Ακούσαμε στο δοξαστικό των αποστίχων του Μεγάλου Εσπερινού της Δεσποτικοθεομητορικής εορτής του Ευαγγελισμού: «Σήμερον χαράς ευαγγέλια, παρθενική πανήγυρις, τα κάτω τοις άνω συνάπτεται..».
Στην παραπάνω πρόταση, ο υμνογράφος, δεν θέλει απλώς να πει κάτι συμβολικό αλλά ότι πραγματικά αλλάζει όλη η Δημιουργία! Δηλαδή, η διάσπαση που μπήκε στον κόσμο με την πτώση, η απομάκρυνση του ανθρώπου από Τον Θεό κι από τον ίδιο του τον εαυτό, θεραπεύεται μέσα σ' ένα γεγονός που δεν γίνεται με το ζόρι αλλά με την ελευθερία ενός προσώπου. Η Παρθένος δεν είναι απλώς ένα μέσο, γίνεται ο τόπος όπου ο άνθρωπος προσφέρεται ολόκληρος χωρίς φόβο και γι' αυτό μπορεί να δεχθεί την ενέργεια Του Θεού. Κι απ' αυτή την προσφορά, αρχίζει ν' αλλάζει ο άνθρωπος, αρχίζει να ξαναγίνεται καινούριος ο Αδάμ και να φεύγει η λύπη της Εύας. Δεν σβήνεται το παρελθόν, αλλάζει και παίρνει άλλο νόημα.
Και πως συνεχίζει ο ύμνος;
«Η σκηνή της καθ’ ημάς ουσίας… ναός Θεού κεχρημάτικεν», μια φράση που είναι ίσως το πιο βαθύ σημείο του ύμνου, γιατί δεν μιλά για ένα θαύμα που συντελείται εξωτερικά αλλά για μια αλλαγή μέσα στον ίδιο τον άνθρωπο. Η ανθρώπινη φύση, αυτό που είμαστε όλοι μας, το «φυράμα», το παίρνει ο Χριστός και το ενώνει με τον εαυτό Του χωρίς να τα μπερδέψει και χωρίς να τα χωρίσει. Δηλαδή, ο Θεός, δεν ακουμπά απλώς τον άνθρωπο, γίνεται άνθρωπος, χωρίς να πάψει να είναι Θεός. Και μέσα απ' αυτή την ένωση, η φύση μας δεν μένει κλεισμένη στον εαυτό της αλλά γίνεται χώρος σχέσης. Δεν μιλάμε απλώς ότι γίναμε λίγο καλύτεροι. Μας δόθηκε η δυνατότητα να ενωθούμε με Τον Θεό! Κληθήκαμε να ζήσουμε όχι απλώς καλύτερα, κληθήκαμε να ζήσουμε αληθινά!