Αυτό έχει μεγάλη σημασία για τον τρόπο με τον οποίο η Εκκλησία μαρτυρεί την αλήθεια της. Οι Πατέρες δεν φοβήθηκαν να μιλήσουν τη γλώσσα της εποχής τους. Δεν εγκλωβίστηκαν σε έναν εσωτερικό θεολογικό λόγο, που θα ήταν κατανοητός μόνο σε όσους είχαν ήδη κατηχηθεί. Αντίθετα, χρησιμοποίησαν την ορολογία, τα σχήματα σκέψης και τα πολιτισμικά δεδομένα του περιβάλλοντός τους, χωρίς όμως να νοθεύσουν το περιεχόμενο της πίστεως. Έτσι, η χριστιανική απολογία έγινε ταυτόχρονα γέφυρα και μαρτυρία: γέφυρα προς τους μή Ιουδαίους, αλλά και μαρτυρία της ακεραιότητας της αληθείας.
Στο σημείο αυτό η περίπτωση του Προκοπίου είναι ιδιαίτερα εύγλωττη. Ο Ομηρικός στίχος «εἷς βασιλεύς, ᾧ δῶκε Κρόνου πάϊς ἀγκυλομήτεω σκῆπτρόν τ᾽ ἠδέ θέμιστας, ἵνα σφισι βουλεύῃσι»
«Ένας είναι ο βασιλιάς, στον οποίο ο γιος του Κρόνου, ο Δίας, έδωσε το σκήπτρο και τους νόμους, για να άρχει και να κυβερνά αυτούς» (Ιλιάδα Β 204–205), δεν ανήκει, καθεαυτός, στη χριστιανική αποκάλυψη.
Ωστόσο, ο Προκόπιος τον χρησιμοποιεί ως σημείο επαφής με τον παγανιστή συνομιλητή του. Με αυτόν τον τρόπο δείχνει ότι η ελληνική παιδεία δεν είναι εξ ορισμού εχθρική προς το Ευαγγέλιο·

