ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΔΕΞΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΜΑΣ!

Δευτέρα 14 Μαρτίου 2011

Ένας αφανής άγιος ιερέας

Γράμματα πολλά δεν έμαθε, με δυσκολίες τελείωσε το σχολαρχείο της εποχής εκείνης, βαδίζοντας καθημερινώς δύο και πλέον ώρες -για την πλησιέστερη κωμόπολη, ο Ευθύμιος. "Από μικρός αγαπούσε την Εκκλησία βοηθώντας σαν παπαδάκι τον ευλαβή πάππου του στην ψαλτική. Έτσι έμαθε την τάξη της Εκκλησίας και συγχρόνως να ψάλλει. Κι όταν έφυγε για την άλλη ζωή ο παππούς, έμεινε μοναδικός ψάλτης της Εκκλησίας ό Ευθύμιος. Έτσι τον συνάντησε σε μία περιοδεία του ό Επίσκοπος της περιοχής. "Πρίμος τπλεον ό Ευθύμιος, καλός οικογενειάρχης με τρία παιδιά έως τότε, και επειδή ό ιερεύς του χωρίου λόγω γήρατος και ασθένειας άπεχώρησε, οι χωρικοί ζητούν ιερέα από τον Επίσκοπο. Καί -ποιόν προτείνετε για παπά εσείς: Ρωτά ό Δεσπότης και όλοι σχεδόν με ένα στόμα λέγουν: «τον ψάλτη μας». Έτσι με τις πιέσεις των χωρικών και την εμμονή του Έπισκόπου και παρά τις διαμαρτυρίες του Ευθυμίου, ότι θεωρεί τον εαυτό του ανάξιο και ακατάλληλο για ένα τόσο μεγάλο Ύπούργημα. χειροτονήθηκε Ιερεύς του χωρίου προς χαράν όλου του χωρίου. Τώρα, πλέον εκτελούσε τα ιερατικά του καθήκοντα. Κάθε πρωϊ και βράδυ, με φόβο Θεού κτυπούσε την καμπάνα κάνοντας τον Όρθρο και τον Εσπερινό. Πράος, καλοσυνάτος, αγαπητός προς όλους, άφιλοχρήματος άρκεϊτο στον μικρό μισθό του και στα λίγα έσοδα πού άπεκόμιζε, όταν καλλιεργούσε τα χωράφια του. Ως και για μεροκάματο πήγαινε,για να θρέψει την πολυμελή οικογένεια του,έξι παιδιά τώρα. Ό Επίσκοπος, εκτιμώντας την σύνεση του και την καλή του φήμη.τον έκανε και πνευματικό. Ένα πλήθος κόσμου από το χωριό και τα γύρω χωριά πήγαιναν για εξομολόγηση στον πατέρα Ευθύμιο. Και το κήρυγμα δεν παρέλειπε κάθε Κυριακή διαβάζοντας από κάποιο ορθόδοξο περιοδικό μια σύντομη ομιλία. Άλλα και τα παιδιά, για να τα συγκεντρώνει στο κατηχητικό, είχε ένα δικό του τρόπο, με τραγούδια και ψαλμωδίες, με καραμέλες και λουκούμια και είκονίτσες.
Να και ένα γεγονός, οπού φάνηκε το μεγαλείο της ψυχής του. Γείτονα στο χωράφι του είχε έναν πλεονέκτη και καταπατητή, τον κυρ Γιάννη, ό όποιος δεν δίστασε να μεταθέσει τον πρόχειρο φράχτη πού χώριζε τα σύνορα και να του πάρει μια λωρίδα από το χωράφι του, το ίδιο έκανε και τον δεύτερο χρόνο. Τι να κάνει τώρα, σκέφτηκε ό πατήρ Ευθύμιος. Αν του πεί κάτι, θα αρχίσει τις βλαστήμιες και τις βρισιές, δεν έπαιρνε από λόγια, όπως το έκανε και με άλλους γείτονες. Τα αφήνω στα χέρια του Θεού,είπε στην πρεσβυτέρα του και στον μεγάλο γιο του πού διαμαρτύρονταν. Και να, ένα πρωΐ λέγει στον μεγαλύτερο γιο του: Πάμε στο χωράφι μας να τακτοποιήσουμε το φράκτη στο σύνορο. Άφού έφτασαν στο χωράφι, λέγει στον γιο του: Πάρε τον συρμάτινο φράχτη και να τον μεταθέσείς ακόμη ένα περίπου μέτρο, αφήνοντας στον γείτονα μια λωρίδα από το χέρσο χωράφι του. "Εκπληκτος ό γιος του άρχισε να διαμαρτύρεται: Πατέρα, εσύ θα χαρίσεις. όπως πάς.όλο το χωράφι στον γείτονα. Κάνε όπως σου είπα, παιδί μου.έχω τον λόγο μου εγώ, μην στεναχωρείσαι. Καί επέστρεψαν πάλι στο σπίτι τους. Την άλλη μέρα το πρωί να σου ό κυρ Γιάννης στο σπίτι του παπά.
- Καλημέρα παπαδιά. Έτσι ανήσυχος και ταραγμένος ρωτά την πρεσβυτέρα: Πούναι ό παπα-Θύμιος; τον θέλω.
- Καθίστε κυρ Γιάννη, να σας κάνω καφέ.ως να έρθει ό παπα-Θύμιος, πού τον ζήτησαν σε ένα σπίτι, δεν θ'αργήσει να επιστρέψει.
Εν τω μεταξύ ή παπαδιά ετοίμασε και του πρόσφερε τον καφέ. Αυτός πήρε μια ρουφηξιά, σαν να έκάθετο στα κάρβουνα. Νάσου και προβάλλει ό παπάς χαρούμενος και λέει: Δόξα τω Θεώ. ελευθερώθηκε ή κυρία Ελένη πού υπέφερε στον τοκετό, με τις ευχές της Εκκλησίας και μάλιστα απέκτησε αγοράκι.
- Καλώς τον κυρ Γιάννη, καλημέρα. Η οικογένεια είναι καλά: Τα ζωντανά επίσης;
Χωρίς άλλη απάντηση: Τί είναι αυτό πού μου έκανες παπα-Θύμιο; Ρωτά πικραμένος ό κυρ Γιάννης.
- Τί αγαπητέ μου Γιάννη; Να το διορθώσουμε.
Εγώ παπα-Θύμιο, δύο χρόνια τώρα σου κλέβω το χωράφι κι εσύ ούτε να διαμαρτυρηθείς, ούτε να φωνάξεις, αλλά μου αφήνεις μία λωρίδα. Πάμε τώρα γρήγορα να διορθώσω αυτή την αδικία, δεν την αντέχω.
- Καλά κυρ Γιάννη μου. κάνε μόνος σου ό.τι νομίζεις σωστό. "Αλλωστε χώμα είναι ή γη. και
όλα εδώ μένουν. Μόνον, αγαπητέ μου, μια χάρη σου ζητώ, να σε βλέπω πιο τακτικά κι εσένα και
την οικογένεια σου στην Εκκλησία.
Ασπάστηκαν έτσι αδελφικά στο μέτωπο, δεν τον άφησε να ασπαστεί το χέρι του ό παπά-Ευθύμιος. Του είπε: Έχε την ευλογία του Θεού
Καί τον κατευύδωσε ό καλός ιερέας. Καί όλα άλλαξαν από την ώρα εκείνη. Ό κυρ Γιάννης
έβαλε μόνος του τον φράκτη στα παλαιά του σύνορα, άλλα και είναι τακτικός στην εκκλησία
με την οικογένεια του. Καί διαλαλεί παντού, σε γνωστούς και άγνωστους: Στό χωριό μας έχουμε
έναν άνθρωπο του Θεού, έναν "Αγιο, τον παπα-Θύμιο!
Δ.Γ.Α.

Κυριακή 13 Μαρτίου 2011

Ο Όσιος πατήρ ημών Ηλίας Διαμαντίδης ο Μυροβλήτης

Ο πατήρ Ηλίας Διαμαντίδης γεννήθηκε το 1880 στο χωριό Χουρμικιάντο των Σουρμένων του Πόντου, το οποίο απέχει οκτώ ώρες με το καΐκι από την Τραπεζούντα.
Οι γονείς του, Παναγιώτης και Αθηνά, ήταν φτωχοί αλλά με φόβο Θεού. Απέκτησαν τρία παιδιά, τον Κωνσταντίνο, τον Γεώργιο και τον Ηλία. Το 1888 αφού στερέωσε τα παιδιά της στην ευλάβεια εκοιμήθη η Αθηνά. Ο Παναγιώτης ξαναπαντρεύτηκε και πήρε μια γυναίκα βάρβαρη και κακιά, την Καντίνα. Η μητρυιά κακομεταχειριζόταν και βασάνιζε τον μικρό Ηλία. Με δάκρυα διηγείτο αργότερα πολύ εμπιστευτικά σε μια ορφανή τα βάσανα της παιδικής του ηλικίας, με σκοπό να την στηρίξη.
Η μητρυιά του τον κρεμούσε ανάποδα σε δένδρο επί μια ώρα και παρακολουθούσε ανάλγητη το μαρτύριο του, ενώ εκείνος την παρακαλούσε με δάκρυα να τον λύση. Τον ξεγύμνωνε και με ένα μάτσο τσουκνίδες τον χτυπούσε στα απόκρυφα μέρη. Τύλιγε τα γεννητικά του όργανα με κλωστή προξενώντας αφόρητους πόνους, όχι μόνο από το δέσιμο αλλά και από την αδυναμία διούρησης. Έβαζε φωτιά στα ρούχα του και το παιδί έτρεχε τρομαγμένο να την σβήση. Όλη την ημέρα τον άφηνε νηστικό, δίνοντας του μόνο λίγο ξερό ψωμί. (Αυτή ήταν η απαρχή της μεγάλης του εγκράτειας που ετήρησε σ’ όλη του την ζωή. Τον έστελνε σ’ αυτήν την ηλικία να βόσκη μοσχάρια και τον απειλούσε με βασανιστήρια, αν τα ζώα έκαναν ζημιά. Όταν επέστρεφε το βράδυ τον ρωτούσε ο πατέρας του, αν έφαγε τίποτε και απαντούσε γι’ αυτόν η μοχθηρή μητρυιά του: «Τον τάισα, τον τάισα».
Στα πολλά βασανιστήρια ποτέ δεν παραπονέθηκε. Εφάρμοσε το «ασχημοσύνην μητρός σου ουκ αποκαλύψεις»1. Από όλα αυτά που υπέμεινε με αμνησικακία έλαβε από μικρός ο Ηλίας άφθονη την θεία Χάρι.
Αργότερα που εκοιμήθη ο πατέρας του, η μητρυιά του, γηρασμένη πια, είχε τον φόβο μήπως ο Ηλίας την εκδικηθή για όσα του έκανε. Εκείνος την καθησύχαζε: «Μη φοβάσαι μητέρα, θα σε κοιτάξω καλά». Έμεινε κατάκοιτη στο κρεββάτι και ο Ηλίας δεν άφηνε κανέναν άλλο να την περιποιείται. Ο ίδιος με πολλή αγάπη την τάιζε, την έπλενε, προσέφερε τα πάντα. Αντί της χολής και του όξους της ανταπέδωσε μάννα και ύδωρ. Εκείνη συντετριμμένη έλεγε και ξανάλεγε: «Ηλία, πολύ σε τυράννησα, πολλά κακά σου έκανα, συγχώρεσε με, παιδί μου», και εκείνος ανεξίκακα της έλεγε: «Μη στενοχωριέσαι, μητέρα, είσαι συγχωρημένη».
Ο Ηλίας, λόγω οικονομικής δυσχέρειας, δεν πήγε στο σχολείο και δεν έμαθε γράμματα. Μέχρι τα δεκαεπτά του εργαζόταν ως ντενεκετζής στα Πλάτανα Τραπεζούντος, στον ξάδερφο του Πέτρο Διαμαντίδη.Σημειώσεις:
1. Τα στοιχεία που συνθέτουν τον σύντομο βίο του π. Ηλία προέρχονται από διηγήσεις της κόρης του Καλλιόπης (Κάλλης) και των εγγονών του Μαρίας και Όλγας (κόρες της Καλλιόπης). Ευχαριστίες οφείλονται στους κ. Κλημεντίδη Παναγιώτη και κ. Πιλιτσίδη Μιχαήλ, δισέγγονο του π. Ηλία, που κατέγραψαν αντιστοίχως τις διηγήσεις. Ο Γέροντας Παίσιος είχε διαβάσει τον βίο, έκανέ τις παρατηρήσεις του και τόνισε ότι ο π. Ηλίας από μικρός πήρε την θεία Χάρι γιατί υπέμεινε με ανεξικακία τα βασανιστήρια της μητρυιάς του.
1. Λευϊτ. ιη’, 7.Το 1897 ο μεγάλος του αδελφός Κωνσταντίνος και η μητρυιά του επέμεναν να τον παντρέψουν με μια κοπέλλα τριάντα χρόνων που όμως δεν ήταν από καλή γενεά για την περιουσία της. Ο Ηλίας δεν ήθελε, γι’ αυτό τη νύχτα του γάμου έφυγε και μέσα από τα βουνά Χοτσεράντο έφτασε στο χωριό Καρακατζή. Πήγε στους γονείς μιας φτωχής νέας, της Σωτήρας, την οποία συμπαθούσε και ήθελε για γυναίκα του. Με την ευχή των γονέων της, Κωνσταντίνου και Ελένης, νυμφεύφθηκε την δεκαεπτάχρονη Σωτήρα Γεροντίδου.
Έζησε με την γυναίκα του στην αρχή πολύ φτωχικά. Δούλευε ως υπάλληλος στον φούρνο του Παναγιώτη Χατζηλιά. Ο Παναγιώτης είδε τον Ηλία που δούλευε τίμια και φιλότιμα και του έδωσε τον φούρνο του. Αλλά και ο Θεός τον ευλογούσε και κέρδιζε πολλά. Τότε αγόρασε ένα μεγάλο σπίτι στο Καρακατζή στο Χάνι. Το σπίτι του έγινε πανδοχείο για ξένους και φτωχούς. Βοηθούσε κρυφά τους πεινασμένους. Χρησιμοποιούσε τουρκάλες για να κρύβεται ο ίδιος, να νομίζουν ότι Τούρκοι κάνουν τις ελεημοσύνες. Τις πλήρωνε και μετέφεραν τη νύχτα τρόφιμα σε σπίτια που είχαν ανάγκη. Έδινε αυστηρή εντολή να μην τον μαρτυρήσουν. Σε μια χήρα με τέσσερα μωρά έστελνε με μια τουρκάλα αλεύρι και καθόταν η τουρκάλα και βοηθούσε την χήρα στο ζύμωμα.
Ο Ηλίας με την Σωτήρα απέκτησαν έξι κορίτσια. Την Αγάπη, η οποία παντρεύτηκε και μετά την χηρεία της έγινε μοναχή με το όνομα Μαρία στην Κούμα του Σοχούμ, την Βασιλική, την Ελένη, την Καλλιόπη (Κάλη), την Αθηνά και την Όλγα.
Ο Ηλίας ήταν προκομμένος και αγαπούσε πολύ τον Θεό. Στενοχωριόταν όμως που δεν ήξερε γράμματα. Φάνηκε λοιπόν κάποτε στον ύπνο του Άγγελος και άρχισε να του μαθαίνη γράμματα, ψαλτική και αγιογραφία. Κάθε βράδυ τον έβλεπε στον ύπνο του και συνέχιζε το μάθημα του, μέχρι που έμαθε ο Ηλίας να διαβάζη, να γράφη καλά, να ψέλνη και να αγιογραφή. Τις Κυριακές έψελνε στην Εκκλησία του Τιμίου Σταυρού, στο χωριό Τσίτα των Σουρμένων. Ήταν εξαιρετικά καλλίφωνος και έψελνε με ευλάβεια, όπως είχε διδαχθή από τον Άγγελο. Έχοντας αγάπη και έφεση για την προσευχή, ξυπνούσε πάντα νωρίς για να προσεύχεται.
Το 1918 η ζωή τους, όπως και όλων των Ελλήνων του Πόντου, έγινε αφόρητη από τις βιαιότητες των Τούρκων. Ανήμερα των Φώτων, την ώρα του Αγιασμού, οι Τούρκοι περικύκλωσαν την Εκκλησία του χωριού. Ο στρατός των Αρμενίων όμως τους διεσκόρπισε. Έτσι ξεκίνησαν την ίδια μέρα πολλές οικογένειες να φύγουν για την Ρωσσία. Μεταξύ αυτών και η οικογένεια του Ηλία. Ο ίδιος έφυγε αργότερα, οδοιπορώντας επί δεκαπέντε ημέρες μέσα στα χιόνια.
Στο Βατούμ, στο χωριό Μαχμουτία, ήταν εγκατεστημένη η κόρη του Αγάπη με τον σύζυγο της Αβραάμ, ο οποίος ήταν πολύ πλούσιος. Αγόρασε για τον πεθερό του Ηλία μια μεγάλη έκταση στο βουνό και εκεί ο Ηλίας έχτισε μόνος του το σπίτι του. Εξακολουθούσε να ασκή το επάγγελμα του φούρναρη αλλά και να βοηθά τους φτωχούς. Ανάγκαζε τους ξένους να έρθουν να φιλοξενηθούν στο σπίτι του. Έστελνε την κόρη του Κάλλη στα σταυροδρόμια με την διεύθυνση του γραμμένη στο χαρτί να την δίνη στους ξένους και να τους προσκαλή για φιλοξενία. Έκλαιγε από χαρά όταν τον επισκέπτονταν ζητιάνοι, πρόσφυγες και φτωχοί. Κάθε βράδυ είχε πέντε-δέκα άτομα. Έβαζε τα παιδιά του να τους ξεψειρίσουν, να τους πλύνουν τα πόδια, τα ρούχα τους και μετά τους οδηγούσαν στο μεγάλο δωμάτιο, το «μουσαφίρ-οντά», που το είχε ειδικά για την φιλοξενία των πτωχών. Ο ίδιος τους υπηρετούσε και τους τάιζε μέχρι να χορτάσουν. «Φάτε, πιέτε, μην ντρέπεστε», έλεγε. Ο ίδιος έτρωγε τελευταίος. Είχε ξεχωριστό δωμάτιο για τους άρρωστους.
Κάποτε φιλοξένησε για χρόνια δυό αδέλφια μοναχούς, τον Παχώμιο και τον Ιωάννη, οι οποίοι ήταν ντυμένοι με κοσμικά ρούχα για τον φόβο των αθέων κομμουνιστών και ασκήτευαν σε βράχο του Σοχούμ. Από αυτούς ο Ιωάννης κοιμήθηκε αργότερα στον Πόντο και ο Παχώμιος στο Άγιον Όρος.
Η καλή του σύζυγος τον βοηθούσε στην φιλοξενία και τον συναγωνιζόταν στην ελεημοσύνη. Ρωτούσαν να μάθουν ποιος έχει ανάγκη και τη νύχτα έστελναν τσουβάλια αλεύρι, τυριά, φρούτα σε χήρες και ορφανά, σε φυλακές και ιδρύματα.
Μια νύχτα, η ορφανή Αυγούλα που την μεγάλωναν στο σπίτι τους, είδε την Σωτήρα να βγαίνη κρυφά από το σπίτι και την ρώτησε που πάει τέτοια ώρα. «Ησύχασε», της είπε, «πάω ν’ αρμέξω τις αγελάδες». «Τέτοια ώρα;», ρώτησε πάλι η Αυγούλα. «Θα πάω το γάλα στις φυλακές».
Έκτος από την Αυγή μεγάλωσε και πάντρεψε και άλλο ορφανό κοριτσάκι, την Ελπινίκη.
Μια νύχτα ο Ηλίας είδε στον ύπνο του τον άγιο Γεώργιο ο οποίος του παρήγγειλε να κτίση κοντά στο σπίτι του Εκκλησία στο όνομα του. Του υπέδειξε μάλιστα και το σημείο που θα κρεμούσε την εικόνα του καθώς και τις άλλες εικόνες, ενώ του υποσχέθηκε ότι θα τον βοηθούσε και θα ενεργούσε θαύματα.
Κάποια ημέρα που ο Ηλίας έσκαβε στο κτήμα του σφηνώθηκε ο κασμάς και δεν έβγαινε. Έσκαψε γύρω του με κοπίδι και σφυρί και τότε βρήκε τοίχο Εκκλησίας. Έσκαψε με προσοχή. Αμέσως φάνηκαν οι τρεις πλευρές του ναού και στον τοίχο μια τοιχογραφία του Αγίου Γεωργίου, που διετηρείτο καλά.
Έφτιαξε την Εκκλησία με σανίδια και την σκέπασε με χορτάρια. Από έξω έμοιαζε με αχυρώνα, ώστε να μην δίνη υποψία στους κομμουνιστές. Ζωγράφισε μόνος του τις εικόνες και τις τοποθέτησε όπως ήθελε ο άγιος Γεώργιος. Η κόρη του Αγάπη, που ήταν κρυφή μοναχή, περιποιείτο την Εκκλησία. Ο Ηλίας της παρήγγειλε να κρατά ακοίμητο το καντήλι του αγίου Γεωργίου. Όταν πήγαινε να σβήση, αυτή άκουγε έναν ήχο χαρακτηριστικό και τότε πήγαινε να προσθέση λάδι και να καθαρίση το φυτίλι του. Αισθάνονταν με διάφορους τρόπους την παρουσία του Αγίου Γεωργίου. Όταν ερχόταν ο Άγιος άκουγαν ποδοβολητό και έβλεπαν τα πατήματα του αλόγου του στον χωμάτινο δρόμο.
Ο Ηλίας αγωνιζόταν πολύ και το παράδειγμα του παρακινούσε και τους άλλους. Ξυπνούσε στις 3 τη νύχτα και μέχρι το πρωί προσευχόταν. Βίαζε τον εαυτό του πολύ στην προσευχή. Έκανε κομποσκοίνι και έτρεχαν τα δάκρυα του συνέχεια. Αν κάποτε δεν ξυπνούσε, τον σκουντούσε ο άγιος Γεώργιος λέγοντας: «Σήκω, η ώρα πέρασε». Ο ίδιος ξυπνούσε και την οικογένεια του για να προσευχηθούν, ενώ την ορφανή Αυγούλα την ξυπνούσε στις 3.30′ με πραεία φωνή.
Πήγε στον ιερέα της περιοχής ο Ηλίας και του ανέφερε για την Εκκλησία που ανακάλυψε. Εκείνος ήταν γέρος και για τον φόβο των αθέων κομμουνιστών, δεν φορούσε ράσα. Παρακίνησε τον Ηλία να χειροτονηθή ιερέας για να μπορή να βαπτίζη και να κοινωνά τους χριστιανούς. Δέχθηκε και χειροτονήθηκε ιερέας από τον επίσκοπο του Βατούμ. Φορούσε μια ιερατική στολή που είχε κληρονομήσει από ένα θείο του ιερέα, τον παπα-Γιώργη, και λειτουργούσε κρυφά στην Εκκλησία του Αγίου Γεωργίου και σ’ άλλα ερημοκκλήσια.
Όταν οι πιστοί της περιοχής έμαθαν ότι υπάρχει Ιερέας στο χωριό, πήγαιναν για να λειτουργηθούν τη νύχτα στο Εκκλησάκι του αγίου Γεωργίου. Οι Τούρκοι της περιοχής το πληροφορήθηκαν και το κατέδωσαν στην Αστυνομία, η οποία έκανε εφόδους. Όμως ο πατήρ πάντα ειδοποιείτο έγκαιρα από καλούς ανθρώπους και πριν έρθη η Αστυνομία, σκορπίζονταν και έκαναν ότι μαζεύουν ξύλα ή ότι απασχολούνται με κάποια άλλη εργασία. Ο π. Ηλίας δήλωνε ευθαρσώς ότι ήταν χριστιανός, και οι άνθρωποι έλεγαν στην Αστυνομία ότι ήταν εργάτες του. Σε κάθε έφοδο των αστυνομικών τον συνελάμβαναν, τον ανέκριναν, τον έκλειναν στην φυλακή, τον χτυπούσαν και τον άφηναν νηστικό. Υπέστη πολλά βασανιστήρια χωρίς να λυγίση, όμως παρέμεινε σταθερός ομολογητής. Όταν έβγαινε από την φυλακή, ενώ ακόμη πονούσε από τα βασανιστήρια, πήγαινε κρυφά κάθε νύχτα στο Εκκλησάκι του και με τους πιστούς τελούσαν την θεία Λειτουργία.
Ήταν ασκητικός και λιτοδίαιτος. Συνήθως το φαγητό του ήταν λίγο ρυζάκι νερουλό η λίγα καρύδια η λίγο λάχανο βραστό. Στα τέλη του έπινε τσάι με παξιμάδι. Κρατούσε τα τριήμερα και το βράδυ έτρωγε μόνο τρία φουντούκια. Νήστευε με ζήλο τις Σαρακοστές. Συχνά πάθαινε γαστρορραγίες και ήταν πολύ αδύνατος. Συνήθισε και τα παιδιά του από μικρά στη νηστεία.
Την ημέρα εργαζόταν στο κτήμα του. Καλλιεργούσε λαχανικά και πολλών ειδών καρποφόρα δένδρα, ακόμη και τσάγια.
Ο πατήρ είχε ως ευλογία το δεξί χέρι του παπα-Γιάννη Τριανταφυλλίδη που άγιασε. Επίσης μια ηγουμένη από το Σοχούμ του χάρισε την καρδιά και το δακτυλάκι μιας παιδούλας, ονόματι Μαρίας, που διατηρήθηκαν άφθαρτα μετά την εκταφή της. Το κοριτσάκι αυτό καταγόταν από την Σάντα του Πόντου. Οι γονείς της ήταν πάμπλουτοι αλλά υπερβολικά φιλάργυροι και άσπλαχνοι. Όταν εκοιμήθη η μητέρα της, η μητρυιά εβασάνιζε τη Μαρία και την άφηνε νηστική. Αυτή μοίραζε κρυφά τις νύχτες σε φτωχούς και εγκυμονούσες γυναίκες πολλά υλικά αγαθά. Έδινε ακόμη και το λιγοστό ψωμάκι της σε πεινασμένους και αυτή έμενε νηστική. Εκοιμήθη σε ηλικία δώδεκα χρόνων και στην εκταφή της βρέθηκαν άφθαρτα το δεξί της χέρι και η καρδιά της μέσα σε μύρο. Έβλεπαν πριν στον τάφο της κάθε νύχτα ένα φως που ανεβοκατέβαινε τρεις φορές, και αυτό τους παρακίνησε να κάνουν ανακομιδή, όπότε και βρέθηκε ο τάφος της να ευωδιάζη γεμάτος μύρο.
Όπως υποσχέθηκε ο άγιος Γεώργιος, έδωσε στον παπα-Ηλία το χάρισμα να θεραπεύη ασθενείς. Τους διάβαζε το Ευαγγέλιο, τους σταύρωνε και τους έδινε να ασπασθούν τα λείψανα του Αγίου Ιωάννου του νέου ελεήμονος και της Μαρίας.
Σταύρωνε ακόμη και Τούρκους και Αρμενίους οι οποίοι θεραπεύονταν. Για κάποιον είπε ότι θα έλθει από μακρυά αλλά δεν θα γίνει καλά, γιατί δεν έρχεται με πίστη. Έτσι του είπε ο άγιος Γεώργιος και έτσι έγινε.
Ένα ορφανό παιδί, ο Κώστας από την Κριμαία, έπασχε από επιληψία. Τον θεράπευσε ο π. Ηλίας και η κόρη του, η Αγάπη, τον στεφάνωσε.
Μια μέρα ο άγιος Γεώργιος του έδειξε στο βουνό ένα λουλούδι που έμοιαζε με μαργαρίτα. Είχε δύο χρώματα, άσπρο και κίτρινο. Του είπε να τα βράζη ξεχωριστά. Τα άσπρα, αφού τα βράσει, να τα δίνη στους άτεκνους άνδρες και το ζουμί από τα κίτρινα στις γυναίκες. Επειδή φοβήθηκε μήπως είναι από τον πειρασμό για να φαρμακώση τους ανθρώπους, έβρασε, ήπιε πρώτα ο ίδιος και, αφού είδε ότι δεν έπαθε τίποτε, το έδινε και στους άτεκνους και τεκνοποιούσαν. Ο ίδιος βάπτιζε τα παιδιά τους.
Η εγγονή του π. Ηλία Μαρία, κόρη της Κάλλης, που ζει ακόμη, θυμάται το εξής περιστατικό: -Κάποια ημέρα ήμασταν έξω στο κτήμα και σκαλίζαμε. Ξαφνικά ακούστηκε από το δρόμο θόρυβος και γαύγιζαν τα σκυλιά. Εμείς δεν βλέπαμε γιατί παρεμβάλλονταν το δάσος. Ο παππούς (π. Ηλίας) μονολογούσε: «Κάτι γίνεται». Μας είπε να μπούμε μέσα στο σπίτι και αυτός κάθησε έξω. Μετά από λίγο φάνηκαν δύο καβαλλάρηδες αγανακτισμένοι και ρωτούσαν: «Ποιος ήταν αυτός με το άσπρο άλογο που μας εμπόδιζε τόση ώρα να έρθουμε; Πού είναι να τον σκοτώσουμε;». Ο παππούς τους είπε να καθήσουν να ξεκουραστούν και τους κέρασε. Ύστερα τους ρώτησε αν τον δουν, θα τον γνωρίσουν, και είπαν «ναι». Τότε τους έφερε την εικόνα του Αγίου Γεωργίου και αυτοί έκπληκτοι αναγνώρισαν τον καβαλλάρη που τους εμπόδιζε. Συγκλονίστηκαν και βαπτίστηκαν και οι δύο χριστιανοί».
Ένας Τούρκος, ονόματι Χουσεΐν, ζούσε στο σπίτι της κόρης του στην Μαχμουτία. Δίπλα τους έμενε ένας Διοικητής Αστυνομίας που η γυναίκα του ήταν τρελλή και την έδεναν με αλυσίδες. Ο Χουσεΐν τον λυπήθηκε και του είπε ότι υπάρχει ένας Έλληνας που μπορεί να θεραπεύση την γυναίκα του. Αμέσως ζήτησε να τον φέρη στο σπίτι του. Ο π. Ηλίας είπε να φέρουν την άρρωστη στο σπίτι της κόρης του Χουσεΐν. Εκεί επί δώδεκα ημέρες την διάβαζε, την σταύρωνε και μετά έγινε καλά και ήρθε στα λογικά της. Από τότε η Αστυνομία δεν τον ξαναενόχλησε. Ο Διοικητής έγινε κρυφά χριστιανός και ο π. Ηλίας βάπτισε όλη την οικογένεια του.
Τρεις Τούρκοι που ζούσαν στην Ρωσσία έμαθαν ότι ο πατήρ κάνει θαύματα και αποφάσισαν να τον σκοτώσουν ή να τον απαγάγουν και να σφραγίσουν την Εκκλησία. Πηγαίνοντας με τ’ άλογα τους τη νύχτα, ένας καβαλλάρης με άσπρο άλογο τους έκοβε τον δρόμο. Τ’ άλογα τους φοβήθηκαν και γύρισαν πίσω. Ήταν ο άγιος Γεώργιος που τους έδιωξε. Μετανοιωμένοι διηγήθηκαν το πάθημα τους στον π. Ηλία ζητώντας συγχώρηση.
Το ιαματικό χάρισμα του πατρός έγινε γνωστό παντού. Έρχονταν από πολύ μακρυά Αρμένιοι, Γεωργιανοί, ακόμη και Τούρκοι για να θεραπευθούν. Ο παπα-Ηλίας, κοιτάζοντας τους προσεκτικά, προγνώριζε αν θα γίνουν καλά. Καταλάβαινε ποιοι θα θεραπεύονταν και τους το έλεγε. Μετά τους διάβαζε. Όταν όμως «έβλεπε» ότι δεν θα γίνονταν καλά, τους έλεγε να φύγουν.
Ο γυιός ενός αξιωματικού του στρατού αρρώστησε βαριά. Οι γιατροί στο Λένιγκραντ και στην Μόσχα τον απογοήτευσαν. Άκουσε για τον παπα-Ηλία και έφερε τον γυιό του στην Μαχμουτία. Ο πατήρ τον κράτησε λέγοντας στον πατέρα: «Επήγαινε στο σπίτι σου ήσυχος. Ο γυιός σου θα μείνει τρεις βδομάδες εδώ. Αν θέλης, να ρχεσαι να τον βλέπης». Κάθε φορά που ερχόταν τον έβλεπε καλύτερα μέχρι που θεραπεύθηκε τελείως.
Εκτός από τα πολλά θαύματα που έκανε προέλεγε γεγονότα που επαληθεύονταν, γιατί είχε το προορατικό χάρισμα. Είπε στην ορφανή Αυγούλα κάποτε: «Κορίτσι μου, Αυγή, αυτόν τον δρόμο που βαδίζεις σ’ αυτόν θα μείνεις και θα βγεις στο τέλος καθαρή. Θα πας στον ουρανό, Χριστού νύμφη. Ρώτησα τον Άη-Νικόλα και μου είπε πως η Αυγή θα πάει Χριστού νύμφη επάνω. Εσύ δεν θα παντρευτείς». Πολλοί την ζήτησαν να την παντρευτούν. Έγινε όμως όπως προέβλεψε ο π. Ηλίας.
Ό,τι είχε ο άλλος στην καρδιά του το γνώριζε»( πολλές φορές το έλεγε. Ξεκινούσαν να ‘ρθούν στην Ρωσσία μερικοί από τον Πόντο και αυτός το γνώριζε. Ξεκίνησαν κάποτε τρεις Έλληνες από το χωριό Αχαλσενί για να τον επισκεφθούν. Έχασαν τον δρόμο και νυχτώθηκαν στην ύπαιθρο. Ο π. Ηλίας ανέφερε για τους τρεις που χάθηκαν και μόλις έφθασαν τους είπε: «Καλά ευλογημένοι, πως χάσατε τον δρόμο και ταλαιπωρηθήκατε;».
Έλεγε μερικές φορές: «Σήμερα θα έλθουν οι τάδε, πιστεύουν και θα γίνουν καλά», ή «αυτός που έρχεται δεν πιστεύει και δεν θα γίνει καλά», και γινόταν όπως έλεγε ο π. Ηλίας. Άλλοτε έβλεπε με το χάρισμα του κάποιον που ερχόταν να τον δη και είχε χαθή στο δάσος. Τότε έστελνε ένα γνωστό του στο σημείο που βρισκόταν ο χαμένος, τον εύρισκε και τον έφερνε κοντά του. Είπε κάποτε: «Έρχεται ο Πέτρος και έχει αυτήν την αρρώστια και θα γίνει καλά. Πέντε η ώρα το πρωί θα είναι εδώ», και έτσι έγινε.
Συχνά προφήτευε λέγοντας: «Θα ‘ρθεί ένας καιρός που θα γίνουν οι άνδρες γυναίκες και οι γυναίκες άνδρες. Τότε θα πέσει μεγάλη κατάρα στον κόσμο. Θα γίνει πόλεμος στην Κωνσταντινούπολη και ο Ρώσσος θα νικά• θα πάει ως τον Ευφράτη ποταμό. Θ’ ανοίξει η Αγιά Σοφιά και θα λειτουργηθή. Ένας εξαδάκτυλος βασιλιάς θα είναι τότε». Και έλεγε: «Ξύπνα Ρωσσία και δράξον τα όπλα σου». Δηλαδή έλα σε μετάνοια, σε πίστη και απόρριψε την αθεΐα.
Έβλεπε συχνά τον άγιο Γεώργιο. Κάποτε του είπε: «Θα ρθουν Τούρκοι να κάψουν την Εκκλησία και θα προσπαθήσουν να σας σκοτώσουν». Το είπε στην οικογένεια του αλλά δυσπίστησαν. Το κτήμα τους το ζήλευαν οι Τούρκοι και ήθελαν να το πάρουν. Μαζεύτηκαν πολλοί με επικεφαλής τον Αχμέτ Κιτιάκ και τη νύχτα πήγαν και χτύπησαν την πόρτα τους, ζητώντας δήθεν να τους δείξη τον δρόμο. Δεν τους άνοιξαν, αυτοί όμως σκότωσαν το σκυλί και άρχισαν να πυροβολούν. Οι σφαίρες πήγαιναν δώθε-κείθε αλλά καμία δεν άγγιξε το σπίτι. Η Κάλλη έβλεπε στην πόρτα τον άγιο Γεώργιο με ανοιχτά τα χέρια να τους προστατεύη. Τέλος έβαλαν φωτιά δίπλα στον αχερώνα όπου μέσα ήταν η Εκκλησία και κάηκε. Πήρε φωτιά και η σκεπή του σπιτιού, αλλά την έσβησαν. Ο π. Ηλίας ύστερα πήγε και προσευχήθηκε μπροστά στα εικονίσματα και ρώτησε τον Χριστό: «Ποιοι είναι αυτοί που έκαψαν την Εκκλησία;» Και ο Χριστός τους απαρίθμησε έναν-έναν.
Ο φθόνος όμως των ανθρώπων δεν τον άφησε ήσυχο. Ένας εξ αγχιστείας συγγενής του τον κατηγόρησε στους κομμουνιστές ότι κρύβει χρυσαφικά. Είπε ότι με τα θαύματα που κάνει μαζεύει ότι του δίνουν, ενώ ο π. Ηλίας δεν έπιανε χρήματα στα χέρια του. Ήρθαν και ρήμαξαν το σπίτι του, άρπαξαν τα πάντα, ενώ αυτόν και την πρεσβυτέρα του Σωτήρα τους φυλάκισαν. Τον π. Ηλία τον βασάνισαν πολύ γιατί ήταν πιστός, δεν ήξεραν ότι είναι και ιερέας. Τον έβαλαν σ’ ένα λάκκο στενό, τόσο που να μην μπορή να καθήση ούτε να γυρίζη από την μια και την άλλη μεριά. Ουρούσαν και αποπατούσαν πάνω του και τον άφηναν νηστικό.
Όταν το έμαθε ο Ρώσσος Διοικητής της Αστυνομίας, του οποίου είχε θεραπεύσει την γυναίκα, ενήργησε και απελευθέρωσε σ’ ένα μήνα την Σωτήρα και στους τρεις μήνες τον π. Ηλία, το έτος 1938. Του έδωσε ρούχα, χρήματα και τρόφιμα, αλλά ο π. Ηλίας πλέον ήταν πολύ άρρωστος από τις κακουχίες και τα βασανιστήρια που του έκαναν. Είχε αιματουρία από τον προστάτη και πονούσε πολύ.
Όταν κάπως συνήλθε άρχισε πάλι να λειτουργή και να βαπτίζη. Οι λειτουργίες γίνονταν τη νύχτα κρυφά και με προφυλάξεις. Έρχονταν είκοσι -τριάντα πιστοί. Ο π. Ηλίας λειτουργούσε στα ελληνικά με πολλή ευλάβεια και κατάνυξη. Τις νύχτες επίσης έκανε τις βαπτίσεις στο σπίτι κάποιου κιλού Τούρκου, για να μην δίνη υποψίες. Κάποια μέρα βάπτισε τριάντα επτά, που τους αναδέχθηκε η Σωτήρα, και άλλους ενενήντα ενιά με ανάδοχο Την κόρη του Αγάπη (Μαρία μοναχή).
Μια γυναίκα διηγήθηκε πως κάποτε την ώρα που λειτουργούσε ο π. Ηλίας, βγήκε φως από την εικόνα του Αγίου Γεωργίου και στάθηκε πάνω του.
Έκανε συχνά λιτανείες, γιατί προέβλεπε κάποια συμφορά που ερχόταν. Έλεγε: «Από τα ξερά ξύλα καίγονται και τα χλωρά. Από τους αμαρτωλούς καίγονται και οι καλοί», «χωρίς καλά έργα η πίστις νεκρά εστί».
Ένα απόγευμα μόλις άρχισε να σκοτεινιάζη, ο εγγονός του π. Ηλία Γιώργος Κυριακίδης, είδε ένα περίεργο φως που άρχισε να ανεβαίνη από το δάσος χαμηλά προς το βουνό που ήταν το σπίτι, και όλο δυνάμωνε. Σαν να πήρε φωτιά όλος ο τόπος και το παιδί άρχισε να κλαίη. Τον ρώτησε ο π. Ηλίας γιατί κλαίει και το παιδί του ανέφερε για το φως. Γέλασε ο πατήρ και του είπε: «Μην κλαις παιδί μου, αυτός είναι ο άη-Γιώργης. Είναι ο καιρός που έρχεται στην Εκκλησία».
Στα τελευταία του χρόνια δεν μπορούσε να περπατήση. Οι συχνές γαστρορραγίες, ο καρκίνος του προστάτη, η αιματουρία τον είχαν καταβάλει αφάνταστα. Σηκωτό τον πήγαιναν στην Εκκλησία. Όλη την μέρα ήταν σαν νεκρός αλλά την ώρα της προσευχής σαν να έμπαινε μια θεία δύναμη στο αδύνατο σώμα του και παρακαλούσε να τον πάνε στον άη-Γιώργη. Διάβαζε επί τρεις ώρες το Μεσονυκτικό και τον Όρθρο, ύστερα λειτουργούσε και κοινωνούσε τους ανθρώπους που έρχονταν από μακρυά μέσα στα χιόνια.
Στις 6 Δεκεμβρίου 1939 ημέρα Παρασκευή, ανήμερα της γιορτής του Αγίου Νικολάου, άργησε, δεν σηκώθηκε κατά το σύνηθες στις 3. Ο άγιος Νικόλαος τον αγαπούσε πολύ, συχνά του εμφανιζόταν και συνομιλούσαν. Ήρθε λοιπόν εκείνη την ημέρα ο άγιος Νικόλαος λουσμένος σε φως, τον ξύπνησε μ’ ένα θωπευτικό απαλό χτύπημα και γελούσε όλος από ιλαρότητα.
Το ίδιο έτος 1939 έφυγαν τα παιδιά του για την Ελλάδα. Ο π. Ηλίας ενέτεινε τους αγώνες του και άρχισε να προετοιμάζεται για την έξοδο του από αυτόν τον κόσμο.
Όταν πλησίασε ο καιρός της κοιμήσεως του, τις τελευταίες μέρες έμεινε κατάκοιτος. Δεν δεχόταν φαγητό, τρεφόμενος από την προσευχή. Κοιμήθηκε οσιακά με μεγάλη ειρήνη τον Ιούλιο του 1946. Την ώρα της κοιμήσεως του, ένα φως κατέβηκε από τον ουρανό και το δωμάτιο του πλημμύρισε από ευωδία. Το δεξί του χέρι έγινε σαν το κερί και μαρτυρούσε τις κρυφές του ελεημοσύνες. Ετάφη κατά την επιθυμία του στην αυλή της Εκκλησίας του αγαπημένου του Αγίου. Δεξιά του αργότερα ετάφη η πρεσβυτέρα του Σωτήρα που κοιμήθηκε το 1963 σε ηλικία 83 ετών και αριστερά του η κόρη του Αγάπη (Μαρία μοναχή).
Από τον τάφο του τις νύχτες έβγαινε φως. Οι στρατιώτες από τα γύρω ρωσσικά φυλάκια το έβλεπαν χωρίς να μπορούν να το εξηγήσουν, και αυτό τους φόβιζε. Κάθε νύχτα στις δώδεκα ακριβώς μεσάνυχτα, έβγαινε το φως από τον τάφο του και έρρεε μύρο. Όσοι χρίονταν από το μύρο, από όποια αρρώστια και αν έπασχαν, αμέσως γίνονταν καλά. Αυτά έγιναν γνωστά και πλέον ήταν τόσοι αυτοί που πήγαιναν να θεραπευθούν στον τάφο του π. Ηλία, που δεν μπορούσαν να κρυφθούν. Έγινε φανερό προσκύνημα.
Τότε ο Διοικητής της Αστυνομίας βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Ήθελε μεν να προστατεύση την Εκκλησία, αλλά η μεγάλη συρροή των πιστών στον τάφο του π. Ηλία δημιουργούσε προβλήματα και η κατάσταση ξέφευγε από τον έλεγχο του, γι’ αυτό αποφάσισε να κάνουν την ανακομιδή των οστών. Άνοιξαν τον τάφο σηκώνοντας την πλάκα και βγήκε φως από τον τάφο. Το λείψανο του παπα-Ηλία ήταν ακέραιο και ευωδίαζε. Το έθαψαν πάλι και απαγόρευσαν στον κόσμο να προσέρχεται στον τάφο. Αργότερα, όταν άλλαξαν τα πράγματα και δόθηκε ελευθερία, οι πιστοί άρχισαν πάλι να πηγαίνουν στον τάφο του π. Ηλία, τον ανακήρυξαν Άγιο στο Βατούμ και έβαλαν την εικόνα του στην Εκκλησία.
Το 1962 Γεωργιανοί Επίσκοποι άνοιξαν πάλι τον τάφο του. Το λείψανο του δεν βρέθηκε. Ο τάφος του είχε συληθή. Μετά την κοίμηση του ανέβλυσε Αγίασμα που θαυματουργεί σε όσους αρρώστους πλύνονται ή πίνουν.
Σήμερα στο ναό του Αγίου Γεωργίου λειτουργεί ο δισέγγονος του π. Ηλία, ο π. Αβραάμ Παρασκευόπουλος.
Πρεσβίαις του Αγίου Ηλία του μυροβλήτου, Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον και σώσον ημάς. Αμήν.

