ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΔΕΞΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΜΑΣ!

Σάββατο 26 Απριλίου 2014

Είμαστε ό,τι πιστεύουμε.

 πρωτ.Θεμιστοκλή Μουρτζανού
ΟΥΔΕΙΣ ΕΤΟΛΜΑ ΚΟΛΛΑΣΘΑΙ ΑΥΤΟΙΣ ΑΛΛ’ ΕΜΕΓΑΛΥΝΕΝ ΑΥΤΟΥΣ Ο ΛΑΟΣ

 Οι χριστιανοί σήμερα αισθανόμαστε συχνά απομονωμένοι από την κοινωνία και τον κόσμο. Πιστεύουμε ότι το να είναι κάποιος χριστιανός αποτελεί ιδιότητα που γίνεται αφορμή απόρριψης, περιφρόνησης ή αδιαφορίας.
Ο Χριστιανισμός σήμερα θεωρείται ένα ιδεολογικό σύστημα, μία θρησκεία, χρήσιμη για την κοινωνία και για κάποιους, όχι όμως συστατικό στοιχείο της ανθρώπινης ταυτότητας. Οι πολλοί δεν πιστεύουν στην Ανάσταση του Χριστού, η οποία αποτελεί το κλειδί της πίστης, ή, ακόμη κι αν πιστεύουν, αυτό έχει θεωρητική ισχύ. Δεν μεταμορφώνει την ζωή, απλώς της δίνει παρελθόν σε ό,τι αφορά στο ιδεολογικό της μέρος, και ίσως μέλλον, καθώς οι άνθρωποι θέλουμε να πιστεύουμε ότι μετά τον θάνατό μας υπάρχει ένα είδος ζωής και γιατί όχι επανόδου μας κάποια στιγμή, όταν θα σταματήσει το κακό και ο θάνατος, σ’ αυτή την πραγματικότητα.

                Όταν οι μαθητές του Χριστού άρχισαν να κηρύττουν το Ευαγγέλιο και την Ανάσταση στους Ιουδαίους, οι πρώτοι χριστιανοί συγκεντρώνονταν στο ναό των Ιεροσολύμων για να ακούσουν το κήρυγμα, αλλά και για να χαρούνε με τα θαύματα τα οποία γίνονταν από τους αποστόλους στο όνομα του Χριστού. Το βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων επισημαίνει σ’ αυτό το σημείο το εξής χαρακτηριστικό: «των δε λοιπών ουδείς ετόλμα κολλάσθαι αυτοίς, αλλ’ εμεγάλυνεν αυτούς ο λαούς» (Πράξ. 5, 13). Από τους άλλους που ήταν στο ναό κανείς δεν τολμούσε να προσκολληθεί σ’ αυτούς, όμως ο λαός τους είχε σε μεγάλη υπόληψη. Η φράση αυτή μας παρηγορεί για το σήμερα, διότι μας δείχνει ότι οι νοοτροπίες των ανθρώπων δεν αλλάζουν. Μολονότι οι Ιουδαίοι που πίστευαν στον Θεό της Παλαιάς Διαθήκης, θρήσκευαν θα λέγαμε, καταλάβαιναν ότι η πίστη στο Χριστό δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητη, αλλά έδινε άλλη δυναμική και νόημα στη ζωή, δεν τολμούσαν να πλησιάσουν και να προσκολληθούν στους Αποστόλους. Είχαν την περιέργεια να ακούσουν, αλλά δεν τολμούσαν να γίνουν μέλη της Εκκλησίας. Δεν τολμούσαν να αποδεχθούν την αλήθεια, όντας εκείνοι που είχαν σταυρώσει τον Χριστό. Κι ενώ μέσα τους ένιωθαν πως η ζωή του κόσμου άλλαζε, δεν ήθελαν να κάνουν το μεγάλο βήμα να υπερβούν τον εαυτό τους και την νοοτροπία τους, αλλά παρέμεναν στο παλαιό.

     Αυτή η στάση έναντι της Ανάστασης, έναντι του Χριστού, έναντι της Εκκλησίας λοιπόν επιβιώνει στους αιώνες σε όσους θεωρούν την πίστη στο Χριστό ότι πρέπει να εξαντλείται στα όρια της θρησκείας και δεν τολμούν να κάνουν το βήμα της εισόδου τους σε σχέση ζωής και εμπιστοσύνης μαζί Του εν τη Εκκλησία. 
Είναι οι παρατηρητές της ζωής που ο Χριστός έφερε.
Είναι όσοι διακατέχονται από ένα πνεύμα συμβιβασμού με τον κόσμο και την πραγματικότητά του και δεν θέλουν να τολμήσουν να κάνουν το μεγάλο βήμα να γευθούν μιαν άλλη ζωή. 
Είναι όσοι είναι δειλοί εσωτερικά, γιατί δεν θέλουν να έρθουν σε ρήξη με τις κατεστημένες νοοτροπίες, οι οποίες θέλουν την πίστη ως μία θρησκευτική ιδεολογία, ακίνδυνη για την μεταποίηση της ζωής σε θαύμα αγάπης, αιωνιότητας και φωτός. 
Είναι όσοι  λειτουργούν με γνώμονα τον ορθολογισμό, που θέλουν αποδείξεις για να δικαιολογήσουν την απιστία ή την πίστη, χωρίς όμως και να είναι έτοιμοι να αποδεχτούν την αλλαγή. 
Είναι όσοι μεταθέτουν για το μέλλον τον προβληματισμό, διότι προέχουν οι βιοτικές μέριμνες, οι κοσμικοί στόχοι,  η χαρά της επίγειας ζωής.
 Είναι, τέλος, οι αρνητές της Ανάστασης, οι οποίοι δεν εννοούν να αποδεχτούν ότι ο Θεός υπάρχει και αγαπά τον άνθρωπο τόσο, ώστε έγινε υπήκοος μέχρι θανάτου, για να νικήσει τον θάνατο.
                
«Ο λαός εμεγάλυνεν αυτούς». Αν δεν ανήκουμε σε κάποια από τις προηγούμενες κατηγορίες, ο λόγος αυτός αποτελεί για μας μία μεγάλη πρόκληση. Ο λαός είχε τους αποστόλους και τους χριστιανούς σε μεγάλη υπόληψη. Ακόμη κι αν δεν αποδέχονταν ανεπιφύλακτα την πίστη τους, έβλεπε την ζωή τους, η οποία ήταν σύμφωνη με τον τρόπο που δίδαξε ο Χριστός. Έβλεπε την αγάπη την οποία είχαν. Έβλεπε την ταπείνωση. Την συμμετοχή στην λατρεία. Την προσφορά στο συνάνθρωπο. Τη αλήθεια που εξέπεμπε η ζωή τους. Την αποφασιστικότητα της πίστης τους. Την προσευχή τους. Την χάρη του Θεού. Τον δυναμισμό που η διδασκαλία του Ευαγγελίου έφερε και την συνεχή ενασχόληση μ’ αυτό. Την αίσθηση της παρουσίας του Χριστού μέσα στις καρδιές τους, που μεταμόρφωνε την ζωή τους. Τα θαύματα. Το ότι δοξάζονταν ο Θεός. Το ότι δεν περιοριζόταν η πίστη τους σε ένα θρησκευτικό τυπικό.  Με έναν λόγο, την γνησιότητα και την αυθεντικότητά τους. Ήταν ό,τι πίστευαν! Γι’ αυτό, ακόμη και οι λιγότερο κατηρτισμένοι, οι πιο απλοί, εκτιμούσαν τους χριστιανούς.
                Σε μία εποχή αμφισβήτησης, αδιαφορίας, απόρριψης, περιορισμού του χριστιανισμού σε μία θρησκευτική τελετουργία ή εγκλωβισμού του σε έναν κοινωνικό προνοιακό μηχανισμό υπέρ των αδυνάτων, η πίστη μας αποτελεί την δύναμη που μας παρηγορεί για το ότι λειτουργούμε ως ένα «λείμμα» που εξακολουθεί να αγαπά τον Αναστημένο Χριστό. Για το ότι Εκείνος είναι το Α και το Ω της ζωής μας, ακόμη κι αν οι αμαρτίες μας ταλαιπωρούν και θα μας ταλαιπωρούν. Και η πίστη σ’ Αυτόν κάνει την ζωή μας κρυστάλλινη. Είμαστε ό,τι πιστεύουμε. Αυτόν τον δρόμο αν προσπαθούμε να  ζούμε, τότε η ζωή της Εκκλησίας θα έχει νόημα όχι μόνο για εμάς, αλλά και για όσους αμφισβητούν ή δεν τολμούν να κάνουν το μεγάλο βήμα, να αποδεχθούν την Ανάσταση ως την μοναδική πρόταση ζωής που λυτρώνει και νοηματοδοτεί χθες και σήμερον και εις τους αιώνας κάθε ανθρώπινη ζωή.

«Εἰρήνη πᾶσι»·«και πρῶτα στον ἐαυτό μου, Κύριε»


Στιγμὲς ὀρθρινῆς ἤ ἑσπερινῆς ἀκολουθίας· στρέφεσαι καὶ εὐλογεῖς μὲ τὸ «εἰρήνη πᾶσι» καὶ συνειδητοποεῖς ὅτι κοιτάζεις ἕναν ἄδειο ἄπὸ ἀνθρώπινη παρουσία ναὸ, ποὺ ὰποδέχεται τὸν ἑσπερινὸ ὕμνο καὶ ἀναπνέει παράλληλα τὸ εὐῶδες θυμίαμα.


«Εἰρήνη πᾶσι»... Τὸ λὲς μὲ συναίσθηση καὶ δέος. Ὅμως, ποιοὶ τὸ ἀκοῦνε ἄραγε, σὲ ποιοὺς καὶ γιατὶ ἀπευθύνεται αὐτὴ ἡ εὐλογία; Φυσικὰ ἐσὺ τὸ λές, ἐσὺ τὸ ἀκοῦς καὶ μόνος σου διερωτᾶσαι, καθὼς γυρίζεις καὶ βλέπεις τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ στὸ τέμπλο νὰ φωτίζεται ἀπὸ τὸ ταπεινὸ καὶ ἰλαρὸ φῶς τοῦ λαδοκάντηλου, ἐνῶ σκέφτεσαι: ποιὰ σημασία ἔχει νἀ λέγεται, λοιπὸν, ἡ εἰρήνευση αὐτὴ, χωρὶς νὰ ὐπάρχει οὔτε ἔνας πιστὸς στὸ ναὸ;


Κάπου ἀπέξω ἀκούγονται φωνὲς καὶ βηματισμοὶ. Στ᾿ ἀντικρυνὰ τὰ σπίτια ἀνάβουν τὰ φῶτα, καθὼς σιμώνει ἡ νύχτα, ἐνῶ κάποιες θύρες ἀνοιγοκλείνουν. Ὁ κόσμος τῆς ἐνορίας εἶν᾿ αὐτὸς λοιπὸν, ποὺ δὲν ἔρχεται τὶς καθημερινὲς στὸν ἑσπερινὸ καὶ μόνο στὶς Κυριακάτικες λειτουργίες ἀκούει, τὶς περισσότερες φορὲς ἀδιάφορα, αὐτὴ τὴν εὐλογία. «Εἰρήνη πᾶσι». Κι ἐσὺ τὸ ξέρεις, τὸ καταλαβαίνεις καὶ σιωπᾶς πάντα, γιατὶ ὅ,τι καὶ νὰ πεῖς δὲ γίνεσαι κατανοητὸς. Γιατὶ, ἄραγε;
Ὡστόσο στὸ περιθώριο τῶν ὄσων βιώνεις τὴν κάθε μέρα, σημειώνεις μὲ βεβαιότητα καὶ ὑπομονὴ κάποιες ταπεινὲς σκέψεις/προσευχὲς, τὶς ὀποῖες καὶ προσφέρεις, κάθε βράδυ μὲ τὸ ἑσπερινὸ θυμίαμα καὶ κυρίως, γιὰ νὰ ἔχεις τὴ δυνατότητα ν᾿ ἀποδράσεις ἀπὸ τὴν ἀπόγνωση καὶ τὴν ἀθυμία.
 Γι᾿ αὐτὸ, ὅταν λές «Εἰρηνη πᾶσι», ἐκείνη τὴ στιγμὴ βιώνεις καὶ συνειδητοποιεῖς, πὼς ἐσὺ ἔκαμες τὸ χρέος σου: ἔστειλες δηλαδὴ τὴν εἰρήνη καὶ τὴν εὐλογία Ἐκείνου, ὄχι μονάχα στοὺς ἄδειους χώρους τοῦ ναοῦ, μὰ πέρα καὶ ἔξω ἀπ᾿ αὐτοὺς. Γιατὶ ἡ εἰρήνη πρέπει, ἀφοῦ ξεπεράσει τὰ ὄρια τοῦ ναοῦ, νὰ εἰσοδεύσει στὸ σπίτι τοῦ ἄρρωστου ποὺ πασχίζει νὰ βρεῖ τὴν ἰσορροπία του, στὸν κουρασμένο καὶ ἀποκαμωμένο ἀπὸ τὸ ἄγχος τῆς καθημερινότητας ἐνορίτη, στὸ μαθητὴ ποὺ συλλαβίζει τὴ ζωὴ μέσα στὰ βιβλία του, στὸ ζεῦγος τῶν νέων παιδιῶν ποὺ πασχίζουν νὰ βιώσουν τὸ βαθὺ μυστήριο τῆς συζυγίας, ἀλλὰ καὶ στὸ ζεῦγος ἐκεῖνο ποὺ μὲ ποικίλους τρόπους πασχίζει νὰ ἀποτινάξει καὶ νὰ διαλύσει τὸ ζυγὸ τῆς συμβιώσεως, στὸ γέροντα καὶ τὴ γερόντισσα ποὺ κοιτάζουν νὰ βροῦν μιὰ σταγόνα ὑπομονῆς καὶ στοργῆς ἀπ᾿ τοὺς ἄλλους, στὸ νέο ἤ τὴ νέα ποὺ σκοτινιάζουν τὸ νοῦ καὶ τὴν ψυχὴ τους μὲ οὐσίες ἐφήμερης ἤ στιγμιαίας εὐτυχίας, στὸ κάθε πιστὸ, στὸν κάθε κληρικὸ, στὸν κάθε ἀγωνιζόμενο μοναχὸ, στὸν κάθε ἄνθρωπο. Αὐτὴ τὴν εἰρήνη στέλνει πρωΐ καὶ βράδυ ἡ Ἐκκλησία, ἄσχετα ἄν δὲν τὴν ἀφουγκράζεται ἤ δὲν τὴ συνειδητοποιεῖ ὁ κόσμος.


Ἡ Εἰρήνη, ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ (πρβλ. Ἰω. 14, 27) στέλνεται καθημερινὰ στὸν κόσμο, ὅπως στέλνεται τὸ φῶς, ἡ βροχὴ, ὁ ἄνεμος καὶ συνδράμουν τὴ γῆ καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Τὸ ζητούμνο εἶναι πόσοι καὶ γιατὶ δὲν τὴ δέχονται. Ἕνα ζήτημα ποὺ διαφαίνεται ἀπὸ τὰ πρῶτα τῆς Δημιουργίας χρόνια, ὅπου ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ ἦταν πάντα τὸ χάδι, ἡ στοργὴ, ἡ ἀνάπαυση γιὰ τοὺς πρωτόπλαστους. Μέχρι ποὺ εἰσῆλθε ὁ ἔχθρὸς ὅλων αὐτῶν τῶν ἀγαθῶν,ποὺ δόθηκαν ὠς δωρεὰ ἀπὸ τὸν Δημιουργὸ γιὰ τὴν εὐτυχία καὶ εὐλογία τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων, κατέλυσε μὲ πονηρία καὶ θράσος τὴν εἰρήνη μεταξὺ τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων καὶ τὴν ἀντικατέστησε μὲ τὴν ἐγωπάθεια, τὴν ἰσχυρογνωμία καὶ τὸν σκληρὸ ἀρνητισμὸ.


Ἀφουγκράζεσαι, λοιπὸν ἐδῶ, στὴν ἡσυχία τῆς ἑσπερινῆς ἀκολουθίας τοὺς καημοὺς καὶ τὰ βάσανα τῶν ἀνθρώπων. Καημοὺς καὶ βάσανα δηλαδὴ ποὺ, καθὼς ἀνεβαίνεις καθημερινὰ γιὰ τὸ ναὸ τὰ μαζεύεις, ἀφοῦ καταλαβαίνεις, βλέπεις κι ἀκοῦς ὅταν περνᾶς μπροστὰ ἀπὸ τὰ σπίτια τῶν ἐνοριτῶν σου καὶ ξέρεις, τὸ γιατὶ φωνάζει ἡ μιὰ γειτόνισσα στὴν ἄλλη, γιατὶ μαλώνει ὁ πατέρας του τὸ Νίκο κι ἀκόμα γιατὶ, ἀφοῦ διασταυρώθηκαν οἱ δύο πρώην φιλενάδες δὲ χαιρέτισε ἡ μιὰ τὴν ἄλλη κι ἄλλα πολλὰ... Καὶ σκέφτεσαι καὶ παρακαλᾶς τὸ Θεὸ νὰ εὐδοκήσει νὰ βιώσουν τὴν πάντιμο εἰρήνη Του ποὺ τοὺς στέλνει, γιὰ νὰ ἡρεμήσει ἡ ψυχὴ τους, νὰ χαμογελάσει τὸ στόμα τους, νὰ βρεθοῦν κοινοὶ τόποι συνεργασίας, φιλίας, ἀλληλοβοηθείας, φιλαδελφίας καὶ φιλοτιμίας...


Στέκεις σκεφτικὸς μετὰ τὸν Ἑσπερινὸ καὶ διερωτᾶσαι, ἄν πρέπει νὰ πεῖς δυὸ λόγια μεθαύριο τὴν Κυριακὴ σ᾿ ὅλους αὐτοὺς ποὺ θἄρθουν, μὴ καὶ καταλάβουν κάτι. Μόνο ποὺ κάποτε διστάζεις, γιατὶ φοβᾶσαι ὅτι κι ἐσὺ ὁ ἴδιος ἀκόμα δὲ βίωσες ἰκανὰ τὴν Εἰρήνη Του. Μὲ λίγα λόγια δὲν ἔφτασες στὸ ὕψος τὸ πνευματικὸ τῶν μοναχῶν ἐκείνων τοῦ φιλόθεου Γεροντικοῦ, ποὺ προσπάθησαν νὰ δημιουργήσουν μιὰ «τεχνητὴ» φιλονικία κι ὅμως ἠ ταπείνωση καὶ ἡ ἀληθινὴ φιλία (πρβλ. τὸ: «Ὁ Χριστὸς ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν» τοῦ ἱερατικοῦ συλλείτουργου) δὲν τοὺς τὸ ἐπέτρεψε.


«Εἰρήνη πᾶσι»· «καὶ πρῶτα στὸν ἐαυτὸ μου, Κύριε», ψυθιρίζεις καὶ κάνεις τὸ σταυρὸ σου καθὼς ἀναχωρεῖς ἀπ᾿ τὸ ναὸ κι ἀπόψε…


π. Κων. Ν. Καλλιανὸς/πηγή

Κήρυγμα Κυριακή του Θωμά

Πρωτ. Γεωργίου Παπαβαρνάβα
Ο Απόστολος Θωμάς ανήκε σε οικογένεια αλιέων και ήταν κατηριθμημένος στον χορό των δώδεκα Αποστόλων. Είναι γνωστός κυρίως από το γεγονός ότι ζήτησε να δη και να ψηλαφήση τους τύπους των ήλων στα χέρια και την πλευράν του Χριστού.
Όπως είναι γνωστόν, ο Απόστολος Θωμάς απουσίαζε όταν ο Χριστός, μετά την Ανάστασή Του, επισκέφθηκε τους Μαθητές Του στο υπερώον όπου ήσαν συνηγμένοι. Όταν πληροφορήθηκε τα σχετικά με την επίσκεψη του Χριστού, εζήτησε να Τον δη και να ψηλαφίση τις πληγές του Σταυρού στα χέρια και την πλευρά Του. 
Όταν, τελικά, πραγματοποιήθηκε η συνάντηση αυτή μετά από οκτώ ημέρες, ο Θωμάς Τον ομολόγησε Κύριο και Θεό Του. 
Την Κυριακή της Αναστάσεως, στον Εσπερινό της Αγάπης, αναγινώσκεται στους Ιερούς Ναούς, και μάλιστα σε διάφορες γλώσσες, το Ευαγγελικό ανάγνωσμα, που αναφέρεται στην επίσκεψη του Χριστού στους Μαθητές Του, απόντος του Αποστόλου Θωμά.
Ο Απόστολος Θωμάς, μετά την Πεντηκοστή, κήρυξε το Ευαγγέλιο στους Πάρθους, τους Πέρσες, τους Μήδους και τους Ινδούς. Είχε μαρτυρικό τέλος. Κατ’ αρχάς ρίφθηκε στην φυλακή. Ύστερα παραδόθηκε σε πέντε στρατιώτες, οι οποίοι τον ανέβασαν πάνω σε ένα όρος και τον εθανάτωσαν, αφού κατετρύπησαν το σώμα του με λόγχες.
Ο ιερός υμνογράφος, περιγράφοντας το μαρτυρικό τέλος του Αποστόλου Θωμά, και απευθυνομενος στον Χριστό, λέγει χαρακτηριστικά: “Ο Θωμάς, ο οποίος ζητούσε να βάλη το χέρι του στην πλευρά Σου, για σένα νύττεται την πλευράν του”.
Τα περιστατικά της ζωής του, κυρίως όσα έχουν σχέση με την πίστη του και με τον τρόπο με τον οποίον αυτή εκφράζεται, μας δίνουν την αφορμή να τονίσουμε τα ακόλουθα:
Πρώτον. Έχει επικρατήσει η άποψη ότι ο Απόστολος Θωμάς ήταν άπιστος, επειδή ζήτησε να δη με τα μάτια του και να ψηλαφήση με τα χέρια του τον Αναστάντα Χριστό. Βέβαια, είπε τον γνωστόν εκείνο λόγο “εάν μη ίδω... ου μη πιστεύσω”, αλλ’ όμως δεν ήταν άπιστος με την έννοια που δίνουμε εμείς στην απιστία και δεν αμφέβαλε για την Ανάσταση του Χριστού. Πληροφορήθηκε από τους άλλους Αποστόλους την Ανάσταση του Κυρίου, καθώς και την επίσκεψή Του “τών θυρών κεκλεισμένων”, ήθελε όμως να αποκτήση προσωπική εμπειρία του θαυμαστού αυτού γεγονότος. Ήθελε να έχη προσωπική συνάντηση με τον Αναστάντα Χριστό, να απολαύση την ευλογία της παρουσίας Του και να φθάση από την πίστη εξ ακοής στην πίστη εκ θεωρίας.
“Κατά την διδασκαλία των Πατέρων μας ο Θωμάς δεν ήταν άπιστος Απόστολος, όπως εμείς νομίζουμε και εννοούμε την απιστία, αλλά ήθελε να προχωρήση από την πίστη εξ ακοής στην πίστη εκ θεωρίας. Η πίστη εξ ακοής είναι η πίστη που συνδέεται με τις πληροφορίες που μας δίνουν οι άλλοι. Οι Μαθητές διαβεβαίωναν τον Απόστολο Θωμά ότι είδαν τον Χριστό, όμως εκείνος δεν αρκέστηκε στην πίστη αυτή αλλά ήθελε να προχωρήση στην πίστη εκ θεωρίας, ήθελε να δη προσωπικά τον Χριστό. Οπότε ο Χριστός τον άφησε μια ολόκληρη εβδομάδα να είναι κατηχούμενος και στην συνέχεια εμφανίσθηκε για να του δώση την πίστη εκ θεωρίας. Τότε ο Θωμάς είπε: «ο Κύριός μου και ο Θεός μου» (Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου, Κηρύγματα Αυγούστου, "Εκκλησιαστική Παρέμβαση", τεύχος Ιουλίου - Αυγούστου 2003).
Το γεγονός ότι ο Απόστολος Θωμάς αρχικά απουσίαζε κατά την εμφάνιση του Χριστού στους Μαθητές Του, φαίνεται ότι ήταν οικονομία Θεού, για να γίνη πιστευτό το θαύμα της Αναστάσεως και να διαλυθή κάθε είδους αμφιβολία. Ο ιερός υμνογράφος θα αναφωνήση: “Ω καλή απιστία του Θωμά βεβαίαν πίστιν εγέννησεν”. Βέβαια, ο Χριστός είπε το “μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες”, αλλά αυτό αναφέρεται στην πίστη εξ ακοής, που είναι εισαγωγική πίστη και φυσικά απαραίτητη για να προχωρήση κανείς στην πίστη εκ θεωρίας που είναι εμπειρική πίστη, ήτοι προσωπική κοινωνία του ανθρώπου με τον προσωπικό Θεό της Εκκλησίας.

Δεύτερον. Ο Χριστός όταν επισκέφθηκε και πάλι τους Μαθητές Του μετά από οκτώ ημέρες, κάλεσε τον Απόστολο Θωμά να ψηλαφήση τα σημάδια των πληγών στο Σώμα Του. Τότε ο Απόστολος Θωμάς Τον ανεγνώρισε και Τον ομολόγησε Κύριο και Θεό του. Τον ανεγνώρισε από τις πληγές του Σταυρού, οι οποίες αποτελούν σημάδι της αγάπης Του, αλλά και της δυνάμεώς Του. Την ομολογία του Θωμά οι άγιοι Πατέρες την ονομάζουν σωτήριο. Και πραγματικά οδηγεί στην σωτηρία όλους εκείνους που την απευθύνουν στον Χριστό εκζητώντας ταπεινά το έλεός Του.
Ένας Χριστός χωρίς τους τύπους των ήλων στο σώμα Του δεν είναι αληθινός Χριστός. Ο Αντίχριστος θα ομοιάζη με τον Χριστό εξωτερικά, αλλά δεν θα έχη τα σημάδια του Σταυρού. Κατά μία Πατερική ερμηνεία, τα αρχικά του αριθμού χ ξ στ' (666), που αναφέρεται στον αντίχριστο, σημαίνουν “χριστός ξένος σταυρού”.
Ο Χριστός αναγνωρίζεται από τα σημάδια των πληγών του Σταυρού. Αλλά και οι γνήσιοι Μαθητές του Χριστού αναγνωρίζονται και αυτοί από τα σημάδια του Σταυρού του Χριστού, που ο καθένας τους ηθελημένα σηκώνει. Άλλωστε, δεν υπάρχει άνθρωπος σε αυτή την ζωή που να μη βαστάζη τον δικό του σταυρό. Και στην περίπτωση που αρνείται τον ελαφρύ Σταυρό του Χριστού, τότε σηκώνει τον βαρύ σταυρό της αμαρτίας.
Η πραγματική πίστη είναι άμεσα συνδεδεμένη με την αγάπη και τον πόνο. Όποιος έχει βρη μέσα του τον Χριστό, δια της υπακοής στην Εκκλησία, αυτός Τον ομολογεί καθημερινά με την ζωή του και κυριολεκτικά λιώνει από την αγάπη προς τον Θεό και τον πλησίον.

Παρασκευή 25 Απριλίου 2014

Ο ερημίτης του Όρους Σινα π.Μωυσής

Θεολογική ανάλυση στον πεντηκοστό (ν') ψαλμό του Δαυίδ

50 ος Ψαλμός: Ελέησόν με ο Θεός κατά το μέγα Έλεός σου
Του Νικολάου Μπρατσιώτη, καθηγητή της Βιβλικής Ιστορίας 
και Βιβλικής Θεολογίας στην Θεολογική Σχολή Αθηνών.

ΨΑΛΜΟΣ 50ος: «Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου· ἐπὶ πλεῖον πλῦνόν με ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου καὶ ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με. 5 ὅτι τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ γινώσκω, καὶ ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μού ἐστι διαπαντός. 6 σοὶ μόνῳ ἥμαρτον καὶ τὸ πονηρὸν ἐνώπιόν σου ἐποίησα, ὅπως ἂν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις σου, καὶ νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί σε. 7 ἰδοὺ γὰρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην, καὶ ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου. 8 ἰδοὺ γὰρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τὰ ἄδηλα καὶ τὰ κρύφια τῆς σοφίας σου ἐδήλωσάς μοι. 9 ραντιεῖς με ὑσσώπῳ, καὶ καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς με, καὶ ὑπὲρ χιόνα λευκανθήσομαι. 10 ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καὶ εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. 11 ἀπόστρεψον τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου καὶ πάσας τὰς ἀνομίας μου ἐξάλειψον. 12 καρδίαν καθαρὰν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός, καὶ πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. 13 μὴ ἀποῤῥίψῃς με ἀπὸ τοῦ προσώπου σου καὶ τὸ πνεῦμά σου τὸ ἅγιον μὴ ἀντανέλῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ. 14ἀπόδος μοι τὴν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου σου καὶ πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με.15 διδάξω ἀνόμους τὰς ὁδούς σου, καὶ ἀσεβεῖς ἐπὶ σὲ ἐπιστρέψουσι. 16 ρῦσαί με ἐξ αἱμάτων, ὁ Θεὸς ὁ Θεὸς τῆς σωτηρίας μου· ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσά μου τὴν δικαιοσύνην σου. 17 Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου. 18 ὅτι εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν· ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις.19 θυσία τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει. 20 ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ σου τὴν Σιών, καὶ οἰκοδομηθήτω τὰ τείχη ῾Ιερουσαλήμ· 21 τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφορὰν καὶ ὁλοκαυτώματα· τότε ἀνοίσουσιν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριόν σου μόσχους.»
Ο 50ός ψαλμός είναι ο πλέον συνήθης ψαλμός που χρησιμοποιείται στην Εκκλησία μας, σε όλες τις περιπτώσεις, ιδιαιτέρως κατά τις ημέρες της Μ.Σαρακοστής.

Αυτός ο ψαλμός σύμφωνα με την αρχαία παράδοση που υπάρχει γραμμένη στο ψαλτήριο, αποδίδεται στον προφητάνακτα Δαυίδ. Αυτόν τον σπουδαίο βασιλιά. Κατά σειράν είναι ο δεύτερος βασιλιάς του Ισραήλ, μετά τον Σαούλ. Επελέγη από τον Θεό. Ήταν βοσκός αιγοπροβάτων όταν ο Θεός τον εκάλεσε δια του προφήτου Σαμουήλ, για να τον αναδείξει βασιλιά του Ισραήλ. Ο Δαυίδ είχε το μεγάλο τάλαντο της ποιήσεως και έπαιζε και όργανο, το ψαλτήριο.

Το ψαλτήριο είναι όργανο και επειδή τα θρησκευτικά συνοδεύοντο από το όργανο που ελέγετο ψαλτήριο, λέμε ψαλτήριο, ψαλμοί κ.λπ.

Ο ψαλμός αυτός σύμφωνα με την παράδοση, γράφεται μετά από την μεγάλη αμαρτία την οποία διέπραξε ο Δαυίδ, ο οποίος έπεσε στο φοβερό αμάρτημα της μοιχείας. Κατόπιν τον επισκέπτεται ο προφήτης Νάθαν απεσταλμένος από τον Θεό και του λέει μία παραβολή: – Εδώ στην περιοχή μας ήταν ένας πλούσιος που είχε πολλά πρόβατα και ένας άλλος φτωχός είχε μία μικρή προβατίνα. Ο πλούσιος σκοτώνει τον φτωχό και του παίρνει το πρόβατο. Εξοργίζεται ο Δαυίδ και ρωτάει ποιος είναι αυτός και που είναι. Ο Νάθαν του λέει, Βασιλιά μου αυτός δεν είναι μακριά, εδώ είναι, εσύ είσαι.

Η στιγμή είναι συγκλονιστική. Ο Δαυίδ συναισθάνεται βαθύτατα το μέγεθος της αμαρτίας του, την μεγάλη πτώση του. Γεννιόνται ερωτηματικά, πως ο Θεός άφησε αυτόν τον εκλεκτό να πέσει.
Ο Θεός δεν υπογράφει συμβόλαιο με τον καθένα μας, εμείς να πηγαίνουμε αντίθετα από το θέλημά Του και αυτός να μας κρατάει από το χαλινάρι.
Όπως λέει η σοφία της Π. Διαθήκης, άφησε τον άνθρωπο ο Θεός να έχει ο ίδιος την πρωτοβουλία να επιλέγει εκάστοτε τον δρόμο του. Τον νόμο του Θεού τον ξέρει, και ελάχιστοι είναι εκείνοι που μπορούν με κάποια σοβαρότητα να ισχυρισθούν ότι δεν ξέρουν το θέλημα του Θεού σήμερα. Το θέμα είναι πόσοι τον εφαρμόζουμε και αν πάντοτε τον εφαρμόζουμε.

Ο ψαλμός αυτός είναι γραμμένος μέσα από την συντριβή την οποία αισθάνεται ο Δαυίδ. Σ’ αυτό το έξοχο ποίημα δεν έχει εικόνες που φαντάζουν. Οι τόνοι είναι πολύ χαμηλοί, τίποτα δεν είναι περιττό και μας κάνει εντύπωση ότι επανέρχεται στο θέμα της αμαρτίας του, της ικεσίας προς το θείο έλεος να τύχει συγγνώμης, και την σειρά των αιτημάτων τα οποία διατυπώνει, για να μπορέσει να επανέλθει στην προτέρα ευδαίμονα κατάσταση «Απόδος μοι την αγαλλίασιν του σωτηρίου σου» θα πει σε κάποια στιγμή.

Αυτός ο ψαλμός προχωρεί σε βάθος, δεν είναι επιφάνεια. Δεν είναι το «Κύριε, ελέησον» που λέμε πολλές φορές μηχανικά. Δεν κρίνω το Κύριε ελέησον που λέει η Εκκλησία. Κρίνω εμάς που πολλές φορές το λέμε μηχανικά. Το «Κύριε ελέησον» είναι κάτι το συγκλονιστικό, ζητάμε το έλεος του Θεού.

