Δηλαδή: «σε γνωρίζουμε σαν επισφράγισμα και τελείωμα όλων των Προφητών, σαν ένα σύνδεσμο και μια γέφυρα, που μας φέρνει από την Παλαιά στην Καινή Διαθήκη, από το Νόμο στη Χάρη· και το κηρύχνουμε φανερά, πως είσαι ο Βαπτιστής και Πρόδρομος του Σωτήρα μας, του Χριστού».
Γι’ αυτό η Εκκλησία μας τελεί, μια μέρα ύστερ’ από τ’ άγια Θεοφάνεια, τη Σύναξη του αγίου Προδρόμου, «ως τω μυστηρίω του θείου Βαπτίσματος υπουργήσαντος» - όπως ακριβώς, μια μέρα ύστερ’ απ’ τη θεία Γέννηση του Χριστού, τελεί τη Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου, «ως υπουργησάσης εις το μυστήριον της γεννήσεως του Χριστού».
Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος στάθηκε πάντα μια θαυμαστή για τον κάθε πιστό μορφή αγίου, αλλά και μια τραγική προφητική φυσιογνωμία. Η γέννησή του έγινε με τη χάρη του Θεού, κ’ η σύλληψή του ευαγγελίστηκε, όπως μας αναφέρει ο Ευαγγελιστής Λουκάς (α΄ 5-25), στον πατέρα του Ζαχαρία, μέσα στην εκκλησία, την ώρα που εθυμίαζε. Είπεν εκεί ο αρχάγγελος Γαβριήλ στο Ζαχαρία, πως η στείρα και μεγάλη πια στα χρόνια γυναίκα του Ελισάβετ, θα γεννήσει υιόν: «και καλέσεις το όνομα αυτού Ιωάννην· και έσται χαρά σοι και αγαλλίασις και πολλοί επί τη γεννήσει αυτού χαρήσονται. Έσται γαρ μέγας ενώπιον του Κυρίου». Κι αλήθεψεν ο λόγος τούτος του αγγέλου. Γεννήθηκεν ο Πρόδρομος «εκ των στειρωτικών λαγόνων» της Ελισάβετ, λύνοντας ταυτόχρονα την αφωνία του πατέρα του Ζαχαρία. Ακόμα, όταν ήταν στην κοιλιά της Ελισάβετ και σκίρτησε, προφήτεψε τη σάρκωση του θείου Λόγου, στην παρθενική μήτρα της Παναγίας. Χωρίς να γνωρίσει την αμαρτία του κόσμου ο Πρόδρομος φεύγει νεώτατος στην έρημο, όπου ζει με άσκηση φοβερή, τρεφόμενος με ακρίδες και άγριο μέλι, σα να ’τανε πουλί.
(Σε πολλές εικόνες της βυζαντινής αγιογραφίας, ο άγιος Πρόδρομος βρίσκεται ιστορημένος πράγματι με δύο φτερά, φυτρωμένα στους ώμους του, και με την επιγραφή «το πτηνόν της ερήμου»).
Εκεί στην έρημο, μέσα στο μεγάλο καμίνι που δοκιμάζονται και ωριμάζουν οι μεγάλοι άγιοι, αρχίζει το κήρυγμα της μετανοίας. Βροντοφωνεί ότι «ήγγικεν», πως έφτασε κ’ είναι πολύ κοντά η βασιλεία των Ουρανών – εννοώντας, ασφαλώς, το Χριστό, που ερχόταν κοντά του, και ο οποίος, σαν Θεός, «έμπροσθέν του γέγονε». Δεν δειλιάζει να κηρύξει και ελέγξει προς όλες τις κατευθύνσεις, χτυπώντας τελευταία και τη μοιχεία του Ηρώδη, κι ας ήξερε πως αυτό θα του κόστιζε τη ζωή του. Με τον αποκεφαλισμό του, στο παράνομο συμπόσιο των γενεθλίων, ο Πρόδρομος ανοίγει τις πύλες του Άδη κ’ ευαγγελίζεται κ’ εκεί την έλευση του Σωτήρος, όπως ψάλλουμε και στο απολυτίκιό του: «όθεν της αληθείας υπεραθλήσας, χαίρων ευηγγελίσω και τοις εν Άδη, Θεόν φανερωθέντα εν σαρκί, τον αίροντα την αμαρτίαν του κόσμου και παρέχοντα ημίν το μέγα έλεος». Κι αξιώθηκε ν’ ακούσει στο τέλος το εγκώμιο, που κανείς άνθρωπος δεν άκουσε, απ’ το ίδιο το φοβερό στόμα του Κυρίου και Θεού του, που βάφτισε στον Ιορδάνη ποταμό: «αμήν λέγω υμίν, ουκ εγήγερται εν γεννητοίς γυναικών μείζων Ιωάννου του βαπτιστού» (Ματθ. ια΄ 11).
* * *
Ο Ιωάννης ο Βαπτιστής είναι η πιο αποπνευματωμένη μορφή της βυζαντινής αγιογραφίας. Ιστορείται σύμφωνα με την παράδοση, που τον διέδωσε, ως ένα πραγματικό «πτηνόν της ερήμου».
Ιδού μια εικόνα του, ιστορημένη απ’ το χέρι και τον κάλαμον ενός αγίου, του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου: «Ήτον κατά την σωματικήν θεωρίαν άγριος και φοβερός και ανόμοιος με τους άλλους ανθρώπους, διά την πολυχρόνιον εν