Από το βιβλίο «Ασκητές μέσα στον κόσμο», 5η διήγηση.
Κεντρική διάθεση βιβλίου: Ιερόν Ησυχαστήριον «Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος», Μεταμόρφωσις Χαλκιδικής

PILGRIM IN RUSSIA

Παρασκευή 11 Μαρτίου 2011

Δύο ιστορίες αγάπης και θυσίας

Διάβασα πρόσφατα σε αθηναϊκό περιοδικό να γεγονός πού με εντυπωσίασε, για να μήν πω ότι με εξέπληξε. "Ενα 15χρονο Ελληνόπουλο στην Αμερική αντιμετώπιζε πρόβλημα ζωής ή θανάτου με τα νεφρά του.Τότε ό ορθόδοξος επίσκοπος Αντώνιος, διευθυντης του φιλανθρωπικού τμήματος της Άρχιεπισκοπής Άμερικής,έστειλε έπιστολή-εκκληση ,προς όλους τους ιερείς και το λαό. Στήν έκκληση αυτή για βοήθεια ευαισθητοποιήθηκε ένας παπάς ο αρχιμανδρίτης π. Ιωάννης Χαιρόπουλος, .προιστάμένος του ναοϋ της Αγίας Παρασκευής Αιλαντ. Πήρε την απόφαση να προσφέρει το ένα νεφρό του,προκειμένου να σωθεί το άγνωστο γι' αυτόν παλικάρι. Ή μεταμόσχευση ,έγινε καί πέτυχε. Ό ιερέας επισκέφθηκε το νεαρό Μιχάλη,για να τον γνωρίσει.Και κάτι ακόμη:Να τον ευχαριστήσει, όπως είπε, για την ευκαιρία που του έδωσε να τον βοηθήσει! Έβαλε σε κίνδυνο όχι μόνο την υγεία του, αλλά και την ίδια τη ζωή του. Και το καταπληκτικο εύχαρίστησε για την ευκαιρία πού του έδωσε να τον βοηθήσει!
Πρόκείται ασφαλώς για αγάπη πέρα από τα όρια.Είναι ακριβώς ή αγάπη πού δίδαξε ό Χριστος:«Ό ποιμένας ό καλός θυσιάζει ακόμη και τη ζωή του για το ποίμνιο του». Εΐναι άξιος έπαίνου και θαυμασμού ό ελληνορθόδοξος αυτός κληρικός για το λαμπρό παράδειγμα αυτοθυσίας που έδωσε, τιμώντας έτσι το ράσο του και τον ίερό κλήρο γενικότερα
Έργα καί όχι λόγια. Γι' αυτόν πού θέλει να είναι πραγματικός Χριστιανός. Τα λόγια είναι εύκολα,δεν στοιχίζουν. Δεν απαιτούν θυσία, προσφορά, συμμετοχή προσωπική. Ό καθένας μπορεί νά λέει,να συμβουλεύει."Εχει την έντυπωση πως δεν είναι υποχρεωμένος να έφαρμόζει ο ίδιος αυτά πού δίδάσκει. Υπάρχουν πολλοί πού είναι πρόθυμοι να συμβουλεύουν τους άλλους,ενώ μέσα τους δεν έχουν αγάπη. Δεν συμμερίζονται τον πόνο καί την ανάγκη των συνανθρώπων τους, δεν καταλαβαίνουν το φτωχό καί το δυστυχισμένο. Γιατί δεν έχουν αγάπη.
Ανάλογο γεγονός συνέβη πριν άπο μερικά χρόνια. Αυτή τη φορά μ' ένα πρύτανη Πανεπιστημίου. Συγκεκριμένα,Ελληνας καθηγητής των Κοινωνικών Επιστημών σε παράρτημα Αμερικάνικου Πανεπιστημίου στην Αθήνα έπασχε από «σπειραματονεφρίτιδα» και ή πλήρης αχρήστευση των νεφρών του ήταν θέμα χρόνου. "Ετσι άρχισε τις αιμοκαθάρσεις. Στό μεταξύ γράφτηκε στη λίστα αναμονής, με την ελπίδα να βρεθεί ό νεφρός.
Καί τότε ήρθε ή μεγάλη έκπληξη. Ό πρύτανης του ϊδιου Πανεπιστημίου, ό Αμερικανός Τζέφ Νονεμέικερ, του είπε μια μέρα: «Δημήτρη, έχω δύο νεφρούς, ό ένας είναι δικός σου».
Αυτός τα έχασε. Δεν μπορούσε να αντιληφθεί ότι ό πρύτανης μιλουσε σοβαρά. Ή μεταμόσχευση έγινε από το Μεσσήνιο καθηγητή Αλκιβιάδη Κωστάκη καί στέφθηκε από επιτυχία. Ή προσφορά του πρύτανη χαρακτηρίστηκε ως «πρωτοφανής στα χρονικά»
Ό καθηγητής Δημ. Καρμακόλιας, αυτός ήταν πού θεραπεύτηκε, είπε: «Το μέγεθος της ευγνωμοσύνης το αισθάνομαι μερικές φορές πού κατορθώνω να διανοούμαι. Λέω ότι είναι απίστευτο,ιδίως όταν αναρωτιέμαι αν θα έδινα εγώ το νεφρό μου.Καί ομολογώ, ακόμη καί τώρα πού με έχει ευεργετήσει, ότι κάτι ανάλογο δεν θα μπορούσα να κάνω. Να δώσω το νεφρό σε ξένο άνθρωπο, μη συγγενή, δεν θα το έκανα...»
Ό Αμερικανός καθηγητής δέχθηκε για την εξαίρετη πράξη του τα συγχαρητήρια του τότε προέδρου της Δημοκρατίας Κων/νου Στεφανόπουλου. Σέ επιστολή του έγραψε: «Θέλω να σας συγχαρώ είλικρινώς για την τόσο θαρραλέα καί συγκινητική σας πράξη, να δωρήσετε νεφρό σε βαρέως άσθενούντα συνάδελφο σας. Είναι μία εκδήλωσις αλληλεγγύης καί χριστιανικής αγάπης προς τόν συνάνθρωπό σας, πού σας τιμά βαθύτατα».
Αλήθεια, πόσοι από μας πού λέμε ότι είμαστε Χριστιανοί, καί μάλιστα ζηλωτές, θα προβαίναμε σε μια τέτοια πράξη; Πόσοι;


(Πρώτη δημ. εφ. «ΘΑΡΡΟΣ» 27-11-2005)

Ομιλία στην Κυριακή Ορθοδοξίας

Ή πρώτη Κυριακή των Νηστειών της Μεγάλης Σαρακοστής του Πάσχα,είναι γνωστή και ως Κυριακή της "Ορθοδοξίας. Στό ευαγγελικό ανάγνωσμα της ημέρας ό ευαγγελιστής Ιωάννης κάνει λόγο για το βίωμα της προσωπικής συνάντησης του κάθε ανθρώπου με τον Χριστό.
«Μείζω τούτων όψει». Την αρχική επιφυλακτικότητα και δυσπιστία του Ναθαναήλ,μετά την πρώτη συνάντηση του με τον Ιησού,διαδέχεται ή πεποίθηση ότι Αυτός είναι ό αναμενόμενος Μεσσίας.Ή πίστη ότι ό Χριστός δεν είναι απλά και μόνο ένας ελκυστικός διδάσκαλος ηθικής,αλλά ό Σωτήρας και Λυτρωτής του κόσμου, δεν αποτελεί προϊόν λογικής διεργασίας, είναι καρπός προσωπικού βιώματος. Και ένα τέτοιο βίωμα δεν συνδέεται τόσο με τη γνώση, πού παρέχει ή σωματική αίσθηση, όσο με την πίστη.
Ή Κυριακή της "Ορθοδοξίας είναι συνδεδεμένη και με την προσκύνηση των ίερών εικόνων. Διατρανώνουμε την προσήλωση μας στην Όρθοδοξία, προσκυνώντας ευλαβικά την άχραντη εικόνα του Κυρίου και τις μορφές της Θεοτόκου και των Αγίων.
«Μείζω τούτων όψει». Ή εικόνα είναι αυτό που συλλαμβάνουν τα μάτια. Έκτος, όμως, από τη σωματική όραση υπάρχει και ή πνευματική ενόραση. Πέρα,δηλαδή, από αυτό πού βλέπουμε, υπάρχουν και εκείνα πού δεν βλέπουμε.Πρόκειται για μια άλλη αίσθηση, πού κατορθώνεται δια της πίστεως. Με την προσκύνηση των ίερών εικόνων δεχόμαστε όχι μόνο το κτιστό αλλά και το άκτιστο• όχι μόνο το ορατό αλλά και το αόρατο• όχι μόνο το περιγραπτό άλλα και το απερίγραπτο, Οπως αναφέρει χαρακτηριστικά το Συνοδικό της "Ορθοδοξίας.
Στίς ιερές εικόνες υπάρχει κάτι ανάλογο προς τα συναξάρια. Και αυτό είναι φυσικό, καθώς οι άγιοι ως «εικόνες τινές έμψυχοι της κατά Θεόν πολιτείας, τω μιμήματι των αγαθών έργων πρόκεινται», κατά την επιτυχή διατύπωση του Μ. Βασιλείου. Ή βυζαντινή αγιογραφία δεν παριστάνει, άλλα απλά εκφράζει τα θέματα της, όπως και τα συναξάρια δεν εξιστορούν απλά τα γεγονότα της ζωής, δεν περιγράφουν την ιστορική συμβατικότητα αλλά να προσεγγίσουν την αλήθεια πού κρύβεται πίσω από αυτήν. Στις βυζαντινές εικόνες τα πρόσωπα των "Αγίων παρουσιάζονται μεταμορφωμένα και σχηματοποιημένα,δηλαδή ενταγμένα στο πλαίσιο κάποιου γενικότερου τύπου, πού δεν εκφράζει το φυσικό πρόσωπο του Αγίου αλλά τη θεωμένη υπόσταση του- το ίδιο συμβαίνει και στα συναξάρια, όπου προβάλλεται σχηματικά ό άγιος ως σύμβολο του καινού εν Χριστώ ανθρώπου.Αυτό επιδιώκεται με τον τονισμό του παραδόξου και την έξαρση του θαυμαστού στοιχείου της ζωής του. "Οπως, λοιπόν, οί εικόνες, έτσι και οι βίοι των Άγιων αποσκοπούν στο να υπερβούμε την προσκαιρότητα και τη ματαιότητα της αμεσότητας. Και ενώ οί εικόνες φιλοτεχνούνται με χρώματα και σχήματα,οί βίοι των Αγίων διατυπώνονται με λέξεις και γράμματα. Οί εικόνες διδάσκουν οπτικά, ενώ τα συναξάρια με τον λόγο.
Προσκυνώντας τις ιερές εικόνες, ας προσπαθήσουμε να εμβαθύνουμε στο μυστήριο της πίστεως. Να μην μείνουμε στα ορατά και εξωτερικά στοιχεία. "Ας ζητήσουμε από την Παναγία και τους Αγίους να μας κρατούν εδραιωμένους στην Όρθόδοξη πίστη. "Ας παρακαλέσουμε να φωτίζεται ό νους μας από την παρουσία του Αγίου Πνεύματος και να καθαρίζεται ή καρδιά μας από την άγιαστική του χάρη. Τον μεν Χριστό «ως Θεόν και δεσπότην προσκυνούντες και σέβοντες» την Θεοτόκο δε και τους Άγιους «ως αυτού γνησίους θεράποντας τιμώντες».

Αρχιμανδρίτου Γεωργίου Χρυσοστόμου

Κυριακή 6 Μαρτίου 2011

Η προσευχή του Οσίου Εφραίμ-1)ΠΝΕΥΜΑ ΑΡΓΙΑΣ

Η προσευχή του Οσίου Εφραίμ-1)ΠΝΕΥΜΑ ΑΡΓΙΑΣ
Αποτέλεσμα εικόνας για sfantul efrem sirul
Οι Πατέρες της Εκκλησίας σφοδρά τη μαστιγώνουν ως μητέρα άφθονων κακών.
 Ό Μέγας Βασίλειος χαρακτηριστικά την παρουσιάζει ως αίτια κάθε κακουργίας καί ό Ιερός Χρυσόστομος ως πηγή πάσης αμαρτίας. 
Επόμενοι του σοφού εκείνου Σόλωνος του Αθηναίου, στον όποιο ανήκει ή γνωστή ρήση αργία μήτηρ πάσης κακίας καί τής Σοφίας του Σειράχ οπού πολλή κακία έδίδαξε ή αργία. 
Ό αργός συχνά ταυτίζε­ται με τον οκνηρό, τον φυγόπονο, τον ανέμελο, τον ρέμπελο, αυτόν πού ζεί παρασιτικά καί εις βάρος των άλλων. Αργός ακόμη εΐναι όχι μόνο ό άεργος άλλα καί ό εργαζόμενος άχαρα, ανόρεχτα, άπρόσεχτα, βιαστικά καί συγχυσμένα.
 Αργός κυ­ρίως είναι, κατά τη νηπτική γραμματεία, ό άκηδιαστής, ό μελετών καί μη μελετών, ό προσευχόμένος καί μη προσευχόμενος, ό έκκλησιαζόμένος καί μη έκκλησιαζόμενος. Βλέπετε πόσο ταλαίπωρος είναι ό άνθρωπος του πάθους αύτού; Πόσο όξιολύπητος καί πόσο αγώνα προσωπικό καί υπεύθυνο καί σοβαρό χρειάζεται; Πόση βοήθεια, συνδρομή, προσευχή καί έλεος θέλει; "Εχει ανάγκη φίλων, συγγενών, πνευματικών, αγίων καί αγγέλων για ν' απαλλαγεί του φοβερού πάθους, πού τον δένει με τον εαυτό του, το σαρκίο του, τίς ιδέες του καί τη νομιζόμενη ανάπαυση του.

"Ας δούμε όμως πιο καλά τον άνθρωπο του πάθους αυτού, που εντός του φωλιάζουν κι επωάζονται κι άλλα πάθη. Ό άνθρωπος πού επί καιρό αφήνει τ' άκρα του ακίνητα θα πάθει άγκίλωση. Ή συνείδηση αν περιφρονηθεί σιγάζει καί σβύνει. Ή ψυχή αν παύσει να προσεύχεται θα μείνει αγρός ακαλλιέργητος καί θα χρειασθεί πολύς κόπος για να βρει την ικμάδα της Ή αργία είναι το εύφορο έδαφος για ν' αναπτυχθούν τ' αγκάθια των ρυπαρών λογισμών, των αισχρών φαντασιών, των άτοπων πράξεων καί των πονηρών ενθυμήσεων.Στήν κατάσταση αυτή ό άνθρωπος χάνει τη σοβαρότητα του, την αξιοπρέπεια του καί την ευγένεια του. Πλήττει, νευριάζει, άγχεται, μελαγχολεί ή οδηγείται στη διασκέδαση, την περιπλάνηση, την πολυλογία, την ευτραπελία καί την ειρωνεία.

 Ή εργασία βοηθά καί στηρίζει στην απαλλαγή του νοσήματος της αργίας.Θέλει όμως κι εκείνη τρόπο καί μέτρο για να μη μας οδηγήσει σε άλλα αδιέξοδα καί κυρίως στην πλεονεξία.Ακόμη καί στην έρημο οί ασκητές δεν έπαυαν να καλλιεργούν τη γη, να έργοχειρούν καί να τρώγουν τον άρτο τους με τον ίδρωτα τους, για να μη γίνονται βάρος στους άλλους καί να μη ή αργία δουλώσει τίς δυνάμεις της -ψυχής. Ό πνευματικός άνθρωπος, γράφει ό αρχιεπίσκοπος Χερσώνος Ίννοκέντιος, αναφωνεί: Μη δώσεις, Κύριε, οί ήμερες της ζωής μου, οί τόσο λίγες καί σύντομες, να κυλήσουν στη ματαιότητα του κοσμικού φρονήματος καί στην απραξία. Μη με αφήσεις να δάψω τα τάλαντα, που μου ένεπιστεύθης, στη γη της λήθης καί της οκνηρίας...

Τον άνθρωπο του Θεού χαρακτηρίζει ή γενναιότητα, ή ειρήνη καί ή χαρά. Τον αποθαρρυμένο, λυπημένο καί κουρασμένο αργό τον έχει καταλάβει πνεύμα αντίθετο του Ευαγγελίου του Χριστού. Μια παρατεινόμενη σκοτεινή συννεφιά έχει σκεπάσει την καρδιά του άνθρωπου. Ή κατάσταση όμως αυτή συνήθως είναι ηθελημένη. Είναι μία παράδοση άνευ όρων στην οποία κατάσταση μου, δίχως καμμία διάθεση καί προσπάθεια για μια αλλαγή. Καί όσο ή κατάσταση αυτή χρονίζει τόσο σοβαρότερη γίνεται ή ασθένεια. Μπορεί έτσι ή ψυχή εύκολα να οδηγηθεί σε μαρασμό καί απελπισία.

Δεν είναι μικρός δυστυχώς ό αριθμός των ψυχών πού από διαφορετικές αφετηρίες, αφορμές κι αιτίες έπαυσαν εσωτερικά ν' αντιστέκονται, το ανικανοποίητο τους κυρίευσε καταδικαστικά καί ή ερήμωση, ή πλήξη, ή ανία καί ή θλίψη έγιναν οί φίλες της καρδιάς τους.

Το πνεύμα της απελπισίας, πού γεννιέται από το πνεύμα της οκνηρίας, εμποδίζει ν' αρχίσουμε μια πνευματική πορεία. Νομίζουμε πώς ό όσιος Έφραίμ κυρίως την επιβλαβή αργία της μη εκτελέσεως των εντολών του Θεοΰ εννοεί. Ό άνθρωποςέχει κληθεί να γίνει άγιος.Τ' ότι δεν φθάνουν όλοι στην αγιότητα οφείλεται στην άργία, πού είναι, κατά ένα Αγιορείτη Γέροντα, εύθέως άντίθετη με την ανάπτυξη του πνευματικόύ άνθρώπου, ή οποία είναι ή άρνηοη της προσωπικής του εξελίξεως, το μαράζωμα στη στασιμότητα (Ιερομ. Πετρώνιος Προδρομίτης).

Τελικώς παρατηρείται ό κόσμος να κυλά σε δύο αντίθετα ρεύματα, σε δύο παράλληλους πεζόδρομους. Στό ένα ρεύμα σεριανίζουν οι αργοί, κουτσομπολεύοντάς, περιπαίζοντας, αμεριμνώντας, με συνηθισμένο επίλογο της πορείας τους παράπονα πολλά για το πόσο άσχημα αισθάνονται και πόσο κουρασμένοι είναι. Στό άλλο ρεύμα κυλούν με γοργώτερο ρυθμό, παρότι φορτωμένοι τόσα βάρη, υποθέσεις, ασχολίες κι εργασίες,αυτοί πού καθημερινά συνθλίβονται από τους κόπους, συντομεύοντας έτσι τον χρόνο της ζωής τους της 'ίδιας, για την οποία, όπως λένε, παλεύουν. Τελικώς ως οί αργοί και οί πολυάσχολοι και πολυμέριμνοι εΐναι δουλωμένοι φοβερά, και αυτό είναι και το κοινό τους σημείο.

 Ό άγιος Νικόδημος ό Αγιορείτης στο πολύτιμο έργο του, τα «Πνευματικά Γυμνάσματα», γίνεται αναλυτικός και πολύ παραστατικός. Αναφέρει πώς ό δαίμονας άνοιξε σε αυτόν τον κόσμο ένα σχολείο πονηριών, βλέποντας πώς αυτός δεν προλαβαίνει να δίνει μαθήματα κακουργίας, κι έβαλε στη θέση του την αργία διδάσκαλο, οπού και οί χειρότεροι γίνονται οί καλύτεροι μαθητές της. Οί μαθητές προκύπτουν με το να γίνονται εχθροί των κόπων καί φίλοι των ηδονών. Δεν υστερούν όμως καί οί μαθητές του 'ίδιου σχολείου, πού διδάσκονται την υποδούλωση στίς περιττές υποθέσεις καί μέριμνες.
Μη νομίζει κανείς πώς όλα αυτά συμβαίνουν μόνο στους εκτός Εκκλησίας. Το πνεύμα της αργίας καί οκνηρίας όταν καταλάβει την ψυχή του πιστού προφασίζεται ασθένειες για να μη νηστεύει, να μην εκκλησιάζεται, να μην προσεύχεται καί γενικώς να έγκρατεύεται. Οι πολυάσχολοι πάλι τις ίδιες περί-που δικαιολογίες βρίσκουν καί παγιδευμένοι σε μάταια έργα δεν βρίσκουν καιρό για να έκκλησιασθοϋν καί να μελετήσουν κάτι προς ψυχική ωφέλεια. "Αν τους μείνει λίγος χρόνος τον δίνουν στην ανάπαυση. Αν καταφέρουν κάποτε να ξεγλυστρήσουν άπ' όλα αυτά πού τους απασχολούν καί βρεθούν στην εκκλησία, στη μελέτη ή την προσευχή, ό νους τους τρέχει άλλου.
Τό φως του Ευαγγελίου είναι το μόνο που μπορεί να φωτίσει όλες τις γωνιές της καρδιάς καί του νου, να διαλευκάνει τα στίγματα,να ξεκαθαρίσει τα όρια των παθών καί των δυνατοτήτων,ν' απαντήσει στα ερωτήματα, ποιο είναι το μέτρο, να οδηγήσει τα βήματα σε τρίβους σωτηρίας. Το θείο φως θα παραμυθήσει καί ζωογονήσει. Ή θεία χάρη θ' ανεβάσει τον πεπτωκότα από τίς φυλακές του άδη στις πύλες τ' ουρανού. Πρέπει όμως να το ζητήσουμε με λόγο καί έργο καί θερμή ικεσία. Σάν τον Αγιορείτη ασκητή,τον μέγα άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, εκ βαθέων νά κραυγάζουμε: φώτισόν μου το σκότος!...

Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου
''Η ειρήνη των αρετών και η ταραχή των παθών''εκδ.Τήνος

Κοινωνόντας έναν λεπρό...

Στο διάστημα του μισού αιώνα που λειτουργούσε ο άγιος παπά-Νικόλας ο Πλανάς, άνευ διακοπής (διότι δεν αρρώστησε ποτέ), έτυχε κάποια φορά εκεί στην ενορία του, σ’ ένα στενό δρομάκι να κρύπτεται ένας λεπρός σε μεγάλο βαθμό. Του είχαν φαγωθεί τα χείλη του από την φοβερή ασθένεια. Πήγε μια φορά ο Πατήρ να τον κοινωνήσει, αλλά το κατεστραμμένο του στόμα, δεν μπορούσε να παραλάβει το Άγιο Σώμα του Κυρίου. Χωρίς κανένα, μα κανένα δισταγμό, ο Πατήρ έσκυψε και με το στόμα του επήρε το θείο Μαργαρίτη, που είχε πέσει και τον «κατέλυσε»!...
Κατόπιν ο ασθενής μεταφέρθηκε σε λεπροκομείο μαζί με την κόρη του που είχε μολυνθεί και της είχαν φαγωθεί τα δάχτυλα. Εν τούτοις ο π. Νικόλας δεν έπαθε τίποτα!
Αυτό, ας το δούνε αυτοί που δυσκολεύονται να κοινωνήσουν, γιατί φοβούνται τα μικρόβια. Μεγάλη βλασφημία. Ένας Θεός, ζώντων και νεκρών, ποιητής ουρανού και γης, να προσβάλλεται από τα μικρόβια! Παραλογισμοί σκοτισμένων απίστων.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, στην ευχή του που διαβάζουμε πριν την Θεία Μετάληψη, εξηγεί το τι πιστεύουμε για την Θεία Κοινωνία: «Πιστεύω Κύριε, και ομολογώ, ότι Συ ει αληθώς ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζώντος, ο ελθών εις τον κόσμον αμαρτωλούς σώσαι, ων πρώτος ειμί εγώ. Έτι πιστεύω, ότι τούτο αυτό εστί το άχραντον Σώμα Σου, και τούτο αυτό εστί το τίμιον Αίμα Σου. Δέομαι, ουν Σου, ελέησόν με, και συγχώρησόν μοι τα παραπτώματά μου, τα εκούσια και τα ακούσια, τα εν λόγω, τα εν έργω, τα εν γνώσει και αγνοία, και αξίωσόν με ακατακρίτως μετασχείν των αχράντων Σου Μυστηρίων, εις άφεσιν αμαρτιών, και εις ζωήν αιώνιον. Αμήν.

Ο γέρο-χωριάτης(Στον Όσιο Παύλο τον απλό)

Τη 7η του μηνός Μαρτίου μνήμη του οσίου Πατρός ημών Παύλου του απλού
(Στόν όσιο Παύλο τον απλό)

Βαριά ριγμένος στο τραπέζι το πιο κει στου καπηλειού το βρώμικο σοκάκι μοιάζει με άδειο από πράματα σακί ένας χωριάτης πού γυρίζει με δισακι.
Κρυφή φωτιά τον τρώει μεσ' στα στήθη πιο δυνατή καί τρομερή άπ' του κορμιού. Αυτή πού πρίν φαινόταν παραμύθι σύντροφος ψεύτρα με τη μορφή φιδιού.
Δε σβιέτ' εικόνα μαύρη από μπρος του - την είδε να κυλά σε έρωτα βαθύ -ό εραστής της φάνταξ' ό εχθρός του να τόνε κόψ' είπε, με δίκοπο σπαθί.
Απότομα κι αλλόκοτα έριξε το θυμό του ή κόλαση που 'ρχότανε του έπνιξε την οργή τα δάκρυα του έλιωσαν το μαύρο εαυτό του καί με αγάπη έσπρωξε την έχθρητα νό βγει.
«Σάς συγχωρώ», έψέλλισε άπ' το κλειστό το στόμα να φύγει, κίνησε γοργά, μ' ελπίδα δυνατή ένα πλανιόταν' όραμα μέσ' στης ψυχής το χώμα να πάει στον Αντώνιο, το μέγα ασκητή.
Τον δέχτηκε ό άγιος με τρυφερή συμπόνια τον φίλησε, του μίλησε, του έκλεισε την πληγή.
 Μα 'κεϊνος είδε τα βουνά σαν τα ψηλά αλώνια καταφυγή καί όριο πάνω σ' αυτή τη γη.
Με τον Αντώνιο έμεινε, σιμά εις το κελλί του να ζητιανεύει του Θεού, καλόγερος καλός, καί πρόκοψε καί θέριεψε ή χάρη στην ψυχή του κι έγινε μέγας καί τρανός, ό Παύλος ό απλός

π.Γεώργιος Δορμπαράκης


Ὁ Ἅγιος Παῦλος ἔζησε κατὰ τὸν 4ο αἰῶνα μ.Χ. και ἐκλήθη Ἁπλός, διότι ἦταν ἀγράμματος γεωργὸς ἀλλὰ συγχρόνως ἄκακος καὶ ἁπλοϊκὸς στὸ ἦθος. Ἡ σύζυγός του ἦταν ὡραία μὲν στὴ μορφή, κακότροπη δὲ στὴν ψυχή. Αὐτὴ μοιχευμένη μὲ ἄλλους, συνελήφθη κάποια μέρα από τὸν Όσιο, ὅταν αὐτὸς ἐπέστρεφε ἀπὸ τοὺς ἀγρούς. Ἔτσι ὁ Ὅσιος ἄφησε τὴν γυναίκα του καὶ τὰ παιδιά του στὴν φροντίδα τοῦ μοιχοῦ καὶ κατέφυγε στὴν Αἰγυπτιακὴ ἔρημο, στὸ κελὶ τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου, ζητώντας νὰ γίνει μοναχός. Ὅταν τὸν εἶδε ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος, τοῦ εἶπε ὅτι ἕνας ἄνθρωπος ἑξήντα χρονῶν εἶναι γέροντας καὶ δὲν δύναται νὰ ὑπομείνει τοὺς πειρασμούς. Ἔτσι τοῦ ἔκλεισε τὴν θύρα τοῦ κελιοῦ. Ὁ Ὅσιος Παῦλος ἔμεινε ἔξω ἀπὸ τὸ κελὶ τοῦ μεγάλου καθηγητοῦ τῆς ἐρήμου ἐπὶ τρεῖς ἡμέρες ἄσιτος, χωρὶς τροφὴ καὶ νερό. Ἡ ὑπομονὴ τοῦ Ὁσίου Παύλου ἔκαμψε ἔτσι τὸ ἀνένδοτο τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου, ὁ ὁποῖος τὸν κράτησε κοντά του καὶ καθημερινὰ τὸν παιδαγωγοῦσε καὶ τὸν δοκίμαζε, μὲ σκοπὸ νὰ τὸν ἀναγκάσει νὰ μεταβεῖ σὲ κοινόβιο, ὅπου ὁ ἀσκητικὸς βίος θὰ ἦταν πιὸ ἄνετος γιὰ τὸν Ὅσιο, λόγω τῆς ἡλικίας του. Ὅμως ὁ Ὅσιος Παῦλος παρέμεινε κοντὰ στὸν Ἅγιο Ἀντώνιο μὲ ὑπακοή, ἐργαζόμενος καθημερινὰ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ.

Τόσο πολὺ πρόκοψε στὴν ἀρετὴ καὶ στὴν εὐσέβεια ὁ Ἁπλοῦς Παῦλος, ὥστε ὅταν καθόταν ἔξω ἀπὸ τὸ ναὸ καὶ ἔβλεπε τοὺς ἀδελφοὺς νὰ εἰσέρχονται σὲ αὐτόν, μποροῦσε νὰ διακρίνει σὲ ποιὰ ψυχὴ ἀναπαυόταν ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι ἔβλεπέ τούς ἀδελφοὺς λαμπροὺς στὴν ὄψη καὶ φαιδροὺς στὸ πρόσωπο, τὸν δὲ Ἄγγελο ἑκάστου νὰ χαίρει μαζί του. Κάποια φορὰ εἶδε ἕναν μοναχὸ μαῦρο στὴν ὄψη καὶ ζοφώδη καὶ γύρω του δαίμονες ποὺ τὸν περιέβαλλαν, ἐνῷ ὁ φύλακας Ἄγγελός του τὸν ἀκολουθοῦσε ἀπὸ μακριὰ λυπημένος. Μόλις ὁ Ὅσιος Παῦλος εἶδε τὸ θέαμα αὐτὸ ἄρχισε νὰ κλαίει καὶ νὰ χτυπᾶ μὲ τὰ χέρια τὸ στῆθος του. Βλέποντας οἱ μοναχοὶ τὴν ἀθρόα μεταβολὴ τοῦ Ὁσίου καὶ τὸ κατώδυνο πένθος, προσῆλθαν καὶ ρωτοῦσαν νὰ μάθουν τὴν αἰτία καὶ τὸν παρακαλοῦσαν νὰ ἔλθει στὴ σύναξη. Ἐκεῖνος παρέμεινε ἔξω καὶ ὅταν οἱ μοναχοὶ ἀπελύθησαν ἀπὸ τὴν σύναξη καὶ ἔβγαιναν ἔξω, βλέπει καὶ πάλι τὸν μοναχὸ ἐκεῖνο ποὺ πρὶν ἦταν ζοφώδης καὶ περικυκλωμένος ἀπὸ δαίμονες, νὰ ἐξέρχεται μὲ λαμπρὸ τὸ πρόσωπο καὶ λευκὸ τὸ σῶμα, τὸν δὲ Ἄγγελό του νὰ εἶναι κοντά του καὶ νὰ χαίρει μαζί του. Τότε ὁ Ὅσιος εὐχαρίστησε καὶ εὐλόγησε τὸ Ὄνομα τοῦ Θεοῦ λέγοντας: «Ὢ τῆς ἀφάτου τοῦ Δεσπότου ἡμῶν φιλανθρωπίας καὶ ἀγαθότητος!». Καὶ ἀφοῦ ἀνῆλθε σὲ σημεῖο ὑψηλὸ φώναζε λέγοντας: «Δεῦτε καὶ ἴδετε τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ, ὡς φοβερὰ καὶ πάσης ἐκπλήξεως γέμοντα».

Ὁ Ὅσιος ἐξήγησε στὸν ἀδελφὸ πῶς τὸν εἶχε δεῖ πρὶν τὴν εἴσοδό του στὸ ναὸ καὶ πῶς τὸν εἶδε μετά. Τότε ὁ μοναχὸς ἐκεῖνος μὲ εἰλικρίνεια ἄρχισε νὰ ὁμολογεῖ ὅτι ἦταν ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς καὶ ζοῦσε στὴν ἁμαρτία τῆς πορνείας. Μόλις δὲ εἰσῆλθε στὸ ναὸ ἄκουσε τὴ φωνὴ τοῦ Προφήτου Ἡσαΐου, μᾶλλον δὲ τοῦ Θεοῦ λαλοῦντος δι’ αὐτοῦ, νὰ λέγει: «Λούσασθε καὶ καθαροὶ γίνεσθε. Ἀφέλετε τὰς πονηρίας ἀπὸ τῶν ψυχῶν ὑμῶν ἀπέναντι τῶν ὀφθαλμῶν μου, παύσασθε ἀπὸ τῶν πονηριῶν ὑμῶν, μάθετε καλὸν ποιεῖν… Καὶ ἐὰν ὦσιν αἱ ἁμαρτίαι ὑμῶν ὡς φοινικοῦν, ὡς χιόνα λευκανῶ. Καὶ ἐὰν θέλητε καὶ εἰσακούσητέ μου, τὰ ἀγαθὰ τῆς γῆς φάγεσθε». Αὐτά, ἀφοῦ ἄκουσε, κατανύγηκε ἡ καρδία του, ἀναστέναξε ἐκ βάθους καρδίας καὶ εἶπε πρὸς τὸν Θεό: «Δέσποτα, Κύριε ὁ Θεός, ποὺ ἦλθες στὸν κόσμο νὰ σώσεις τούς ἁμαρτωλούς, χάρισέ μου αὐτὰ ποὺ ἄκουσα διὰ τοῦ Προφήτου ἐγὼ ὁ ἀνάξιος καὶ ἁμαρτωλός. Καὶ νά, δίδω τὸν λόγο στὸν καρδιογνώστη Θεό, ὅτι ἀποτάσσομαι κάθε παρανομία καὶ αἰσχρὰ πράξη, ποὺ μέχρι τώρα ἐδούλευα καὶ δὲν θὰ προσθέσω ἄλλες στὸν βίο μου. Ἀλλὰ θὰ δουλεύω σὲ Σένα, Κύριε, μὲ ὅλη τὴν ἰσχύ μου καὶ ὅλη μου τὴ διάνοια». Καὶ ἀναφώνησε τότε ὁ Ἁπλοῦς Παῦλος, ὅτι ὅπως ὁ κασσίτερος μαυρίζει καὶ γίνεται πάλι λαμπρός, ἔτσι καὶ οἱ πιστεύοντες, ποὺ ἂν ἁμαρτήσουν μαυρίζουν τὴν ψυχή τους, ὅταν μετανοοῦν λαμπρύνονται ἀπὸ τὰ ἔργα τῆς πίστεως καὶ τῆς μετάνοιας.
Ἔτσι ἀφοῦ διήνυσε μὲ εὐσέβεια καὶ ἄσκηση τὸν βίο του, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη σὲ βαθὺ γῆρας.

