότητα στον ιδιωτικό βίο, και η δημόσια σφαίρα πλημμυρίζει από εικόνες που πριν από λίγες δεκαετίες θα θεωρούνταν αδιανόητες;

 Σώματα διαμελίζονται και εγκαταλείπονται σαν αντικείμενα. Νεκροί αποκρύπτονται προκειμένου να συνεχίσουν να παράγουν οικονομικό όφελος. Παιδιά ενηλικιώνονται μέσα στην εμπειρία μιας διαρκούς οντολογικής ανασφάλειας. Ολόκληρες κοινωνίες εξοικειώνονται με τον θάνατο πριν προλάβουν να τον πενθήσουν επαρκώς.

Το τραγικότερο, ωστόσο, δεν είναι η ποσοτική αύξηση της βίας. Είναι η προοδευτική εξοικείωση του ανθρώπου με αυτήν. Η φρίκη παύει να προκαλεί κλονισμό γιατί μετατρέπεται σε αντικείμενο καταναλωτικής πρόσληψης, σε θέαμα προς στιγμιαία κατανάλωση.
Αυτή ακριβώς η εξοικείωση με το ανείπωτο- η, θα λέγαμε, ρουτινοποίηση του τρόμου- συνιστά ίσως το ανησυχητικότερο γνώρισμα του ύστερου νεωτερικού πολιτισμού.

Η κρίση ως οντολογικό, όχι απλώς φαινομενολογικό γεγονός

Θα ήταν, ωστόσο, επιφανειακή προσέγγιση αν αντιλαμβανόμασταν τα παραπάνω ως άθροισμα αυτοτελών και παρατακτικά συνυπαρχουσών κρίσεων. Δεν βιώνουμε απλώς οικολογική, οικονομική, κοινωνική ή πολιτική αποσταθεροποίηση κατά παράταξη.

Βιώνουμε, πρωτίστως, μια κρίση οντολογικού προσανατολισμού, μια κρίση της ίδιας της προθετικότητας μέσω της οποίας το υποκείμενο σχετίζεται με το ον.
Ο σύγχρονος άνθρωπος έχασε σταδιακά όχι απλώς τις βεβαιότητές του, αλλά την ίδια την ικανότητα της θεωρίας, με την αρχαιοελληνική και πατερική σημασία του όρου.
Έμαθε να αναλύει τα πάντα, χωρίς πλέον να μπορεί να θαυμάζει τίποτα.
Χαρτογράφησε το ανθρώπινο γονιδίωμα, διείσδυσε στα έσχατα βάθη του διαστήματος, κατασκεύασε μηχανές που αναπαράγουν τη σκέψη, πολλαπλασίασε την πληροφορία σε βαθμό αδιανόητο για κάθε προηγούμενη εποχή· και όμως, όσο διογκωνόταν η επιστημονική γνώση, τόσο βάθαινε η άγνοια γύρω από το θεμελιωδέστερο ερώτημα: τι τελικά είναι ο άνθρωπος;

Πρόκειται, θα μπορούσε να ειπωθεί, για μια ακραία εκδοχή αυτού που ο Χάιντεγκερ περιέγραφε ως λήθη του Είναι (Seinsvergessenheit), με τη διαφορά ότι η πατερική θεολογία εντοπίζει το βαθύτερο αίτιο όχι σε μια αφηρημένη μεταφυσική λήθη, αλλά στην πτώση της ανθρώπινης όρασης, στην απώλεια εκείνης της νοεράς αίσθησης μέσω της οποίας ο άνθρωπος μπορούσε να βλέπει το κτιστό ως θεοφάνεια.

Η νεωτερικότητα καλλιέργησε πρωτοφανή εμπιστοσύνη στις δυνατότητες της τεχνικής, αλλά ταυτόχρονα αποδυνάμωσε, σχεδόν έως πλήρους διάρρηξης, τη σχέση του ανθρώπου με το μυστήριο της ύπαρξης. Η φύση μετατράπηκε σε πρώτη ύλη προς εκμετάλλευση, ο χρόνος σε παραγωγικότητα, το σώμα σε εμπόρευμα, η επιθυμία σε αγορά, η πληροφορία σε εξουσία, ο άνθρωπος σε δεδομένο (data).
Πρόκειται για αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί, ως θεολογική διάγνωση, ανθρωπολογική ειδωλοποίηση του χρήσιμου: ο άλλος δεν γίνεται πλέον αντιληπτός ως πρόσωπο στη μοναδικότητά του, αλλά ως λειτουργία, ως μέσο, ως στατιστική μονάδα.
Όταν όμως ο άνθρωπος παύει να αναγνωρίζει στο πρόσωπο του άλλου την κατ’ εικόνα Θεού καταγωγή του, αργά ή γρήγορα παύει να αναγνωρίζει και τη δική του αξία. Η παραμόρφωση της δημιουργίας υπήρξε η φυσική συνέπεια της προηγούμενης παραμόρφωσης της θεολογικής ανθρωπολογίας.

Ακριβώς μέσα σε αυτή τη δραματική ιστορική συγκυρία, η Εκκλησία προβάλλει αύριο μια εορτή η οποία, εκ πρώτης όψεως, μοιάζει παράταιρη, σχεδόν προκλητική στην ασύγχρονη αθωότητά της. Αντί να περιγράψει τη σκοτεινότητα της ιστορίας, μας καλεί να σταθούμε απέναντι σε έναν άνθρωπο που ακτινοβολεί «ὑπέρ τόν ἥλιον».

Η Μεταμόρφωση συνιστά, ίσως, την πιο ριζοσπαστική πρόταση που διατύπωσε ποτέ ο χριστιανισμός για την ιστορία ως τέτοια.
Γιατί πάνω στο Θαβώρ δεν αποκαλύπτεται απλώς η ταυτότητα του Ιησού Χριστού. Αποκαλύπτεται η εσχατολογική αλήθεια του κόσμου, δηλαδή ποιος είναι ο κόσμος όταν κατοικείται από τον Θεό.

Το γεγονός της Μεταμορφώσεως δεν συνιστά μεταβολή της θείας φύσης. Η πατερική παράδοση, από τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό έως τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, επιμένει ότι ο Χριστός δεν γίνεται κάτι που προηγουμένως δεν ήταν, αλλά φανερώνει στους μαθητές εκείνο που πάντοτε ήταν, όσο εκείνοι μπορούσαν να το αντέξουν.
Η μεταβολή, λοιπόν, δεν αφορά τον Θεό αλλά τον άνθρωπο.
Δεν μεταμορφώνεται ο Χριστός, θεραπεύεται η ανθρώπινη όραση.
Οι μαθητές αρχίζουν να βλέπουν εκείνο που έως τότε παρέμενε κρυμμένο, όχι επειδή ο Θεός απουσίαζε, αλλά επειδή η ανθρώπινη ύπαρξη, στη μεταπτωτική της κατάσταση, αδυνατούσε να δεχθεί την πληρότητα της θείας δόξας.
Γι’ αυτό ακριβώς η υμνολογία επιμένει στη φράση «καθώς ἠδύναντο».

Το όριο δεν βρίσκεται στο φως, βρίσκεται στον άνθρωπο. Πρόκειται για μια γνωσιοθεωρητική και συνάμα σωτηριολογική θέση μεγάλης σπουδαιότητας: η αποκάλυψη δεν είναι συνάρτηση της βούλησης του Θεού να αποκαλυφθεί περισσότερο ή λιγότερο, αλλά συνάρτηση της χωρητικότητας του υποκειμένου που την υποδέχεται.
Η διαπίστωση αυτή μεταβάλλει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύεται η σύγχρονη κρίση. Το πρόβλημα του ανθρώπου δεν είναι ότι περιβάλλεται από περισσότερο σκοτάδι απ’ ό,τι άλλοτε.
Είναι ότι έχασε σταδιακά την ικανότητα να αναγνωρίζει το φως.

Το άκτιστο Φως αποτελεί τον ίδιο τον τρόπο ύπαρξης του Θεού, ο οποίος προσφέρεται ως δυνατότητα κοινωνίας προς την κτίση, χωρίς καθόλου να θίγεται η απόλυτη υπερβατικότητα και το ακατάληπτο της θείας ουσίας.
Ακριβώς εδώ θεμελιώνεται ολόκληρη η ησυχαστική παράδοση της Εκκλησίας και η θεολογία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, η οποία διακρίνει, χωρίς να διαιρεί, ανάμεσα στην απρόσιτη θεία ουσία και τις άκτιστες θείες ενέργειες, διάκριση η οποία, κάθε άλλο παρά σχολαστική λεπτολογία χωρίς υπαρξιακή βαρύτητα, καθιστά ουσιαστικά δυνατή αυτή ακριβώς τη σωτηριολογία της θέωσης: αν ο άνθρωπος κοινωνούσε της θείας ουσίας καθαυτής, θα χανόταν η ετερότητα ανάμεσα σε κτιστό και άκτιστο

Αν, αντίθετα, δεν είχε καμία πραγματική κοινωνία με τον Θεό, η σωτηρία θα παρέμενε εξωτερική, ηθική, δικανική κατηγορία και όχι οντολογική μεταμόρφωση.

Η σωτηρία, επομένως, δεν είναι ηθική βελτίωση του ανθρώπου κατά το πρότυπο μιας ηθικοδιδακτικής θρησκευτικότητας, αλλά η πραγματική, υποστατική μετοχή του στις άκτιστες ενέργειες του Θεού, δηλαδή η θέωση κατά χάρη, όχι κατ’ ουσίαν.
Ο άνθρωπος δεν δημιουργήθηκε για να επιβιώνει μέσα στην ιστορία σαν μέσα σε κλειστό ορίζοντα βιολογικής και κοινωνικής αναπαραγωγής. Δημιουργήθηκε για να φωτίζεται, να γίνεται, κατά την έκφραση των Πατέρων, «θεός κατά χάριν».
Δεν δημιουργήθηκε για να εξαντλείται μέσα στη διαχείριση των πραγμάτων, αλλά για να μεταμορφώνει ολόκληρη τη δημιουργία σε ευχαριστία, ασκώντας εκείνο που ο π. Αλέξανδρος Σμέμαν ονόμαζε ιερατική λειτουργία του ανθρώπου απέναντι στην κτίση.

Όταν αυτή η προοπτική χαθεί, τότε η ιστορία παύει να κατευθύνεται προς τη Βασιλεία και αρχίζει να περιστρέφεται, κυκλικά και χωρίς νόημα, γύρω από τον θάνατο.

Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο ότι η Εκκλησία τοποθετεί τη Μεταμόρφωση σαράντα ημέρες πριν από την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού. Η δόξα προηγείται του πάθους όχι για να το ακυρώσει, αλλά για να το ερμηνεύσει εκ των έσω.

Οι μαθητές καλούνται να δουν το Θαβώρ πριν αντικρίσουν τον Γολγοθά, ώστε, όταν η ιστορία φανεί να καταρρέει, να γνωρίζουν ήδη ότι ο σταυρός δεν συνιστά το τέλος της αλήθειας, αλλά την οδό προς την αποκάλυψή της, σε αντίστροφη κατεύθυνση από κάθε φιλοσοφία της ιστορίας που αντιλαμβάνεται το τραγικό ως έσχατο ορίζοντα χωρίς υπέρβαση.

Η Εκκλησία γνωρίζει ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να αντέξει το σκοτάδι αν προηγουμένως δεν έχει αντικρίσει, έστω και για μια στιγμή, το φως.
Αυτό αποτελεί τη βαθύτερη πνευματική ανάγκη της εποχής μας: όχι περισσότερη πληροφορία, ούτε περισσότερη ισχύ, ούτε ακόμη περισσότερη ευημερία, αλλά την αποκατάσταση της πνευματικής όρασης. Όποιος είδε το Θαβώρειο Φως μπορεί να διασχίσει τον δικό του Γολγοθά χωρίς να παραδοθεί στην απελπισία.
Η πιο αναρχική πρόταση της εορτής της Μεταμορφώσεως προς τον σύγχρονο κόσμο είναι αυτή λοιπόν: δεν καλεί τον άνθρωπο να εγκαταλείψει την ιστορία, αλλά να την αντικρίσει με θεραπευμένα μάτια.
Δεν τον προσκαλεί να δραπετεύσει από την πραγματικότητα, αλλά να ανακαλύψει το βαθύτερο νόημά της.

Το αντίθετο της Μεταμορφώσεως είναι η παραμόρφωση. Παραμορφώνεται ο άνθρωπος όταν ξεχνάει την καταγωγή και τον προορισμό του. Παραμορφώνεται μια κοινωνία όταν παύει να βλέπει τον πλησίον ως πρόσωπο, μετατρέποντάς τον σε κάτι χρήσιμο.
Παραμορφώνεται ένας πολιτισμός όταν εξοικειώνεται με τον θάνατο περισσότερο απ’ ό,τι με τη ζωή.

Αντίθετα, η Μεταμόρφωση αποκαλύπτει ότι ο τελικός ορίζοντας της ανθρώπινης ύπαρξης δεν είναι η στάχτη, ούτε η φθορά, ούτε ο φόβος, ούτε η βία.
Είναι το πρόσωπο του Χριστού, το οποίο λάμπει με το άκτιστο Φως και φανερώνει όχι μόνο ποιος είναι ο Θεός, αλλά και ποιος μπορεί ακόμη να γίνει ο άνθρωπος.
Και όσο αυτή η αλήθεια εξακολουθεί να υμνείται μέσα στην Εκκλησία, ο κόσμος δεν έχει χάσει την τελευταία του ελπίδα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: