ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΔΕΞΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΜΑΣ!

Τρίτη 17 Μαρτίου 2026

«Ο γαμπρός το ’Σκασε»… Η περίπτωση του Αγίου Αλεξίου «του Ανθρώπου του Θεού»


  Στον Βίο του Αγίου Αλεξίου «του Ανθρώπου του Θεού» (εορτάζει στις 17 Μαρτίου) η σκηνή της νύκτας του γάμου, όπου ο Αλέξιος επιστρέφει το δακτυλίδι και τη ζώνη στη σύζυγό του και φεύγει για ασκητική ζωή, προκαλεί εύλογη αμηχανία. Για μια κοινωνία, αρχαία ή σύγχρονη, που αντιλαμβάνεται τον γάμο ως ένα κοινωνικό συμβόλαιο που συγκροτεί συγγένειες, τιμή και σταθερότητα, η φυγή μοιάζει με εγκατάλειψη, άρα και με σκάνδαλο: παραβίαση υποχρέωσης, δημόσια ατίμωση της συζύγου, τραύμα για τις οικογένειες. Το ερώτημα είναι αν η εκκλησιαστική παράδοση αντιμετωπίζει τέτοιες πράξεις ως «ηρωισμό αγιότητας» ή αν διασώζει μια πιο σύνθετη ερμηνεία που βάζει όρια και προϋποθέσεις.

  Στο πλαίσιο του αρχαίου χριστιανισμού, ο γάμος δεν απαξιώνεται—θεμελιώνεται μάλιστα βιβλικά («τίμιος ο γάμος», Εβρ. 13:4)—όμως ταυτόχρονα αναπτύσσεται ισχυρά το ιδεώδες της παρθενίας και της άσκησης ως «εσχατολογικό σημάδι»: μια ζωή που προεικονίζει την επερχόμενη Βασιλεία, όπου «ούτε γαμούσιν ούτε εκγαμίζονται» (Ματθ. 22:30). Ο Παύλος, ενώ υπερασπίζεται τον γάμο, προβάλλει και την αγαμία ως χάρισμα για «απερίσπαστη» αφοσίωση (Α΄ Κορ. 7). Έτσι, η παράδοση δεν λειτουργεί με ένα μόνο μέτρο. 
Αντίθετα, κρατά ένα διπλό αξιακό σύστημα: ο γάμος ως οδός αγιασμού και η παρθενία/μοναχισμός ως άλλη οδός, χωρίς να μετατρέπεται η δεύτερη αυτομάτως σε ηθική υπεροχή για όλους.

 Πώς όμως εξηγείται η εγκατάλειψη συζύγου; Πρώτον, οι βίοι αγίων είναι κείμενα με στόχο παιδαγωγικό και θεολογικό, όχι απλώς βιογραφικό. Συχνά συγκροτούν «παραδείγματα» ριζικής αποταγής, που δραματοποιούν το ευαγγελικό αίτημα «πώλησον… και δεύρο ακολούθει μοι» (Ματθ. 19:21) ή τον λόγο περί «αρνήσεως» των συγγενών, δηλαδή περί υπεροχής της αγάπης προς τον Θεό (Λουκ. 14:26). Σ’ αυτή τη λογική, ο Αλέξιος δεν παρουσιάζεται ως άνθρωπος που «απλώς βαρέθηκε» τον γάμο, αλλά ως πρόσωπο που θεώρησε την κλήση του τόσο απόλυτη, ώστε επέλεξε την εκούσια πτωχεία και την αφάνεια. Η αφήγηση, μάλιστα, τον δείχνει να διανέμει την περιουσία του και να ζει ως ζητιάνος στον νάρθηκα ενός Ναού—άρα να αποκόπτεται από κύρος, άνεση, κοινωνική καταξίωση. Αυτό λειτουργεί ως ένδειξη ότι το κίνητρο δεν είναι ιδιοτέλεια αλλά ασκητική «κένωση».

 Δεύτερον, στη θεολογική παράδοση υπάρχει η έννοια της «κατά Θεόν κλήσεως», όμως όχι ως άδεια για αυθαιρεσία. Η παράδοση των Ιερών Κανόνων και η ποιμαντική γραμματεία είναι γενικά επιφυλακτικές απέναντι σε μονομερείς λύσεις γάμου. Η Εκκλησία κανονικά ζητά συναίνεση και διάκριση· η μονομερής εγκατάλειψη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αδικία. Γι’ αυτό και πολλοί ερευνητές προσεγγίζουν τέτοια επεισόδια ως αγιολογικά μοτίβα που εξυπηρετούν ένα ιδεώδες, όχι ως κοινωνική συνταγή προς μίμηση. Με άλλα λόγια: ο Βίος δεν λέει «έτσι πρέπει να κάνουν όλοι», αλλά προβάλει ένα ακραίο παράδειγμα «υπέρβασης» που η κοινότητα αναγνωρίζει ως χάρισμα σε λίγους.

 Τρίτον, υπάρχει μια σημαντική διάκριση: άλλο η άρνηση του γάμου πριν την τελείωσή του (ή με αμοιβαία συμφωνία για εγκράτεια) και άλλο η εγκατάλειψη συζύγου χωρίς φροντίδα για την τύχη της. Σε κάποιες αγιολογικές διηγήσεις (και σε ιστορικές πρακτικές) συναντάται το φαινόμενο «πνευματικού γάμου» ή αμοιβαίας εγκράτειας—μια επιλογή που παρουσιάζεται ως κοινή άσκηση των δύο. Όταν όμως η αφήγηση δεν δείχνει ρητά συναίνεση, τότε το «σκάνδαλο» παραμένει ως ένταση που υποχρεώνει τον αναγνώστη να σκεφτεί: η αγιότητα δεν ταυτίζεται με την κοινωνική ευπρέπεια, αλλά ούτε δικαιώνει κάθε ρήξη ως θεϊκή έμπνευση. Η παράδοση, μέσω της έννοιας της διάκρισης, αφήνει χώρο για το ότι το ίδιο εξωτερικό γεγονός μπορεί να είναι είτε χάρισμα είτε πλάνη, ανάλογα με το φρόνημα και την εκκλησιαστική κρίση.

 Σήμερα, μια τέτοια πράξη δύσκολα μπορεί να προβληθεί χωρίς σοβαρές επιφυλάξεις: η ανθρώπινη αξιοπρέπεια του/της συζύγου, οι ψυχολογικές συνέπειες, οι κοινωνικές και νομικές υποχρεώσεις, όλα απαιτούν υπευθυνότητα. Αν υπάρχει κάτι που μπορεί να «μεταφερθεί» θεολογικά, δεν είναι η μίμηση της εγκατάλειψης, αλλά η εσωτερική κίνηση της αποταγής της φιλοδοξίας και της εγωϊστικής αυτάρκειας, η ελευθερία από τα δεσμά της επίδειξης. Η αγιολογική αφήγηση μάλλον μας καλεί να κρίνουμε τη δική μας προσκόλληση στη «ματαιότητα της επίγειας δόξας», ενώ παράλληλα η ποιμαντική σοφία μάς υπενθυμίζει ότι η οδός του Θεού δεν καταργεί την ευθύνη απέναντι στον άλλον.

Τελικά, το «σκάνδαλο» στον Βίο του Αλεξίου λειτουργεί σαν καθρέφτης: δείχνει πόσο δύσκολο είναι να συνυπάρξουν ο ριζοσπαστικός ευαγγελικός λόγος με τις κοινωνικές συμβάσεις. Η θεολογική ερμηνεία που προτείνουν αρκετοί μελετητές δεν είναι «ο γάμος είναι κατώτερος», αλλά ότι η αγιολογία αναζητά να εκφράσει, με δραματικούς τρόπους, την πρωτοκαθεδρία του Θεού—χωρίς αυτό να μετατρέπεται σε ηθική συνταγή για όλους, και χωρίς να ακυρώνεται η ανάγκη διάκρισης, συναίνεσης και φροντίδας του πλησίον.
Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: