ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΔΕΞΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΜΑΣ!

Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2011

Συνομιλώντας μ'έναν αγιορείτη-Μια εκ βαθέων εξομολόγηση(Α)

Την συνεντευξη και εκ βαθέων εξομολόγηση, που ακολουθεί την παραχώρησε ένας αγιορείτης μοναχός, ο οποίος θέλησε να διατηρήσει την ανωνυμία του, στον ελληνομαθή ρουμάνο θεολόγο και φίλο Ντανιόν Βασίλε.Η παρούσα συνέντευξη κυκλοφόρησε σε βιβλίο στην Ρουμανία


Πάτερ πείτε μου πς γίνατε ρθόδοξος

ρθόδοξος γεννήθηκα λλά δέν μουν ν συνειδήση, δέν ξερα τί εναι νά εναι κάποιος ρθόδοξος

ταν σασταν παιδί δέν πηγαίνατε στήν κκλησία;

Πήγαινα μόνο τά Χριστούγεννα καί τό Πάσχα, μᾶς πήγαινε ἡ μητέρα μου, διότι καί οἱ γονείς μου δέν εἴχαν σχέσεις μέ τήν Ἐκκλησία, ζούσαν μία κοσμική ζωή, προσπαθούσαν νά τά φέρουν βόλτα μέ τά οἰκονομικά ,καί γιά αὐτό δούλευαν καί τό ἀπόγευμα σέ δεύτερη δουλειά, καί θυμάμαι πῶς καί πήγαινα μετά τό σχολείο νά τούς βοηθήσουμε, δέν ἤταν ἄσχημά τά οἰκονομικά μας, ἀλλά δέν βγαίναμε μέ μία δουλειά. Ὑπήρχαν καί τά φροντιστήρια, τά μαθήματα μουσικῆς, ἀγγλικῶν, καί ἄλλα πού δέν βγαίνανε μέ μία δουλειά μόνο. Θυμάμε στήν Ἐκκλησία πήγαινα μόνος μου τήν Μεγάλη Ἐβδομάδα, σέ ἕνα μοναστήρι γυναικείο, καί μ’ ἄρεσε νά πηγαίνω καί νά κάθομαι, νά ἀκούω τήν ψαλμωδία, χωρίς νά καταλαβαίνω φυσικά σχεδόν τίποτα, ἀλλά ἔνιωθα μία πρωτόγνωρη γαλήνη καί εἰρήνη μέσα μου. Κάτι ὑπερφυσικό, ἐξωγήινο, ἔνιωθα τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ, χωρίς νά μπορώ νά προσδιορίσω τί γινόταν μέσα μου.
 Θυμάμαι ὅταν ἤμουν περίπου 16 χρονών, βρέθηκαν κάτι συμμαθητές μου, πού ὅταν μέ εἴδαν νά διαβάζω τήν ἱερά Σύνοψις, καί νά προσπαθώ νά παρακολουθήσω τά τεκταινόμενα στήν ἀκολουθία, μοῦ εἴπαν πῶς στήν Ἑκκλησία πάμε γιά νά βρούμε καμμία κοπέλα καί νά γίνουν γνωριμίες. Ἐγώ ξαφνιάστικα καί τότε μέ ἀπλότητα, τούς εἴπα « καλά κοπέλες;» καί μού εἴπαν καλά δέν τό ἤξερες; ὄχι τούς εἴπα, ἀλλά ἀν εἴναι ἔτσι, ἐντάξει, νά βρούμε κοπέλες!!!! ἄλλα καί πάλι, νοσταλγούσα νά πηγαίνω καί νά κάθομαι σέ μία γωνία, στό σκοτάδι καί νά προσπαθώ νά καταλάβω τό συναίσθημα πού ἔνιωθα, μία κατάνυξη, μία αἴσθηση γαλήνης καί εἰρήνης. Πάντα εἴχα μία σχέση μέ τόν Χριστό, πάντα ἀπό μικρός ἔνιωθα μία ἀγάπη πρός τό πρόσωπό του, ἔνιωθα τήν παρουσία του, ὅτι ἤταν δίπλα μου, κοντά μου, τόν ἔνιωθα σάν φίλο μου, καί πάντα πίστευα ὅτι Αὐτός εἶναι ο Θεός τῶν πάντων, δέν μπορούσα νά καταλάβω τό μέγεθος τῆς μεγαλειότητάς του, ἄσχετα ἀν ἡ ζωή μου δέν ἤταν ὅπως θά ἔπρεπε νά εἶναι, διότι ἔβριζα, ἔβγαινα μέ κοπέλες, χωρίς φυσικά νά δημιουργώ προβλήματα οὔτε στήν οἰκογένειά μου, οὔτε σέ ἄλλους ἄνθρώπους, ἄλλα ἤμουν μέσα στήν ἀμαρτία, χωρίς ἐξομολόγηση καί μυστηριακή ζωή. Ἀπό μικρός ὅμως μού ἐρχόταν μία σκέψη ὄτι ἤθελα νά γίνω σταυροφόρος ἀλλά δέν ἤξερα τί σημαίνει αὐτό. Ἀν καί καταλάβαινα ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός, ἐπειδή ἤμουν ἀνήσυχο πνεύμα, ἤθελα νά δώ ποιό εἴναι τό νόημα τῆς ζωῆς, εἴχα πνευματικές ἀνησυχίες, γιά ποιό λόγο ζούμε, τί πρέπει νά κάνω στήν ζωή μου, τί γίνεται μετά τόν θάνατο, ὄλα αὐτά μέ ἀπασχολούσαν.


Ἔψαχνα, καί μού ἄρεσε νά κάνω παρέα μέ μεγαλύτερους ἀπό ἐμένα στήν ἠλικία, διότι μπορούσα νά συζητῶ σοβαρά θέματα.Μοῦ ἄρεσε νά ἀκούω πνευματικά πράγματα, θεωρήσεις γιά τήν ζωή, φιλοσοφικά συστήματα, καί ὅταν μιλούσαμε γιά αὐτά τά θέματα, ἔνιωθα πῶς ἀναπαυόταν ἡ ψυχή μου, καί προσπαθούσα νά βρίσκομαι μέ τέτοια ἄτομα γιά νά ἀκούω τίς ἀπόψεις τους. Ὅταν τελείωνα τό λύκειο ἔπρεπε νά ἀποφασίσω τί θά σπουδάσω. ἀποφάσισα λοιπόν νά σπουδάσω Μουσική καί νά γίνω καθηγητής μουσικῆς, καί οἰ δικοί μου συμφωνήσανε νά πάω στήν Ἀθήνα, διότι δέν εἴχα τούς κατάλληλους καθηγητές γιά νά μπορέσω νά ἐξελιχθῶ σάν μουσικός. Μέ βοήθησε κάποια καθηγήτρια καί βρήκα κάποιον καλό καθηγητή στήν Ἀθήνα, ὁπότε ὄταν πήγα στήν Ἀθήνα καί εἴδα τό ἐπίπεδο ὄτι ἤταν πολύ ψηλά γιά μένα, ἀρχισα νά ἔχω ἀνασφάλειες ὅτι δέν θά τά καταφέρω, ὀπότε ἄρχισα νά διαβάζω πάρα πολύ καί νά μήν βγαίνω καθόλου, μόνο τό Σάββατο τό μεσημέρι πήγαινα γιά δύο ὤρες σέ κάτι φίλους μου, καί μέτα ξανά στό σπίτι γιά διάβασμα, μέ ἀποτέλεσμα σέ χρονικό διάστημα ἑνός χρόνου νά καλύψω ὕλη ἔξι χρόνων. Καί φυσικά ἀκόμα τότε δέν πήγαινα καθόλου στήν Ἑκκλησία. Ὁ καθηγητής μου δέν τό πίστευε. Τότε γνώρισα καί ἔνα φίλο μου πού ἔχω σχέσεις ἀκόμα μαζί του, πού μέ βοήθησε πάρα πολύ στήν πνευματική μου ζωή. Ὁ Ν. ἤταν ἴδιος χαρακτήρας μέ ἐμένα, εἴχε πνευματικές ἀναζητήσεις, ἔκανε Κουμ-φου, ἤθελε νά κάνει γιόγκα, ἤθελε νά ταξιδέψει στίς Ἰνδίες, γιάτι νόμιζε ὅτι θά εὔρισκε πνευματικούς ἀνθρώπους πού εἴχαν φθάσει σέ μέτρα θαυματουργικά, καί αὐτός μέ μύησε σέ αὐτά τά μονοπάτια, ὁπότε, ἀρχίσαμε καί ψάχναμε διάφορα πράγματα μαζί, διαβάζαμε μπαγκαβάτ-γκιτά, ἀρχίσαμε καί βλέπαμε τί εἴναι ἡ γιόγκα, καί οἱ ἀνατολικές θρησκείες.

 Πήγατε στό Κουμφού;
Πάρα πολλή λίγο, καί Τάϊ τσί, ἀλλά ἀσχολήθηκα πιό πολύ μέ γιόγκα, καί μέ τήν ἀνατολική φιλοσοφική θεώρηση τοῦ κόσμου, διαβάζοντας Κρίσνα μούρτι, Μπαγκουάν Ραζνί Ὄσο. Ἀπό τότε πού γνωρίστηκα μέ τό Ν. ἀρχίζω τήν πνευματική μου περιπέτεια, καί αὐτό ὄταν ἤμουν 18 χρονῶν.
Στά 19 ἔκανα καί μιά σχέση σοβαρή μέ μιά κοπέλα, πού καί αὐτή εἴχε πνευματικές ἀναζητήσεις, ἀλλά αὐτό πού μέ ἐνδιέφερε ἤταν νά τελειώσω τίς σπουδές μου, καί νά κάνω καριέρα σάν σολίστας κλασικῆς μουσικῆς, καί ἐπειδή εἴχα τό ταλέντο νά προχωρήσω, μέ ἐνθάρρυναν νά προχωρήσω. Μέσα σέ 3 χρόνια τελείωσα τίς σπουδές, καί σέ αὐτά τά τρία χρόνια προσπαθούσαμε νά βρίσκουμε ἀνθρώπους πού εἴχαν φήμη ἁγίου, γιά νά μιλήσουμε, νά μᾶς πούνε κάτι γιά τό μέλλον, νά μιλήσουμε γιά τήν συντέλεια τοῦ Κόσμου, ἀλλά ὄλα ἤταν συγκεχημένα στό μυαλό μας. Δέν εἴχαμε πνευματική ζωή γιά νά μπορούσαμε νά τά τακτοποιήσουμε καί νά βάλουμε μία ἀρχή. Ἀπλά μᾶς ἄρεσε νά ταξιδεύουμε,νά κάνουμε φιλοσοφικές συζητήσεις καί νά γνωρίζουμε κόσμο, νά γνωρίζουμε γυναίκες, χωρίς φυσικά νά εἴμαστε ἀνήθικοι, ἀλλά μάς ἄρεσε τό φλέρτ μέ τό ἄλλο φύλο.
Κάποια φορά, Χριστούγεννα πρέπει νά ἤταν, εἴχε στήν τηλεόραση ἕνα ἀφιέρωμα γιά ἕναν ἰερέα ὁ ὁποίος ἤτανε ρακοσυλλέκτης, δηλαδή μάζευε παλιά ρούχα, καί τά ἀποθήκευε στό σπίτι του, καί τά μοίραζε μέ τήν βοήθεια τῶν πνευματικῶν του παιδιῶν σέ φτωχούς ἀνθρώπους. Μόλις τόν εἴδα εἴπα στόν Ν. ὅτι αὐτόν τόν ἄνθρωπο πρέπει νά τόν συναντήσουμε, νά τόν βρούμε νά μιλήσουμε γιά αὐτός εἴναι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καί κάτι θά μᾶς πεῖ. «Μά δέν ξέρουμε ποῦ εἴναι», μού ἀπάντησε, μόνο ὅτι ἤταν σέ μιά περιοχή τοῦ Πειραιά.« Δέν πειράζει» τοῦ εἴπα,« θά πάμε καί θά τόν βρούμε». «Πῶς»; μοῦ εἴπε. « Δέν ξέρω, μόνο αἰσθάνομαι ὅτι θά τόν βρούμε. Πρέπει νά τόν βρούμε»
Ὁπότε ξεκινήσαμε γιά νά τόν βρούμε στά τυφλά, καί ρωτώντας καί κάποιους ἀνθρώπους στά τυφλά, βρήκαμε σχετικά εὔκολα τό σπίτι του, ἀν καί ἤταν βράδυ. Μόλις μᾶς εἴδε μᾶς κοίταξε μᾶς χαμογέλασε καί μᾶς εἴπε « νά μήν χωρήσετε ποτέ ἐσείς οἱ δύο». Καί πράγματι ἀπό τότε ἀν καί δέν ἔχουμε ἐπαφές, καί εἰδικά ἀπό τότε πού ἔγινα μοναχός, ὄμως ἔχουμε πνευματική σχέση καί στηρίζουμε ὁ ἕνας τόν ἄλλο.
Ἄλλη μία φορά, θελήσαμε νά ἐπισκεφτούμε ἕνα μοναχό, διότι μᾶς εἴχε πεῖ ἡ μητέρα τοῦ φίλου μου, ὅτι ἤταν ἅγιος ἄνθρωπος καί ὅτι εἴχε τό προορατικό χάρισμα. Ὁπότε ξεκινήσαμε μέ τόν Ν. γιά νά τόν δούμε. Μάς δέχθηκε, μᾶς ἔβαλε σέ ἕνα δωμάτιο πού δεχόταν τόν κόσμο, καί ἀφού καθίσαμε δέν μάς ἔλεγε τίποτα, καί φυσικά καί ἐμείς δέν μιλούσαμε, διότι περιμέναμε νά ἀκούσουμε κάτι ἀπό αὐτόν. Αὐτός ἔβλεπε μία τήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καί μία παρατηρούσε ἐμάς. Κάποια στιγμή μέ κοίταξε ἔντονα, καί μᾶς εἴπε πῶς αὐτό πού θά κάνετε στή ζωή σας, θά τό κάνετε καλά. Τώρα ὁ Ν. ἔχει πολυμελή οἰκογένεια, ἐξομολογιέται καί αὐτός καί ἡ γυναίκα του, καί ἔχουν συναίσθηση τί πρέπει νά κάνουν. Φυσικά εἴχαν καί ἔχουν μεγάλο πόλεμο ἀπό τούς συγγενεῖς του, καί μάλιστα, πρίν φύγω γιά μοναχός, ἀφού πιά εἴχα καταλάβη τί συμβαίνει καί πῶς πρέπει κάποιος νά ζή χριστιανικά, ἀνέβηκα στήν Ἀθήνα, τόν βοήθησα νά μπεί στήν Ἐκκλησία, καί τότε ὁ πατέρας του μέ ἀπείλησε ὅτι θά μέ σκοτώσει ἀν δέν τόν ἀφήσω ἤσυχο, ἀλλά θά φθάσουμε καί ἐκεί.
Λοιπόν, τώρα, ἀρχισα καί ἔψαχνα μέσα στήν γιόγκα καί σέ αὐτές τίς φιλοσοφίες. Ὅταν ἤμουν 20 ἐτῶν, χώρησα μέ αὐτήν τήν κοπέλα πού εἴχα σχέσεις, καί αὐτό μέ πόνεσε πολύ. Ἀν καί ἤθελα νά χωρίσω μαζί της διότι ἔβλεπα ὅτι δέν ταιριάζαμε καί δέν ὀδηγούσε αὐτή ἡ σχέση πουθενά, ἔκανα προσευχή καί ζήτησα ἀπό τόν Θεό, νά μοῦ ζητήση αὐτή νά χωρίσουμε, γιά νά μήν πονέση, καί ἀς πονούσα ἐγώ. Ἀν καί αὐτή δέν ἤθελε νά χωρίσουμε, ὅταν ἀνέβηκα στήν Ἀθήνα μετά τό καλοκαίρι γιά νά συνεχίσω τίς σπουδές μου, μοῦ ζήτησε νά χωρίσουμε. Τό δέχθηκα, ἀλλά μέ πόνεσε πάρα πολύ. Τότε πολύ μέ βοήθησε ἔνας συμμαθητής μου, πού μού εἶπε κάτι πολύ σοφό καί πνευματικό. Μού εἴπε πῶς δέν θά ἔπρεπε νά στηρίζομαι σέ ἀνθρώπους, διότι οἰ ἄνθρωποι εἶναι σάν τά ποτήρια, πού ἀν ρίξεις τό βάρος σου σέ αὐτά, τότε σπάνε καί σέ κόβουν. Μόνο στόν Θεό πρέπει νά στηρίζεσε καί αὐτός δέν θά σέ ἀφήση πότε.
 Τότε ἄρχισα νά βρίσκω παρηγοριά στήν προσευχή καί νά ἀκούω τόν Σταθμό τῆς Ἑκκλησίας, ἄρχισα νά στρέφομαι πρός τήν Ἑκκλησία. Ἄρχισα καί μελετούσα καί τήν Καινή διαθήκη, καί ἤθελα νά μιλάω μόνο γιά αὐτά. Θυμάμαι μία φορά πού βρεθήκαμε στό σπίτι τοῦ Ν. ἤταν καί ἡ ἀδελφή του (τώρα δυστυχῶς εἶναι καθηγήτρια τῆς γιόγκα!!) καί αὐτοί κάπνιζαν χασίσι. Ὅταν μού πρόσφεραν ἐγώ ἀρνήθηκα, διότι ἀν καί κάπνιζα τότε, δέν μού ἄρεσε καί αἰσθανόμουν ὅτι εἶναι ἐπικίνδυνο, παρόλο πού τό παρουσίαζαν σάν κάτι ἀπλό καί φυσικό. Τότε ἄρχισαν καί μέ κοροῒδευαν, πῶς εἴμαι θρήσκος, καί ἄρχισαν νά μέ ρωτούν ἀν πιστεύω στούς παπάδες γελόντας καί χλευάζοντας τόν κλήρο. Τότε τούς εἶπα πώς πιστεύω στούς παπάδες καί στόν Χριστό, ἐννοώντας πώς οἰ ἱερείς εἶναι διάκονοι τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἑκκλησίας. Φυσικά ἄρχισαν καί γελούσαν μαζί μου σάν νά ἤμουν καθυστερημένος καί ἠλίθιος. Ὅμως ὅταν ἐφυγα ἀπό τό σπίτι αὐτό, στόν δρόμο ἔνιωθα πώς δέν περπατούσα, ἔνιωθα τόσο ἀνάλαφρος καί τόσο χαρούμενος, πού ἤθελα νά ἀρχίσω νά φωνάζω ἀπό τήν χαρά μου, ἀλλά φοβήθηκα πὼς θά μέ περνούσαν γιά τρελλό.Τώρα καταλαβαίνω πώς αὐτή τήν χαρά μού τήν ἔδωσε ὁ Κύριος διότι δέν ντράπηκα νά τόν ὀμολογήσω ἔμπροσθεν των ἀνθρώπων ἐκείνων καί ἀς μέ νόμιζαν πῶς ἤμουν χαζός. 
Τότε εἴχα καί τήν πρώτη «ἐπίσημη» δαιμονική ἐπίθεση. Ἤταν θυμάμαι βράδυ καί μόλις εἴχα διαβάσει τήν Παλαιά διαθήκη, μόλις εἴχα ἀποκοιμηθή ἀκούγοντας τόν σταθμό τῆς Ἑκκλησίας. Ξαφνικά ξύπνησα, καί ἐνῶ εἴχα κλειστά τά μάτια μου, ἔβλεπα τά πάντα, καί ἀς ἤταν σκοτάδι, διότι κοιμόμουν χώρις κανένα φῶς. Τότε εἴδα ἀπό δεξιά μου νά μέ πλησιάζει ἔνα τέρας, πετώντας στόν ἀέρα πολύ ἀργά, ἔχοντας τό σχήμα ἄνθρώπου, μέ τεράστια φτερά, μέ πολλά πόδια καί χέρια, πιό μαύρο καί ἀπό τό σκοτάδι, μέ μεγάλα νύχια, καί ἀπαίσιο δέρμα καί μορφή ἀπερίγραπτη. Τότε μοῦ ἤρθε ἠ λέξη ἐωσφόρος στό μυαλό μου καί ἀμέσως πάγωσα καί δέν μπορούσα νά κινηθῶ. αὐτό ἤρθε καί ξάπλωσε στήν κυριολεξία ἀπάνω μου, ἐνῶ ἐγώ κόντευα νά πεθάνω ἀπό τόν φόβο μου. Εἶναι ἀπίστευτο τό τί ἔνιωσα ἐκείνες τίς στιγμές. Αὐτό μετά ἔφυγε σιγά σιγά ἀπό τήν ἄλλη κατεύθυνση ἀπό ἐκεί πού εἴχε ἔρθη, ἀλλά ὄλο τό ὐπόλοιπο βράδυ, ἔμεινα παγωμένος καί ἀκίνητος, ἀπό τό σόκ πού εἴχα πάθει. Ἀργότερα ὁ γέροντάς μου μοῦ εἴπε πῶς ἐπειδή πλησίαζα πρός τήν Ἑκκλησία καί εἴχα μετάνοια, γιά ἐκφοβισμό, καί γιά νά τά παραιτήσω, συνέβηκε τό παραπάνω.
Μετά ἀπό αὐτό πού ἔγινε, ἄρχισα νά ἐνδιαφέρομαι νά ἀρχίσω νά κάνω γιόγκα. Καί ἄρχισα καί ἔκανα γιόγκα μόνος μου μέ ἕνα βιβλίο πού εἴχα ἀγοράσει. Τότε προσευχήθηκα, μή γνωρίζοντας τί εἴναι γιόγκα, νά μού στείλει ὁ Θεός μία δασκάλα, ὅμορφη, νά μου μάθη γιόγκα, καί νά κάνω καί σχέσεις μαζί της. Μετά ἀπό δύο ἐβδομάδες, γνώρισα μία κοπέλα τήν Σ. ἀκριβῶς ὅπως τήν εἴχα φανταστεί, μόνο πού ἤταν 13 χρόνια μεγαλύτερη ἀπό μένα, μέ ἕνα παιδάκι, πού τότε ἤταν 2 χρονών. Αὐτή δέν ἤταν παντρεμένη, καί μόλις εἴχαν χωρίση μέ τόν πατέρα τοῦ μικροῦ. Ὄλα αὐτά γινόταν πρίν φύγω γιά φαντάρος, καί ἀφοῦ εἴχα τελειώσει τίς σπουδές μου, καί ἔκανα τό μεταπτυχιακό μου. Τήν γνώρισα μέσω ἑνός μουσικοῦ , πού εἴχα συνεργασία μαζί του. Καί αὐτή ἐνθουσιάστηκε μέ τήν μουσική πού παίζαμε, καί ἐπειδή ἤταν κοντά στό πατρικό μου, κάναμε γνωριμία. Αὐτή ἀντιμετώπιζε πολλά προβλήματα καί ψυχολογικά, καί συναισθηματικά. Ἥταν πολλή μπερδεμένη καί ἡ ζωή τής ἔνα κουβάρι μπερδεμένο. Ὅπως εἴναι συνήθως οἱ ἄνθρωποι πού ἀσχολιούνται μέ τήν γιόγκα καί ὅλα αὐτά τά σατανικά πράγματα, ἀλλά καί ἐγώ δέν ἤξερα ἀπό αὐτά τότε. Προσπάθησα νά τήν βοηθήσω καί νά τήν φέρω πάλι σέ ἐπαφή μέ τόν πατέρα τοῦ παιδιοῦ της, ἀλλά σέ αὐτήν τήν προσπάθεια, ἐρωτευθήκαμε ὁ ἔνας τόν ἄλλον. Πραγματικά ἤθελα νά τήν βοηθήσω, καί αὐτή γαντζώθηκε ἀπάνω μου, διότι βρήκε μέ ἐμένα ἀγάπη χωρίς νά τῆς ζητάω τίποτε. Τότε ἔφυγα γιά φαντάρος, ἀφοῦ τήν εἴχα γνωρίσει ἤδη τέσσερις μήνες. Μαζί της εἴχα ξεκινήση νά κάνω γιόγκα, ἀλλά ὄχι τίποτα ἰδιαίτερο ἀκόμη.
Ὅταν ἤμουν 20 χρονῶν πήγα καί ἐξομολογήθηκα γιά πρώτη φορά.
Γιατί;
Γιατί αἰσθανόμουν ἄσχημα μέ κάποια πράγματα πού εἴχα κάνει καί ἤθελα νά τά βγάλω ἀπό μέσα μου
Θέλατε νά λλάξετε τήν ζωή σας;
Ὄχι, ἀπλῶς ἔνιωθά τύψεις, ἐπειδή εἴχα φερθεί ἄσχημα σέ κάποιο πρόσωπο καί ἤθελα νά τό βγάλω ἀπό μέσα μου. Ὅταν εἴπα στόν ἱερέα ὅτι κάνω καί γιόγκα (γιατί εἴχα ἀρχίση ἀπό μόνος μου νά κάνω χάθα γιόγκα) τότε ὁ Ἱερέας ἄρχισε καί μοῦ φώναζε καί ἔλεγε ὅτι αὐτά εἶναι σατανικά, εἶναι αἰρετικά, καί ἐγώ ἀπό μέσα μου ἔλεγα « τί μου λέει τώρα αὐτός, ἐγώ ἤρθα νά τοῦ πῶ τίς ἀμαρτίες μου καί αὐτός μού λέει ὅτι ἡ γιόγκα εἴναι σατανικό πράγμα, μήπως ἐγώ κάνω σατανικά πράγματα; καί δέν μού ἄρεσε αὐτό, μέ ἀπώθησε μακριά καί ἔφυγα στενοχωρημένος καί θυμωμένος μέ τήν συμπεριφορά του.
λλά εχε δίκιο.
Ναί, φυσικά εἴχε δίκιο, ἀλλά δέν μοῦ ἄρεσε ὁ τρόπος πού τό εἶπε, καί ὁ τρόπος πού μέ ἀντιμετώπισε, δέν μού τό τεκμηρίωσε, νά μου πεῖ ὅτι γιά αὐτούς τούς λόγους εἶναι ἡ γιόγκα σατανικό πράγμα.
Χωρίς ξηγήσεις
Χωρίς ἐξηγήσεις, ἀπλῶς εἶναι σατανικά, εἶναι δαιμονικά, φύγε μακρυά ἀπό αὐτά. Ἐγώ τοῦ εἴπα ὄτι εἶναι μόνο γυμναστική, καί δέν κάνω τίποτε κακό
Γυμναστική, ἀλλά κάνατε μόνο χάθα γιόγκα, δέν κάνατε.....
Ἔκανα χάθα γιόγκα, ἀλλά καί ἡ χάθα, εἶναι μέρος τῆς θρησκείας τους, δηλαδή παραδείγματος χάριν ὅταν κάνεις τό Sun Salutation πού εἶναι ἡ προκαταρκτική ἄσκηση γιά νά ζεστάνεις τό σώμα σου, στήν οὐσία προσκυνάς τόν Θεό ἤλιο, καί εἶναι μιά καθαρή εἰδωλολατρία, διότι προσκυνάς τά κτίσματα, δέν εἶναι μόνο γυμναστική, ἐπειδή δέν εἶναι Ράτζα γιόγκα ἡ κάποια ἄλλη γιά νά κάνεις καί διαλογισμό, εἶναι μέρος τῆς φιλοσοφίας τους.(συνεχιζεται)
επιμέλεια  www.proskynitis.blogspot.com

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Ενδιαφέρον.