Στην ορθόδοξη Εκκλησία μας που έχει τόση πνευματικότητα, υπάρχει η λεγομένη«ευχή» που την ξέρουμε όλοι «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλό». Είναι η σύντομη ευχή που λένε οι μοναχοί, που λέμε και εμείς και που είναι όντως αυτή η επίκληση θαυματουργική, σώζει. Έχω δει ανθρώπους να σώζονται από τα χέρια του διαβόλου τον οποίο βλέπουν χωρίς να το έχουν συνειδητοποιήσει, να σώζονται μ’ αυτήν την ευχή. Σ’ αυτήν την ευχή υπάρχει το «Ελέησόν με».

Τόσο συνυφαίνεται με την πνευματική ζωή της Εκκλησίας μας ο περίφημος αυτός ψαλμός της μετανοίας «Ελέησόν με, ο Θεός, κατά το μέγα έλεός σου και κατά το πλήθος των οικτιρμών σου εξάλειψον το ανόμημά μου». «Επί πλείον πλύνον με……ο Θεός ουκ εξουδενώσει».

Ὁ Ἅγιος Ἠλίας(Ιόρεστ),ο Ὁμολογητής(+24 Απριλίου 1678)

Ὁ Ἅγιος Ἠλίας(Ιόρεστ),ο Ὁμολογητής, γεννήθηκε τὸ ἔτος 1600 στὴν Τρανσυλβανία καὶ καταγόταν ἀπὸ πτωχὴ καὶ εὐσεβὴ οἰκογένεια. Ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία ἀγάπησε τὸν μοναχισμὸ καὶ ἔγινε μοναχὸς στὴ μονὴ Πούτνα. Λόγω τῆς θεοφιλοῦς πολιτείας του, μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Μητροπολίτη Τρανσυλβανίας Γενναδίου (†3 Σεπτεμβρίου 1640) καὶ μὲ τὴ συγκατάθεση τοῦ βοεβόδα τῆς Μολδαβίας Βασιλείου Λούπου, ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Τρανσυλβανίας.
Από το 1541 όμως η Τρανσυλβανία ήταν αυτόνομο πριγκηπάτο υπό τουρκική κηδεμονία και διοικούσαν Ούγγροι πρίγκηπες.Αυτοί κοντά στον ρωμαιοκαθολικισμό αναγνώρισαν ως θρησκειες του αυτονόμου κράτους τον καλβινισμό και τον λουθηρανισμό,θέτωντας την ορθόδοξη πίστη στο περιθώριο

Ὁ Ἅγιος ὑπερασπίσθηκε, ὡς Ἐπίσκοπος, τὴν ὀρθόδοξη πίστη μὲ ὅλη του τὴ δύναμη.Όταν εκλέχθηκε στον  επισκοπικό θρόνο ο πρίγκηπας Γεώργιος Ράκοσζυ προσπάθησε να τον υποχρεώσει σε διάφορες ενεργειες για να διαδοθείπιο εύκολα ο καλβινισμός μεταξύ των ορθοδόξων.Μεταξύ άλλων του ζήτησε να τυπώσει στην ρουμανική γλώσσα καλβινιστικές προσευχές και ύμνους και να τυπώσει μια καλβινιστική κατήχηση.Ο επίσκοπος φυσικά αρνήθηκε Γι’ αὐτὸ και για άλλα πολλά φυλακίσθηκε καὶ ὑπέφερε τὰ πάνδεινα. 
Μετὰ ἀπὸ ἐννέα μῆνες ἔγκλειστου βίου στὴ φυλακή ἀπελευθερώθηκε αφού 24 ορθόδοξοι πιστοί εγγυήθηκαν γι αυτόν πως θα πληρώσει το ποσό των 1000 τάληρων,ένα ποσό τεράστιο για την εποχή εκείνη.Για να μαζέψει αυτό το ποσό ταξίδεψε στην Ρωσία.Έχοντας μαζί του συστατική επιστολή από τον ευσεβή ηγεμόνα της Μολδαβίας Βασίλειο Λούπου έγινε δεκτός από τον τσάρο δύο φορές και κατάφερε να μαζέψει το απαιτούμενο ποσό. . Κατὰ τὸ ἔτος 1656 ἐξελέγη Ἐπίσκοπος στὸ Χοὺς καὶ πάλι ἀγωνίσθηκε σκληρὰ γιὰ τὴν ὑπεράσπιση τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς ὀρθοδόξου πίστεως.

Ὁ Ἅγιος Ἠλίας κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1678.Η αγιοκατάταξή του έγινε το 1955.Η μνήμη του τιμάται στις 24 Απριλίου

Η τελευταία εξομολόγηση...

Το παρακάτω κείμενο είναι μια αληθινή ιστορία μεταφρασμένη από το παράνομο ρωσικό θρησκευτικό περιοδικό Ελπίδα («Ναντιέζντα») αρ. 9. Αποτελεί κεφάλαιο ενός βιβλίου που περιγράφει την ζωή του π. Αρσενίου, ενός αγίου ιερέως που έδρασε μέσα στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Προτάσσεται μέρος από τον πρόλογο του βιβλίου.
***
Το να σφραγίσουμε τα χείλη μας θα σήμαινε να πετάξουμε στη λήθη τις θλίψεις, τα βασανιστήρια, τους ασκητικούς αγώνες και τον θάνατο χιλιάδων μαρτύρων που υπέφεραν για τον Χριστό, αλλά και για χάρι δική μας, όσων είμαστε εδώ στη γη. Δεν έχουμε δικαίωμα να ξεχάσουμε. Πρέπει να μιλήσουμε γι’ αυτούς τους ανθρώπους που βασανίστηκαν. αποτελεί καθήκον μας ενώπιον Θεού και ανθρώπων...
Σ’ αυτά εδώ τα απομνημονεύματα παρουσιάζεται μπροστά μας μόνο ένας από το αναρίθμητο πλήθος των πολεμιστών του Χριστού του πρώτου ημίσεως της δεκαετίας του '60. Πόσοι να είναι άραγε αυτοί που χάθηκαν για χάρι μας;...
Μέσα σ’ ένα διάστημα δεκαεννιά αιώνων η ανθρωπότης συσσώρευσε έναν πλούτο γνώσεως και σοφίας. ο Χριστιανισμός έφερε στους ανθρώπους Φως και Ζωή. Από αυτήν όμως την τεράστια παρακαταθήκη οι άνθρωποι του εικοστού αιώνος δεν διάλεξαν παρά μόνο την κακία και ονομάζοντάς την επιστημονικό επίτευγμα κατώρθωσαν να προκαλέσουν φρικτά και παρατεταμένα βασανιστήρια σε χιλιάδες ανθρώπων και σε πολλούς έναν επώδυνο θάνατο.
Ήταν έργο της θείας Πρόνοιας να περάσω μαζί με τον π. Αρσένιο ένα μικρό διάστημα της κρατήσεώς μου στα στρατόπεδα. Αυτό όμως στάθηκε αρκετό για να έλθω στην πίστι, να γίνω πνευματικό τέκνο του, ν’ ακολουθήσω τα ίχνη του, να καταλάβω και να γίνω μάρτυς της βαθειάς αγάπης του για τον Θεό και για τον πλησίον και να φθάσω στη επίγνωσι του τί σημαίνει «Χριστιανός».
Πολλοί από όσους έρχονταν σ’ επαφή με τον π. Αρσένιο —διανοούμενοι, εργάτες, αγρότες, εγκληματίες, πολιτικοί κρατούμενοι, παλαιοί μπολσεβίκοι, στελέχη του κόμματος— γίνονταν πνευματικά τέκνα του, φίλοι του, έρχονταν στην πίστι και τον ακολουθούσαν...
Θα ήταν αυθάδεια να έλεγα ότι εγώ έγραψα ή συγκέντρωσα αυτά που ακολουθούν. Πολλοί, πάρα πολλοί είναι αυτοί που γνώριζαν και αγαπούσαν τον π. Αρσένιο. Αυτοί έγραψαν και συγκέντρωσαν και μου έστειλαν το υλικό. Ό,τι είναι γραμμένο εδώ ανήκει σ’ αυτούς. Εγώ, όπως και όλοι αυτοί που ο π. Αρσένιος ανεγέννησε και έβαλε στο δρόμο της πίστεως, προσπάθησα μόνο να ξεπληρώσω με τους κόπους μου ένα μικρό μέρος του απείρου χρέους μου σε κάποιον που με έσωσε δίνοντάς μου μια νέα ζωή. Κι αν εσείς διαβάζοντας τα παρακάτω θυμηθήτε στη προσευχή σας τον δούλο του Θεού Αλέξανδρο, αυτό θα είναι για μένα μεγάλη ανταμοιβή.

Πέμπτη 24 Απριλίου 2014

Ο άγιος νέος ιερομάρτυς Μπράνκο Dobrosavlevich(+24 Απριλίου 1941)


Ιερομάρτυς Πρωτοπρεσβύτερος Μπράνκο Dobrosavlevich

Ο άγιος νέος ιερομάρτυς Μπράνκο Dobrosavlevich γεννήθηκε στις 4 Ιανουαρίου 1886 στην πόλη Scrad.To 1908 αποφοίτησε το Σεμινάριο του Κάρλοβατς και χειροτονήθηκε διάκονος και έπειτα ιερέας σε διάφορες ενορίες της επισκοπής του Γκόρνοκάρλοβατς.Για τις υπηρεσίες προς την εκκλησία και την πατρίδα βραβεύτηκε με ανώτατες διακρίσεις.Στις 23 Απριλίου/6 Μαίου 1941 συνελήφθησαν από τους Κροάτες ρωμαιοκαθολικούς ναζί(Ουστάσι) ο π.Μπράνκο,ο γιός του Νεμπόισα και άλλοι 500 ορθόδοξοι Σέρβοι.Φυλακίστηκαν και βασανίστηκαν σκληρά.Πιο πολύ βασάνισαν τον γιό του Νεμπόισα μπροστά στον πατέρα του ενώ του ζήτησαν να ψάλλει τρισάγιο για τον γιό του ενόσω ήταν ζωντανός.Την επομένη 24 Απριλίου/7 Μαίου 1941 δολοφονήθηκαν όλοι στο δάσος του Κεστένοβατς


Tι λένε για Μένα οι άνθρωποι;

της Γαλάτειας Γρηγοριάδου-Σουρέλη
 Αποτέλεσμα εικόνας για IISUS HRISTOS
Κύριε, πριν 2000 χρόνια ρώτησες τους μαθητές σου: Τι λένε για μένα οι άνθρωποι; Ο λόγος Σου διαχρονικός κι έρχεται σήμερα να κουδουνίσει στ’ αυτιά μου. Ζητάς κι από μένα μια απάντηση: τι λένε για μένα οι άνθρωποι; Εσύ γνωρίζεις τις σκέψεις που κρύβω από τους άλλους και ξέρεις –ενώπιος ενωπίω είμαστε- πως δεν θέλω να Σου πω ψέματα. Άλλωστε Εσύ γνωρίζεις τα εσώψυχά μου. Πώς γίνεται το λοιπόν να σε ξεγελάσω; Μόνο που ό,τι πούμε, παρακαλώ Σε, ας μείνει μεταξύ μας.
Συγχώρα με μονάχα γιατί θα Σε πικράνω…
Κι αρχίζω. Ναι, σήμερα όσο ποτέ, ομολογούν οι άνθρωποι πως είσαι απαραίτητος. Είσαι λένε, αναντικατάστατος. Γιατί, όταν πιστεύουμε στην ύπαρξή Σου, λιγότερα Lexotanil πίνουμε για να κοιμηθούμε και να ηρεμήσουμε! Λένε πως είσαι ο Δημιουργός. Αλλά το βλέπεις, πως απόχτησα κι εγώ, ο άνθρωπος, δύναμη και δημιουργώ. Με την Επιστήμη μέχρι κλωνοποίηση κάνω!


Λένε ακόμα οι άνθρωποι του καιρού μου πως είναι βεβαιότητα η Πρόνοιά Σου. Αλλά καλού-κακού πρέπει να εμπιστευτώ στη δικιά μου πρόνοια, για ν’ αποχτήσω το κάτι τις -όπου θέλεις το προχωράς το κάτι τις…
Τι λεν για Σένα; Πως είσαι ο Κύριός μας, λένε. Γι’ αυτό άλλωστε σου αφιερώνουμε τη μια μέρα της εβδομάδας, την Κυριακή, και τις άλλες μέρες, το ξέρεις, τις αφιερώνουμε σε άλλους κυρίους.
Τι λένε για Σένα; Μα ότι είσαι ομπρέλα που, όταν βρέχει, τρέχουμε από κάτω της να φυλαχτούμε. Αλλά –μη προς κακοφανισμό- μπορούμε να κυβερνάμε σήμερα τα σύννεφα, να τα βομβαρδίζουμε, να φεύγουν… να ’ρχονται και τέτοια.
Ακόμα λένε πως το θέλημά Σου είναι σοφό. Κι όπως στον ουρανό έτσι κι εδώ στη γη να γίνεται ‘κείνο που θες. Μονάχα, πρόσεξε, σύμφωνα με το δικό μας θέλημα να ’ναι το θέλημά Σου.
Ναι, Κύριε, για Σένα λέμε πως είσαι ο Πατέρας μας κι όπως μας είπες, είμαστε παιδιά Σου όλοι. Γι’ αυτό υπάκουοι στην εντολή Σου πήγαμε στα πέρατα της γης και διαδώσαμε το λόγο Σου. Βέβαια σα μυαλωμένοι που είμαστε, τους δώσαμε το Ευαγγέλιο και τους πήραμε τη γη τους. Είναι θέμα προνοητικότητας –δικής μας- όπως Σου εξήγησα.
Εξακολουθούμε πάντα, πιστοί στην εντολή Σου, να διαδίδουμε το Ευαγγέλιό Σου. Και βεβαίως ΟΛΑ τα παιδιά Σου πρέπει να μάθουν τη μοναδική Αλήθεια που είσαι Εσύ και ο λόγος Σου. Να Σε προσκυνήσουν όλοι, ε, και σα δάσκαλοι εμάς να μας χειροκροτούν, να μας ειδωλοποιούν.
Λένε οι άνθρωποι πως είσαι ο Πλάστης μας και όλοι πλάσματά Σου. Φιλάνθρωπος ως είσαι –το λέμε και το πιστεύουμε αυτό– όλους τους σκέπει η αγάπη Σου. Αγάπη είσαι, έτσι Σε λένε οι άνθρωποι κι είπες πως πρέπει να Σου μοιάσουμε. Γι’ αυτό ανοίξαμε τις ντουλάπες μας και δίνουμε… και δίνουμε απλόχερα στους άλλους αδελφούς μας. Γιατί, έλα και πες μου Σε παρακαλώ, τι να την κάνω τη ζακέτα που μου στένεψε; Αμ το παλιομοδίσιο το παλτό και τα παπούτσια, ξέρεις δα, κείνα που με στενεύουν; Δοξολογούν το όνομά Σου οι άνθρωποι, όπως μας ζήτησες, γιατί αλάφρωσαν κι οι βαρυφορτωμένες μας ντουλάπες!
Αλλά γενικά μας ενδιαφέρει να μάθουν όλοι το νόμο Σου. Γιατί τότε δε θα κλειδώνουμε τα σπίτια μας, δε θα κινδυνεύει η ζωή μας και τα αγαθά μας!
Ο κόσμος λέει, πως είσαι ο Σωτήρας και η Οδός. Κι εμένα με συμφέρει πολύ να είσαι η Οδός, γιατί ο άντρας μου όταν βαδίζει το δρόμο Σου δεν θα ξενοκοιτάζει, τα παιδιά μου δεν θα ξημεροβραδιάζονται σε ντισκοτέκ και ύποπτα μπαρ. Θα μπορώ να έχω έτσι ήσυχο το κεφάλι μου! Είσαι η Οδός, αυτό λένε οι άνθρωποι, Κύριε, οδός που θα μας βοηθήσει να περάσουμε καλύτερα ετούτη τη ζωή!
Οι άνθρωποι παραδέχονται πως ήρθες και σταυρώθηκες για μας και προσκυνούν τ’ Άγια Πάθη Σου. Κι είπες και το ομολογούν αυτό οι πιστοί Σου, πως αν θέλουμε να Σε ακολουθήσουμε, να σηκώσουμε το σταυρό μας. Κι εμείς, οι πιστοί Σου, πήραμε το σταυρό μας, και επειδή ήτανε –και μην το αρνηθείς- βαρύς, τον κάναμε κόσμημα και θαρρετά και υπερήφανα τον κρεμάσαμε στο στήθος μας. Ομολογούμε έτσι πως και δικοί Σου είμαστε, μα κι ελαφρύς είναι ο σταυρός. Άσε που ομορφαίνει τον κόρφο μας και το κομψό μας φουστάνι.
Και με ρωτάς: «Τι λένε οι άνθρωποι για μένα;»
Πως κι αν δεν υπήρχες έπρεπε να Σε εφεύρουμε!
Αγαπημένε φίλε, αδελφέ, Κύριε και Δημιουργέ, δικέ μου Πλάστη, Σε πίκρανα το ξέρω.
Ό,τι είπαμε, παρακαλώ, ας μείνει μεταξύ μας. Θα εξακολουθώ ίδια, ολόιδια ο Φαρισαίος, να λέω άλλα στους άλλους κι άλλα να κάνω. Πώς είπες; Μ’ αγαπάς στο χάλι που ’χω; Το άκουσα καλά αυτό που είπες; Πως μ’ αγαπάς, ναι… ναι… το είπες, κι Εσύ ψέματα δε λες ποτέ.
Σ’ ευχαριστώ!!! Κι αυτό το ευχαριστώ είναι αληθινό… αλήθεια λέω, πίστεψέ με.


Απόσπασμα από το Βιβλίο: “2000 χρόνια μετά «Τίνα με λέγουσιν οι άνθρωποι είναι;»”

Τρίτη 22 Απριλίου 2014

Το τελευταίο Πάσχα του Αγίου Παΐσιου(1994)



Του Ἀρχιμ. Ἀρσενίου Κατερέλου

Τώρα, όσον άφορα στον Γέροντα Παΐσιο, με αφορμή την Θεολογική Σχολή, ιδιαίτερα κατά την περίοδο 93-94, πήγαινα τακτικά στην Σουρωτή και έκανα αρκετές, τότε, ακολουθίες, Λειτουργίες, κλπ.

Θυμάμαι ότι, όταν κάναμε ένα Ευχέλαιο και την ώρα πού ή άναξιότης μου θα έχριε τον Γέροντα Παΐσιο, εκείνος, λόγω της ιεροσύνης μου και της ταπείνωσης του, βέβαια, έσκυψε και φίλησε το αμαρτωλό χέρι μου. Εγώ τότε, κοκκίνισα, τάχασα, και ό μόνος τρόπος πού μπορούσα νομίμως να αντιδράσω ήταν κι εγώ, αυθόρμητα, να πάρω την ιδική του ευχή, γιατί είχα μπροστά μου έναν Άγιο, και να ασπασθώ κι εγώ, ταυτόχρονα, το δικό του χέρι. Με την κίνηση, όμως, πού έκανα για να φθάσω και να ασπασθώ το δικό του χέρι, έγινε μία σύγκρουσης κεφαλιών...!
Μόνο, πού το ένα ήταν γεμάτο μυαλό, ή μάλλον, γεμάτο θεία Χάρι, και το άλλο ήταν κούφιο, και από μυαλό, και από Χάρι, και αυτό φάνηκε και από τον χτύπο - σχήμα υπερβολής, βέβαια.


Αποκορύφωμα βέβαια όλης αυτής της συγκυρίας, με αφορμή την Θεολογική Σχολή, πού με έστειλε ό π. Παΐσιος, ήταν να κληθώ στην Μονή της Σουρωτής, για να κάνω τις ακολουθίες του Πάσχα, το 1994, το τελευταίο Πάσχα της επί γης ζωής του Γέροντα.
Τώρα, το πώς πήρα άδεια από τον Δεσπότη μου,στην Λαμία, και πώς ένας Δεσπότης είναι δυνατόν να αφήσει έναν ιερέα, να πάρει άδεια το Πάσχα, είναι μυστήριο, είναι ανεξήγητο, το πώς άνοιγαν οι πόρτες... Μάλιστα, μου είπε ό τότε Σεβασμιότατος, κυρός Δαμασκηνός: «Φύγε αμέσως, δεν θέλω να μου εξήγησης κανένα λόγο». Και, τότε, του είπα, γιατί του άρεσαν τα αστεία: «Φεύγω πριν το μετανιώσετε»....
Πράγματι, έφυγα γιατί φοβόμουν να μη το μετανοιώση και να μην έπηρεασθή... Είχα προετοιμασθή, να του πω πολλά επιχειρήματα, μήπως και με άφηνε να πάω εκεί, στην Σουρωτή, αλλά δεν χρειάσθηκε.

Και θυμάμαι όλα, όσα έγιναν εκείνη την Μεγάλη Εβδομάδα, στην Σουρωτή τα συγκινητικότατα, και ιδιαίτερα την Μεγάλη Πέμπτη το πρωί, στην Λειτουργία, στην ακολουθία, και κατά την ακολουθία της Αναστάσεως, πού αυτές έγιναν χωρίς κόσμο, εννοείται. Έγιναν παρουσία μόνον του Γέροντος και της αδελφότητος εκεί, στο παρεκκλήσι των Ταξιαρχών, των Αρχαγγέλων.
Τί να πρωτοαναφέρω, από όσα επιτρέπονται, βέβαια. Ό τρόπος με τον όποιο ό π. Παΐσιος έπαιρνε το Άγιο Φώς κι ενώ έψελνε τόσο σιγά, νόμιζες ότι βοά προς τον Κύριο. Όπως τότε, πού είπε ό Θεός στον Μωυσή «τί βοάς προς με;» κι ό Μωυσής μιλούσε από μέσα του. Πώς σιγόψελνε σέ όλη την ακολουθία... Ό τρόπος πού έλεγε τα «Αληθώς Ανέστη!» Ή ευλάβεια του. Οι σταυροί του. Το ύφος του, οι κινήσεις του, τα πάντα του. Το πώς κοινωνούσε από την αναξιότητα μου. Μάς έπιανε ένα τρέμουλο... Ή καρτερία του, πού έδειχνε στους πόνους. Ή όλη φερέπονος διάθεσίς του, κλπ., γιατί, τότε, είχαν απομείνει μόνο 25-30 κιλά βάρος στο σώμα του.
Φυσικά, μου μένει αξέχαστη ή τελευταία συνάντησις πού είχαμε μετά τον Εσπερινό της Αγάπης, όπου μεταξύ των άλλων, μου έλεγε τί του είχαν πει οι γιατροί. Οι γιατροί του είπαν, ότι ό καρκίνος θα έκανε μετάστασι και θα πήγαινε από το Α όργανο, στο Β στο Γ, στο Δ.... στο Ν, παντού. Έτσι του είχαν πει οι γιατροί, γιατί ήθελε να μάθη και την αλήθεια. Και, τότε ό π. Παΐσιος απήντησε χαριτωμένα, αναστάσιμα, ευχάριστα: «Ας πάει όπου θέλει ό καρκίνος, αρκεί έδω να μη πάει» είπε δείχνωντας το κεφάλι του. Δηλ., εννοούσε αρκεί να μη πειραζόταν ό νους του, για να έχει καλή απολογία. Γιατί, μου έλεγε: «Δεν έχει σημασία το πότε θα φύγωμε. Σημασία έχει να είμαστε πάντοτε έτοιμοι».
Μετά απ' αυτό, είπε στους γιατρούς: «Με κάνατε αστροναύτη, με τα οξυγόνα, με το α' καί με το β'... Τώρα, όμως, τελείωσε ή αποστολή σας. Τώρα αρχίζει ή δουλειά του Θεού». Μου είπε τότε και διάφορα άλλα....

Αλλά, καταλήγω εκεί πού ξεκίνησα. Εάν δεν έκανα παράλογη υπακοή να πάω Θεολογική Σχολή, προφανώς, μάλλον, δεν θα είχα αυτές τις πολλές και άλλες ευλογίες και πνευματικές παρηγοριές, πού είχα -αναξίως πάντα-, για τις όποιες, βέβαια, είμαστε αναπολόγητοι. Ελπίζομαι όμως στις ευχές του Γέροντα.
Ανάλογες, ανεξίτηλες παραστάσεις από τον παππούλη, έχομε, εννοείται, και από το Άγιον Όρος, πού ζούσε εκεί σαν καιομένη λαμπάδα. Από εκεί, π.χ., έχω μία κασέτα, από την ακολουθία της Αναστάσεως, στο Κελλί του π. Ισαάκ, όπου πάντα έκανε Πάσχα ό Γέροντας. Τότε, ήμουν δόκιμος, αλλά και άλλες φορές, ως φοιτητής, είχε τύχει να κάνω εκεί Πάσχα. Όλοι ήμασταν συγκινημένοι από την παρουσία του Γέροντα, ό όποιος ερχόταν από το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου και διηγιόταν ευχάριστα, ωφέλιμα περιστατικά.
Ό Γέροντας, όταν έψελνε, έψελνε από τα φυλλοκάρδια της καρδιάς του. Όταν μάλιστα κάποιοι του έλεγαν «Γέροντα ψάλε κάτι κι εσύ», έλεγε «ά, εγώ δεν θέλω να ψάλω κάτι, γιατί θέλω να ψέλνω συνέχεια», δηλ. συνεχώς. Πράγματι, σιγόψελνε σ' όλην την ακολουθία εκεί στην Λιτή -ας την πούμε έτσι- του παρεκκλησίου του Κελιού, του π. Ισαάκ.

Μάλιστα, εκεί ήταν κι ένας Λιβανέζος, -γιατί ήμαστε είκοσι πέντε περίπου άτομα εκ των οποίων δύο ήσαν Λιβανέζοι- και του είπε ό π. Παΐσιος «να διαβάσετε τις Πράξεις και στα Αραβικά». Και του άπαντα ό Λιβανέζος «μα, Γέροντα, δεν είναι σωστό, γιατί όλοι εσείς είστε Έλληνες, δεν θα καταλαβαίνετε τίποτε από τα Αραβικά». Και λέει ό π. Παΐσιος: «Καλύτερα, για να μην έχωμε και ευθύνη εν ήμερα Κρίσεως».... Έλεγε κι άλλα τέτοια χαριτωμένα.
Κάποια στιγμή, του είπε ένας Λιβανέζος: «Γέροντα, να σέ βγάλω «μία» φωτογραφία;» Κι ό Γέροντας του λέει: «Πονηρούλη, «μία» στα Αραβικά, σημαίνει 100»!
Ήταν άνοιξης, άκουγε τα πουλιά έξω να κελαϊδάνε και με ρωτάει: «Τί λένε, τώρα, τα πουλάκια;» «Που να ξέρω Γέροντα;» του λέω. «Ευλογημένε, λένε το "Χριστός Ανέστη!"»
Από το βιβλίο ''Περιστατικά και συνεντεύξεις δια τους γέροντας Παίσιον και Ισαάκ τους αγιορείτας''Εκδόσεις Ορθόδοξος Κυψέλη

Ἀνέστη Χριστός, ἡ δοκιμασία τοῦ λογικοῦ

ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ
Η Ανάσταση του Χριστου.Εξωτερική τοιχογραφία 16ου αιώνα.Μονή Σουτσεβίτσας-Ρουμανία
Ἡ πίστη τοῦ χριστιανοῦ δοκιμάζεται μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ σὰν τὸ χρυσάφι στὸ χωνευτήρι. Ἀπ᾿ ὅλο τὸ Εὐαγγέλιο ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι τὸ πλέον ἀπίστευτο πράγμα, ὁλότελα ἀπαράδεκτο ἀπὸ τὸ λογικό μας, ἀληθινὸ μαρτύριο γιὰ δαῦτο. Μὰ ἴσια-ἴσια, ἐπειδὴ εἶναι ἕνα πράγμα ὁλότελα ἀπίστευτο, γιὰ τοῦτο χρειάζεται ὁλόκληρη ἡ πίστη μας γιὰ νὰ τὸ πιστέψουμε. Ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι λέμε συχνὰ πὼς ἔχουμε πίστη, ἀλλὰ τὴν ἔχουμε μονάχα γιὰ ὅσα εἶναι πιστευτὰ ἀπ᾿ τὸ μυαλό μας. Ἀλλὰ τότε, δὲν χρειάζεται ἡ πίστη, ἀφοῦ φτάνει ἡ λογική. Ἡ πίστη χρειάζεται γιὰ τὰ ἀπίστευτα.
Οἱ πολλοὶ ἄνθρωποι εἶναι ἄπιστοι. Οἱ ἴδιοι οἱ μαθητάδες τοῦ Χριστοῦ δὲν δίνανε πίστη στὰ λόγια τοῦ δασκάλου τους ὅποτε τοὺς ἔλεγε πὼς θ᾿ ἀναστηθῆ, μ᾿ ὅλο τὸ σεβασμὸ καὶ τὴν ἀφοσίωση ποὺ εἶχαν σ᾿ Αὐτὸν καὶ τὴν ἐμπιστοσύνη στὰ λόγια του. Καὶ σὰν πήγανε οἱ Μυροφόρες τὴν αὐγὴ στὸ μνῆμα τοῦ Χριστοῦ, κ᾿ εἴδανε τοὺς δυὸ ἀγγέλους ποὺ τὶς μιλήσανε, λέγοντας σ᾿ αὐτὲς πὼς ἀναστήθηκε, τρέξανε νὰ ποῦμε τὴ χαροποιὰ τὴν εἴδηση στοὺς μαθητές, ἐκεῖνοι δὲν πιστέψανε τὰ λόγια τους, ἔχοντας τὴν ἰδέα πὼς ἤτανε φαντασίες: «Καὶ ἐφάνησαν ἐνώπιον αὐτῶν ὡσεὶ λῆρος (τρέλα) τὰ ῥήματα αὐτῶν, καὶ ἠπίστουν αὐταῖς»…
Βλέπεις καταπάνω σὲ πόση ἀπιστία ἀγωνίσθηκε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός; Καὶ στοὺς ἴδιους τοὺς μαθητάδες του. Εἶδες μὲ πόση μακροθυμία τὰ ὑπόμεινε ὅλα; …Καὶ μ᾿ ὅλα αὐτὰ, ἴσαμε σήμερα οἱ περισσότεροι ἀπὸ μᾶς εἴμαστε χωρισμένοι ἀπὸ τὸν Χριστὸ μ᾿ ἕνα τοῖχο παγωμένον, τὸν τοῖχο τῆς ἀπιστίας. Ἐκεῖνος ἀνοίγει τὴν ἀγκάλη του καὶ μᾶς καλεῖ κ᾿ ἐμεῖς τὸν ἀρνιόμαστε. Μᾶς δείχνει τὰ τρυπημένα χέρια του καὶ τὰ πόδια του, κ᾿ ἐμεῖς λέμε πὼς δὲν τὰ βλέπουμε.
Ἐμεῖς ψάχνουμε νὰ βροῦμε στηρίγματα στὴν ἀπιστία μας γιὰ νὰ ἱκανοποιήσουμε τὸν ἐγωϊσμό μας, ποὺ τὸν λέμε Φιλοσοφία καὶ Ἐπιστήμη. Ἡ λέξη Ἀνάσταση δὲν χωρᾶ μέσα στὰ βιβλία τῆς γνώσης μας… Γιατὶ «ἡ γνώση τούτου τοῦ κόσμου, δὲ μπορεῖ νὰ γνωρίσει ἄλλο τίποτα, παρεκτὸς ἀπὸ ἕνα πλῆθος λογισμούς, ὄχι ὅμως ἐκεῖνο ποὺ γνωρίζεται μὲ τὴν ἁπλότητα τῆς διάνοιας». Ναί, ἐκείνους ποὺ ἔχουνε αὐτὴ τὴν εὐλογημένη ἁπλότητα τῆς διάνοιας, τοὺς μακάρισε ὁ Κύριος, λέγοντας: «Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται». Καὶ στὸν Θωμᾶ, ποὺ γύρευε νὰ τὸν ψηλαφήσῃ γιὰ νὰ πιστέψῃ, εἶπε: «Γιατὶ μὲ εἶδες Θωμᾶ, γιὰ τοῦτο πίστεψες; Μακάριοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ δὲν εἴδανε καὶ πιστέψανε».
Ἂς παρακαλέσουμε τὸν Κύριο νὰ μᾶς δώσει αὐτὴ τὴν πλούσια φτώχεια, καὶ τὴν καθαρὴ καρδιά, ὥστε νὰ τὸν δοῦμε ν᾿ ἀναστήνεται γιὰ νὰ ἀναστηθοῦμε κ᾿ ἐμεῖς μαζί του. Αὐτὴ ἡ ἀνηξεριὰ (ἡ ἄγνοια) εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ τὴ γνώση: «Αὕτη ἐστὶν ἡ ἄγνοια ἡ ὑπερτέρα τῆς γνώσεως». Καλότυχοι καὶ τρισκαλότυχοι ἐκεῖνοι ποὺ τὴν ἔχουνε. Χριστὸς ἀνέστη!

Δευτέρα 21 Απριλίου 2014

Ἡ αἰωνιότητα εἶναι φρικιαστική δίχως Θεάνθρωπο

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς

Ἡ αἰωνιότητα εἶναι φρικιαστικὴ δίχως Θεάνθρωπο, γιατὶ καὶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι φοβερὸς δίχως τὸν Θεάνθρωπο. Καθετὶ τὸ ἀνθρώπινο, μονάχα στὸν Θεάνθρωπο ἔχει τὴν τελικὴ καὶ λογικὴ του ἑρμηνεία. Δίχως τὸν θαυμαστὸ Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ὅλα τὰ ἀνθρώπινα μεταβάλλονται ἀναπόφευκτα σὲ χάος, σὲ φρίκη, σὲ θάνατο, σὲ κόλαση: ἡ φρόνηση σὲ ἀφροσύνη, ἡ αἴσθηση σὲ ἀπόγνωση, ἡ ἐπιθυμία σὲ αὐτοδιάσπαση μέσα ἀπὸ τὴν αὐτοθέωση ἤ τὴν αὐτοεξουθένωση.

Κυριακή 20 Απριλίου 2014

Ανάσταση!

Ανάσταση! Και  μέσα  στην  καρδιά  μου,
που  μαύροι  τη  μαράνανε  χειμώνες,
μιας  άνοιξης  αυγή  γλυκοχαράζει
κι’ ανθίζουν  μενεξέδες  κι’ ανεμώνες.

Ανάσταση! Και  μέσα  στην  καρδιά  μου,
που  τη  σπάραξαν  άγρια  οι  στείροι  πόνοι,
ολόδροσο, ουρανόσταλτο  βλαστάρι
θεϊκής  χαράς  αρχίζει  να  φυτρώνει.

Θεϊκής  χαράς! Ω Σταυρωμένη Ελπίδα!
καθώς  σε  βλέπω  αναστημένη  πάλι,
αθάνατη, απροσμάχητη, μεγάλη,
κάμε  το  θαύμα  που  ποτέ  δεν  είδα!
ο,τι  νεκρό  του  μυστικού  μου  κόσμου,
 παρακαλώ  Σε, ανάστησέ  το  εντός  μου!

Ποιος μου βεβαιώνει εμένα ότι ο Χριστός αναστήθηκε;

Του Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς
Μου το βεβαιώνει η συνείδησή μου πριν απ’ όλα. Κατόπιν ο νους μου και η βούληση μου.
Πρώτον, η συνείδηση μου λέει: τόσα πάθη που υπέστη ο Χριστός για το καλό και τη σωτηρία των ανθρώπων δεν θα μπορούσαν να επιβραβευτούν με τίποτε άλλο παρά με την ανάσταση και την υπερκόσμια δόξα. Τα ανείπωτα πάθη του Δικαίου στεφανώθηκαν με την ανείπωτη δόξα. Αυτό μου δίνει ικανοποίηση και ηρεμία.
Δεύτερον, ο νους μού λέει: χωρίς την λαμπρή αναστάσιμη νίκη όλο το έργο του Υιού του Θεού θα παρέμενε στον τάφο, ολόκληρη η αποστολή Του θα ήταν μάταιη.
Τρίτον, η βούληση μού λέει: η ανάσταση του Χριστού με έσωσε από τους ταλαντευόμενους δισταγμούς ανάμεσα στο καλό και το κακό, και με θέτει αποφασιστικά στον δρόμο του καλού. Και αυτό μου φωτίζει τον δρόμο και μου δίνει στήριγμα και δύναμη.


Εκτός από τις τρεις φωνές, οι οποίες από μέσα μου βεβαιώνουν εμένα, υπάρχουν και άλλοι ασφαλώς μάρτυρες, που το βεβαιώνουν.
 Είναι οι ένδοξες μυροφόρες γυναίκες, είναι οι δώδεκα μεγάλοι απόστολοι, και πέντε εκατοντάδες άλλων μαρτύρων, που όλοι μετά την ανάστασή Του Τον έβλεπαν και Τον άκουγαν, όχι στον ύπνο τους αλλά στην πραγματικότητα, και όχι μόνο για ένα λεπτό αλλά για σαράντα ολόκληρες ημέρες. 
Μου το βεβαιώνει εκείνος ο πύρινος Σαύλος ο μεγαλύτερος Εβραίος διώκτης του χριστιανισμού· μου το μαρτυρεί, ότι είδε εκείνο το φώς του αναστηθέντα Κυρίου καταμεσής της ημέρας, και ότι άκουσε τη φωνή Του, και ότι υπάκουσε την εντολή Του. Αυτήν την μαρτυρία ο Παύλος δεν ήθελε να την αρνηθεί ούτε μετά από τριάντα χρόνια, ούτε ακόμα και την ώρα που στη Ρώμη του Νέρωνα η μάχαιρα έπεφτε στο κεφάλι του. 
Μου το βεβαιώνει και ο άγιος Προκόπιος, αρχηγός του Ρωμαϊκού στρατού που ξεκίνησε να αφανίσει τους χριστιανούς στις χώρες της ανατολής, και στον οποίον εμφανίστηκε ξαφνικά ζωντανός ο Χριστός και τον γύρισε με το μέρος Του. Και αντί να σφάξει ο Προκόπιος τους χριστιανούς, αυτοβούλως παραδόθηκε για να τον σφάξουν στο όνομα του Χριστού. Μου το βεβαιώνουν ακόμα χιλιάδες μαρτύρων του Χριστού στις φυλακές, στους τόπους εκτελέσεων μέσω αιώνων και αιώνων, από τους μάρτυρες των Ιεροσολύμων μέχρι τους μάρτυρες των Βαλκανίων, έως τις μέρες μας, ως τους νεότερους Μοσχοβίτες μάρτυρες.
Μου το βεβαιώνουν και όλες οι δίκαιες και αγαθές ψυχές, τις οποίες συχνά συναντώ στη ζωή, και οι οποίες χαίρονται όταν ακούν ότι ο Χριστός αναστήθηκε εκ νεκρών. Αυτό ανταποκρίνεται στη συνείδησή τους, δονεί την ψυχή τους, και ευφραίνει την καρδιά τους.
Μαρτυρία παίρνω και από τους αμαρτωλούς και τους αντιπάλους του Χριστού. Μόνο και μόνο με το ότι αυτοί, ως αμαρτωλοί και μοχθηροί, απορρίπτουν την ανάσταση του Χριστού εγώ βεβαιώνομαι για το αντίθετο. Σε κάθε δικαστήριο τίθεται θέμα της συμπεριφοράς των μαρτύρων, και ως εκ τούτου σταθμίζουν την αξία της μαρτυρίας τους. Όταν νηφάλιοι, καθαροί και άγιοι μάρτυρες ισχυρίζονται πως ξέρουν ότι ο Χριστός ανέστη, λαμβάνω με ευχαρίστηση την μαρτυρία τους ως αληθή. Αλλά όταν οι ακάθαρτοι, άδικοι και ασυνείδητοι απορρίπτουν την ανάσταση του Χριστού, μ’ αυτό ενδυναμώνουν τη μαρτυρία των πρώτων, και μου βεβαιώνουν ακόμα περισσότερο την αλήθεια της Ανάστασης του Κυρίου μου. Εφόσον αυτοί όσα απορρίπτουν, τα απορρίπτουν από κακεντρέχεια και όχι από γνώση.
Με βεβαιώνουν ακόμα αρκετοί λαοί και φυλές, που μόνο η πίστη στην Ανάσταση του Χριστού τους έβγαλε από την άγρια κατάσταση στη διαφώτιση, από τη δουλεία στη ελευθερία, από το βούρκο του αμοραλισμού και του σκοταδισμού στο φως των τέκνων του Θεού. Και η ανάσταση του Σερβικού λαού μου μαρτυρεί την Ανάσταση του Χριστού.
Ακόμα και η λέξη «Ανάσταση» εκ νεκρών μου βεβαιώνει το αυτονόητο. Γιατί χωρίς την Ανάσταση του Χριστού δεν θα υπήρχε ούτε καν η λέξη στις ανθρώπινες γλώσσες. Όταν ο Παύλος πρώτη φορά πρόφερε αυτή τη λέξη στην πολιτισμένη Αθήνα, οι Αθηναίοι εξεπλάγησαν και αναστατώθηκαν.
Και έτσι, τέκνα του Θεού, σας χαιρετώ κι εγώ. Αληθώς Ανέστη ο Χριστός.

(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται, Εκδ. Εν πλώ, σ. 70-72).

Σάββατο 19 Απριλίου 2014

Ο π.Επιφάνιος Θεοδωροπουλος καταρρίπτει τα επιχειρήματα των εχθρών της Ανάστασης

Ενα πρωινό συζητά ο γέροντας με δυο-τρεις επισκέπτες στο σπίτι του.Ο ένας ειναι ιδεολογος κομμουνιστής.............
Όλο το οικοδόμημα του Χριστιανισμού στηρίζεται στο γεγονός της Αναστάσεως. Αυτό δεν το λέω εγώ. Το λέει ό Απόστολος Παύλος: «Ει Χριστός ουκ έγήγερται, ματαία ή πίστις ημών» (Α' Κορ. ιε' 17). "Αν ό Χριστός δεν ανέστη, τότε όλα καταρρέουν. Ό Χριστός όμως ανέστη, πράγμα το όποιο σημαίνει ότι είναι Κύριος της ζωής καί του θανάτου, άρα Θεός.
Εσείς τα είδατε όλα αυτά; Πώς τα πιστεύετε;
-Όχι, εγώ δεν τα είδα. Τα είδαν όμως άλλοι, οι Απόστολοι. Αυτοί στη συνέχεια τα γνωστοποίησαν καί μάλιστα προσυπέγραψαν τη μαρτυρία τους με το αίμα τους. Κι όπως όλοι δέχονται, ή μαρτυρία της ζωής είναι ή υψίστη μαρτυρία.
Με βάση έναν πολύ ωραίο συλλογισμό του Πασκάλ λέμε ότι με τους Αποστόλους συνέβη ένα από τα τρία: Ή απατήθηκαν ή μας εξαπάτησαν ή μας είπαν την αλήθεια.



"Ας πάρουμε την πρώτη εκδοχή. Δεν είναι δυνατόν να απατήθηκαν οί Απόστολοι, διότι όσα αναφέρουν δεν τα έμαθαν από άλλους. Αυτοί οί ϊδιοι ήσαν αυτόπτες και αύτήκοοι μάρτυρες όλων αυτών. Εξ άλλου δεν ήσαν καθόλου φαντασιόπληκτοι οϋτε είχαν καμμιά ψυχολογική προδιάθεση για την αποδοχή του γεγονότος της Αναστάσεως. Αντιθέτως ήσαν τρομερά δύσπιστοι. Τα Ευαγγέλια είναι πλήρως αποκαλυπτικά αυτών των ψυχικών τους διαθέσεων: δυσπιστούσαν στις διαβεβαιώσεις ότι κάποιοι Τον εΐχαν δει ανάσταντα.

Καί κάτι άλλο. Τι ήσαν οί Απόστολοι πριν τους καλέσει ό Χριστός; Μήπως ήσαν φιλόδοξοι πολιτικοί ή οραματιστές φιλοσοφικών και κοινωνικών συστημάτων, πού περίμεναν να κατακτήσουν την ανθρωπότητα καί να ικανοποιήσουν έτσι τίς φαντασιώσεις τους; Κάθε άλλο. Αγράμματοι ψαράδες ήσαν. Καί το μόνο πού τους ενδιέφερε ήταν να πιάσουν κανένα ψάρι να θρέψουν τίς οικογένειες τους

Φέρε μου και συ κάποιον να μου πή πώς ό Μαρξ απέθανε και ανέστη καί να θυσιάση τη ζωή του για τη μαρτυρία αυτή κι εγώ θα τον πιστεύσω ως τίμιος άνθρωπος.

—Να σας πω. Χιλιάδες κομμουνιστές βασανίσθηκαν καί πέθαναν για την ιδεολογία τους. Γιατί δεν άσπάζεσθε καί τον κομμουνισμό;

—Το είπες καί μόνος σου. Οι κομμουνιστές πέθαναν για την ιδεολογία τους. Δεν πέθαναν για γεγονότα. Σέ μια ιδεολογία όμως είναι πολύ εύκολο να ύπεισέλθη πλάνη. Επειδή δε είναι ϊδιον της ανθρωπινής ψυχής να θυσιάζεται για κάτι στο όποιο πιστεύει, εξηγείται γιατί πολλοί κομμουνιστές πέθαναν για την ιδεολογία τους. Αυτό όμως δεν μας υποχρεώνει να την δεχθούμε καί ως σωστή.

Είναι άλλο πράγμα να πεθαίνης για ιδέες κι άλλο για γεγονότα. Οι Απόστολοι όμως δεν πέθαναν για ιδέες. Ούτε για το «Αγαπάτε αλλήλους» οϋτε για τις άλλες ηθικές διδασκαλίες του Χριστιανισμού. Οί Απόστολοι πέθαναν μαρτυροϋντες υπερφυσικά γεγονότα. Κι όταν λέμε γεγονός, εννοούμε ό,τι υποπίπτει στίς αισθήσεις μας καί γίνεται αντιληπτό από αυτές. Οί Απόστολοι έμαρτύρησαν δι' «ό άκηκόασι, ό έωράκασι τοις όφθαλμοϊς αυτών, ό έθεάσαντο καί αί χείρες αυτών έψηλάφησαν»(Α' Ίωάν. α' 1)4.τους. Γι' αυτό και μετά τη Σταύρωση του Κυρίου, παρά τα όσα είχαν ακούσει και δει, επέστρεψαν ατά πλοιάρια και στα δίχτυα τους. Δεν υπήρχε δηλ. σ αυτούς, όπως αναφέραμε, οΰτε ϊχνος προδιαθέσεως για όσα επρόκειτο να επακολουθήσουν. Και μόνο μετά την Πεντηκοστή, «ότε έλαβον δύναμιν εξ ύψους», έγιναν οι διδάσκαλοι της οικουμένης.

Ή δεύτερη εκδοχή: Μήπως μας εξαπάτησαν; Μήπως μας είπαν ψέματα; Άλλα γιατί να μας εξαπατήσουν; Τι θα κέρδιζαν με τα ψέματα; Μήπως χρήματα, μήπως αξιώματα, μήπως δόξα; Για να πή κάποιος ένα ψέμα, περιμένει κάποιο όφελος. Οι Απόστολοι όμως, κηρύσσοντες Χριστόν καί Τοϋτον έσταυρωμένον καί Άναοτάντα εκ νεκρών, τα μόνα τα όποια εξασφάλισαν ήσαν: ταλαιπωρίες, κόποι, μαστιγώσεις, λιθοβολισμοί, ναυάγια, πείνα, δίψα, γυμνότητα, κίνδυνοι από ληστές, ραβδισμοί, φυλακίσεις καί τέλος ό θάνατος. Καί όλα αυτά για ένα ψέμα; Είναι εντελώς ανόητο καί να το σκεφθή κάποιος.

Συνεπώς οϋτε εξαπατήθηκαν οϋτε μας εξαπάτησαν οι Απόστολοι. Μένει επομένως ή τρίτη εκδοχή ότι μας είπαν την αλήθεια.

Θα πρέπει μάλιστα να σου τονίσω καί το έξης: ΟΙ Ευαγγελιστές είναι οι μόνοι οι οποίοι έγραψαν πραγματική ιστορία. Διηγούνται τα γεγονότα καί μόνον αυτά. Δεν προβαίνουν σε καμμία προσωπική κρίσι. Κανένα δεν επαινούν, κανένα δεν κατακρίνουν. Δεν κάνουν καμμία προσπάθεια να διογκώσουν κάποιο γεγονός ή να εξαφανίσουν ή να υποτιμήσουν κάποιο άλλο. Αφήνουν τα γεγονότα να μιλοϋν μόνα τους.


—Αποκλείεται να έγινε στην περίπτωσι του Χρίστου νεκροφάνεια; Τις προάλλες έγραψαν οι εφημερίδες για κάποιον Ινδό, τον όποιο έθαψαν καί μετά από τρεις μέρες τον ξέθαψαν καί ήταν ζωντανός.

—"Αχ, παιδάκι μου. Θα θυμηθώ καί πάλι το λόγο του ίεροϋ Αυγουστίνου: «Άπιστοι, δεν είσθε δύσπιστοι. Είσθε οι πλέον εϋπιστοι. Δέχεσθε τα πιο απίθανα, τα πιο παράλογα , τα πιο αντιφατικά, για να άρνηθήτε το θαύμα!».

Όχι, παιδί μου. Δεν έχουμε νεκροφάνεια στον Χριστό. Πρώτα-πρώτα έχουμε τη μαρτυρία του Ρωμαίου κεντυρίωνος, ό όποιος βεβαίωσε τον Πιλάτο ότι ό θάνατος είχε επέλθει.

"Επειτα το Ευαγγέλιο μας πληροφορεί ότι ό Κύριος κατά την ϊδια την ήμερα της Αναστάσεως Του συμπορεύθηκε συζητώντας με δύο μαθητές Του προς Εμμαούς, πού απείχε πάνω από δέκα χιλιόμετρα από τα Ιεροσόλυμα.

Φαντάζεσαι κάποιον να έχη ύποστή όσα υπέστη ό Χριστός καί τρεις μέρες μετά το «θάνατο» του να του συνέβαινε νεκροφάνεια; "Αν μη τι άλλο θα 'πρεπε για σαράντα μέρες να τον ποτίζουν κοτόζουμο για να μπορή να άνοίγη τα μάτια του, κι όχι να περπατά καί να συζητά σαν να μη συνέβη τίποτα.

Όσο για τον Ινδό, φέρε τον εδώ να τον μαστιγώσουμε με φραγγέλιο — καί ξέρεις τί εστί φραγγέλιο; Μαστίγιο στα άκρα του οποίου πρόσθεταν σφαιρίδια μολύβδου ή σπασμένα κόκκαλα ή μυτερά καρφιά—, φέρε τον, λοιπόν, να τον φραγγελώσουμε, να του φορέσουμε άκάνθινο στεφάνι, να τον σταυρώσουμε, να του δώσουμε χολή καί ξύδι, να τον λογχίσουμε, να τον βάλουμε στον τάφο, κι αν άναστηθή, τότε τα λέμε.

—Παρά ταϋτα όλες οί μαρτυρίες, τις όποιες επικαλεσθήκατε, προέρχονται από Μαθητές του Χρίστου. Ύπάρχει κάποια μαρτυρία περί αύτοΰ, πού να μην προέρχεται από τον κύκλο των Μαθητών του; Υπάρχουν δηλ. ιστορικοί, πού να πιστοποιούν την Ανάστασι του Χριστού; "Αν ναι, τότε θα πιστέψω κι εγώ.

—Ταλαίπωρο παιδί! Δεν ξέρεις τι ζητάς! "Αν υπήρχαν τέτοιοι ιστορίκοίπού να είχαν δει τον Χριστό αναστημένο, τότε αναγκαστικά θα πίστευαν στην Άνάσταση Του και θα την ανέφεραν πλέον ως πιστοί, οπότε και πάλι θα αρνιόσουν τη μαρτυρία τους, όπως ακριβώς απορρίπτεις τη μαρτυρία του Πέτρου, του Ιωάννου κ.λπ. Πώς είναι δυνατόν να βεβαιώνη κάποιος την Ανάστασι καί ταυτόχρονα να μη γίνεται Χριστιανός; Μας ζητάς «πέρδικα ψητή σε κέρινο σουβλί καί να λαλή»! Αϊ, δεν γίνεται!

Σού θυμίζω πάντως, έφ' όσον ζητάς ιστορικούς, αυτό το όποιο σου ανέφερα καί προηγουμένως: ότι δηλ. οι μόνοι πραγματικοί ιστορικοί είναι οι Απόστολοι.

Παρ' όλα αυτά όμως έχουμε καί μαρτυρία τέτοια όπως την θέλεις: από κάποιον δηλ. πού δεν άνηκε στον κύκλο των Μαθητών Του. Του Παύλου. Ό Παΰλος όχι μόνο δεν ήταν Μαθητής του Χριστού, αλλά καί έδίωκε μετά μανίας την Εκκλησία Του.


—Γι' αυτόν όμως λένε ότι έπαθε ήλίαση καί εξ αιτίας της είχε παραίσθηση.

—Βρε παιδάκι μου, αν εΐχε παραίσθηση ό Παύλος, αυτό πού θα άνεδύετο θα ήταν το υποσυνείδητο του. Καί στο υποσυνείδητο του Παύλου θέσι υψηλή κατείχαν οι Πατριάρχες καί οί Προφήτες. Τον Αβραάμ καί τον Ιακώβ καί τον Μωυσή έπρεπε να δη κι όχι τον Ιησού, τον όποιο θεωρούσε λαοπλάνο καί απατεώνα!

Φαντάζεσαι καμμιά πιστή γριούλα στο όνειρο της η στο παραλήρημα της να βλέπη τον Βούδδα ή τον Δία;
Τον "Αι Νικόλα θα δη καί την Αγία Βαρβάρα. Διότι αυτούς πιστεύει.

Καί κάτι ακόμη. Στόν Παϋλο, όπως σημειώνει ό Παπίνι, υπάρχουν καί τα έξης θαυμαστά: Πρώτον, το αιφνίδιο της μεταστροφής. Κατ' ευθείαν από την απιστία στην πίστη. Δεν μεσολάβησε προπαρασκευαστικό στάδιο. Δεύτερον, το ίσχυρόν της πίστεως. Χωρίς ταλαντεύσεις καί αμφιβολίες. Καί τρίτον, πίστη δια βίου. Πιστεύεις ότι αυτά μπορεί να λάβουν χώρα μετά από μια ήλίαση; Δεν εξηγούνται αυτά με τέτοιους τρόπους. "Αν μπορής, εξήγησε τα. "Αν δεν μπορής, παραδέξου το θαύμα. Καί πρέπει να ξέρης ότι ό Παύλος με τα δεδομένα της εποχής του ήταν άνδρας εξόχως πεπαιδευμένος. Δεν ήταν κανένα ανθρωπάκι να μην ξέρη τί του γίνεται.

Θα προσθέσω όμως καί κάτι επί πλέον. Εμείς, παιδί μου, ζούμε σήμερα σε εξαιρετική εποχή. Ζούμε το θαύμα της Εκκλησίας του Χριστού.
Όταν ό Χριστός είπε για την Εκκλησία Του ότι «καί πϋλαι αδου ου κατισχύσουσιν αυτής» (Ματθ. ις' 18), οι οπαδοί Του αριθμούσαν μόνο μερικές δεκάδες πρόσωπα Έκτοτε πέρασαν δυο χιλιάδες περίπου χρόνια. Διαλύθηκαν αυτοκρατορίες, ξεχάσθηκαν φιλοσοφικά συστήματα, κατέρρευσαν κοσμοθεωρίες, ή Εκκλησία όμως του Χριστού παραμένει ακλόνητη παρά τους συνεχείς καί φοβερούς διωγμούς εναντίον της. Αυτό δεν είναι ένα θαύμα;

Αρχ.Επιφ.Θεοδωροπουλου-''Υποθήκες ζωής''