Σάββατο 5 Μαρτίου 2011

Η εικόνα της Παναγίας ''Ευλογία των Ουρανών΄'

Η εικόνα της Παναγίας ''Ευλογία των Ουρανών''(Благодатное Небо)βρίσκεται στο εικονοστάσι του Καθεδρικού Ναού των Αγίων Αρχαγγέλων στο Κρεμλίνο-Μόσχα.Πριν η εικόνα βρισκόνταν στο Σμόλενσκ και την έφερε στην Μόσχα η κόρη του Λιθουανού πρίγκηπα Βιτοβόι,η Σοφία.,όταν παντρεύτηκε τον πρίγκηπα της Μόσχας Βασίλειο(1389-1425).
****
Η Παναγία εμφανίζεται ολόσωμη κρατώντας στο αριστερό χέρι ένα σκήπτρο και στο δεξί το βρέφος Χριστό.Και η Παρθένος Μαρία και το βρέφος φέρουν στέμμα.Η εικόνα ονομάζεται και ''Τι σε καλέσωμεν''.
Γυρω απο την Πναγία και το βρέφος βλέπουμε ακτίνες της Θείας Δόξης.Η εικόνα είναι ένα άνοιγμα προς έναν άλλον κόσμο και έχει σχέση με το όραμα του Άγ.Ιωαννου του Θεολόγου:
«Καὶ σημεῖον μέγα ὤφθη ἐν τῷ οὐρανῷ, γυνὴ περιβεβλημένη τὸν ἥλιον, καὶ ἡ σελήνη ὑποκάτω τῶν ποδῶν αὐτῆς, καὶ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτῆς στέφανος ἀστέρων δώδεκα»(Αποκ.12,1)
Η Ρωσική εκκλησία τιμάει αυτήν την εικόνα στις 6 Μαρτίου και την Κυριακή των Αγ.Πάντων

Τα οστά που ευωδίαζαν-Μία αγιορείτικη ιστορία

moaste-iviron-6
Άγια Λείψανα στην Μονή Ιβήρων

Κάποιος, κάπου, κάποτε πήγε για επίσκεψη στο Άγιο Όρος. Επίσκεψη και όχι προσκύνημα! Σχεδίαζε να παραμείνει στον Άθωνα έξι μέρες, μόλις όμως γνώρισε από κοντά τη μοναστική ζωή των αγιορειτών μοναχών άλλαξε γνώμη και δεν έβλεπε την ώρα να επιστρέψει στον πολιτισμό, όπως ο ίδιος το έθετε και το διαλαλούσε με μεγάλο θράσος. 

 Έφτασε στην Ι. Μονή Σταυρονικήτα, η οποία θα ήταν και ο τελευταίος σταθμός της αρχικά εξαήμερης εν τέλει τριήμερης περιήγησής του. Μάλιστα, κορόιδευε την παρέα του, διότι, όπως έλεγε, έβλεπαν τα πράγματα διαφορετικά και όχι όπως εκείνος, που μέτραγε τις ώρες για να βγει στον έξω κόσμο και επιτέλους να ελευθερωθεί. Στην είσοδο τις μονής τους υποδέχτηκε ο καλόγερος με λουκούμι και ρακί, έδειξε στους επισκέπτες-προσκυνητές τα δωμάτιά τους και τους ενημέρωσε για το πρόγραμμα των ακολουθιών. Η ώρα ήταν 12.00 το μεσημέρι και στις 16.00μ.μ. είχε εσπερινό. Ο φίλος μας την προηγούμενη μέρα είχε παραστεί σε αγρυπνία που διήρκεσε 12 ώρες. Αμέσως λοιπόν έπεσε για ύπνο και το μόνο που άκουσε ήταν το σήμαντρο, το οποίο σήμανε στις 16,00 ακριβώς και καλούσε όλους τους παρευρισκόμενους για τον εσπερινό. Ξύπνησε και σκουντουφλώντας κυριολεκτικά, έφτασε στο Καθολικό της μονής, όπου θέλοντας και μη παραβρέθηκε σωματικά στον εσπερινό. Και λέω σωματικά, διότι πνευματικά το μόνο που σκεφτόταν ήταν πότε θα ξεμπέρδευε, για να συνεχίσει τη δουλειά από την οποία τον έκοψε το καταραμένο σήμαντρο, έτσι έλεγε συνέχεια μέσα του. 

 Επιτέλους, τελείωσε ο εσπερινός, ο κόσμος όμως δεν έφευγε, καθώς περίμεναν να θέσουν σε προσκύνημα τα ιερά λείψανα αγίων, που φυλάσσονται στη μονή. Μέσα στο τσούρμο πήγε και αυτός. Καθώς έλεγε είχε πάρει το κολάι, αφού και στις άλλες μονές που είχε πάει δεν έκανε άλλη δουλειά από το να ασπάζεται νεκρά κόκαλα, που ούτε παλμό είχαν ούτε θερμότητα ούτε ανάβλυζαν μύρο, παρά τα όσα έλεγαν οι αγιορείτες πατέρες.

 Προσκύνησε λοιπόν και ετοιμαζόταν να φύγει, παρόλο που ο υπόλοιπος κόσμος παρέμενε εντός του Καθολικού, όταν ο Παππούλης που βρισκόταν εκεί είπε με σπαστή φωνή, όσο μπορούσε δυνατή:
 «Παιδιά μου σας παρακαλώ, σας παρακαλώ στο όνομα του γλυκού μας Ιησού, πείτε μου ποιος από σας δε μύρισε από τα ιερά λείψανα τη θεία ευωδιά που βγάζουνε»; 
Εκείνος σταματάει ξαφνιασμένος στην είσοδο, αυτό δεν το είχε ξανακούσει σε κανένα μοναστήρι. Αμέσως, πηγαίνει μπροστά στον παπά και με ύφος προκλητικό του λέει: «Εγώ». Τότε ξεπετάχτηκαν και καμιά δεκαριά ακόμη. 
Ο σεβάσμιος ιερέας πηγαίνει μπροστά στα ιερά λείψανα και με γλυκιά φωνή αρχίζει να ψέλνει το τροπάριο του Αγίου Δημητρίου του Μυροβλύτη. Το πρόσωπο του, κίτρινο από τις χημειοθεραπείες, άρχισε να λάμπει τόσο πολύ, που στο τέλος δεν μπορούσες να το κοιτάξεις. 

Ο γνωστός αυτός φοβήθηκε από αυτό που είδε και τότε συνειδητοποίησε ότι την ίδια στιγμή τα ιερά λείψανα άρχιζαν να ευωδιάζουν τόσο έντονα και γλυκά, που δε χόρταινες να εισπνέεις. Σε λίγο, το πρόσωπο του ιερέα σταμάτησε να φωτίζει, όμως η θεία ευωδιά από τα οστά ήταν τόσο έντονη, που ξεχύθηκε έξω από το Καθολικό, απλώθηκε σε όλη τη μονή και ακολουθούσε τους επισκέπτες ακόμη και στην Τράπεζα και στα δωμάτια τους. Όσοι την είχαν αμφισβητήσει, έκλαιγαν σα μωρά παιδιά και έλεγαν ότι εξαιτίας των αμαρτημάτων τους δεν μπορούσαν να την μυρίσουν αρχικά. Τη νύχτα κανείς δεν μπόρεσε να κοιμηθεί. Την άλλη μέρα ξεκίνησαν για την Ι. Μονή Ιβήρων. Η μυρωδιά τους ακολουθούσε ως τα μισά του δρόμου...


ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΡΑΨΑΝΙΩΤΗΣ(+5 Μαρτίου)

Τα εργαστήρια είναι τα μέρη εκείνα στα όποια οι διάφοροι τεχνίτες -από ποικίλες πρώτες ύλες- κατασκευάζουν αντικείμενα εύχρηστα και πολλές φορές πολύτιμα. Εργαστήριο είναι και ή Εκκλησία μας, πού κατασκευάζει ανά τους αιώνες αγίους. "Ετσι, σε κάθε εποχή υπήρξαν πιστοί πού ξεπέρασαν σε ζέση πίστεως και όσιακής πολιτείας τους άλλους, φθάνοντας μέχρι το θάνατο για το όνομα του Χριστού. Στό εργαστήριο αυτό της Εκκλησίας μας σμιλεύτηκαν ως ανδριάντες πολύτιμοι και οι άγιοι Νεομάρτυρες.
Ή όμορφη κωμόπολη στις ανατολικές υπώρειες του χιονοσκεπούς καί αγέρωχου Όλύμπου, ή ιστορική Ραψάνη, με τη σμίλη της πίστεως λάξευσε τη μορφή ενός συγχρόνου αγίου, του νεομάρτυρος Γεωργίου, του νεαρού διδασκάλου, πού δίδασκε «Χριστόν έσταυρωμένον» (Α' Κορινθ. α' 23) καί δε δίστασε γι' αυτόν να υποστεί πολυώδυνα βάσανα καί θάνατο.Ποιος όμως είναι ό πολύτιμος αυτός μαργαρίτης της πίστεως καί πότε αξιώθηκε να τιμηθεί με το στεφάνι του μαρτυρίου από τον άγωνοθέτη Κύριο;
Γέννημα καί θρέμμα της ένδοξης Ραψάνης ό Γεώργιος έζησε μόλις το δέκατο ένατο αιώνα. Οί ευσεβείς γονείς του, Χατζή-Λάσκαρις καί Σμαράγδα, τον άνέθρεψαν επιμελώς με φόβο Θεού καί σύμφωνα με τα ίερά γράμματα, με «παιδείαν καί νουθεσίαν Κυρίου (Έφεσ.στ' 4). Στήν ακμάζουσα τα χρόνια εκείνα Ραψάνη λειτουργούσε περίφημο σχολείο, όπως καί στα γειτονικά "Αμπελάκια,στον Τύρναβο καί στα χωριά του Πηλίου, Μηλιές καί Ζαγορά.Το σχολείο αυτό ίδρυσε ό δραστήριος καί πολύμορφωμένος επίσκοπος Πλαταμώνος καί Λυκοστομίου Διονύσιος το 1767.
Στήν ηλικία των είκοσι ετών ό Γεώργιος ήταν ένας επιτυχημένος διδάσκαλος "Ενα μικρό Τουρκόπουλο, μαθητής του από το διπλανό χωριό των Γόννων, μαγεύτηκε από τη διδασκαλία του Γεωργίου καί τη συναναστροφή μαζί του, ώστε άλλαξε τρόπο ζωής καί συμπεριφοράς. Οί γονείς του αντί να χαρούν, θύμωσαν καί κατέδωσαν το νεαρό διδάσκαλο στο σατράπη της Θεσσαλίας Βέλη Πασά, πού εΐχε έδρα τον Τύρναβο.
Ό μακάριος Γεώργιος, χωρίς να πτοηθεί, με φωνή σταθερή ομολόγησε την ευσεβή πίστη του, σε βαθμό πού να ερεθίσει τους δυσσεβεΐς τυράννους, οι οποίοι αμέσως τον τιμώρησαν με φρικτά βασανιστήρια. Τέλος, άφοΰ τον πέρασαν πέρα από τον Τιταρήσιο ποταμό, ό όποιος διασχίζει τον Τύρναβο,τον έδεσαν σε ένα στύλο τετράγωνο στο ΰψος του σώματος του, καί άφοΰ τον άλειψαν με πίσσα καί εύλεκτες ύλες, τον παρέδωσαν στις φλόγες. Εδώ όμως ή χάρις του Θεού επενέβη ως δρόσος Άερμών καί άπεμάκρυνε τη φωτιά από το σώμα του μάρτυρα καίοντας μόνο τα σχοινιά των δεσμών του. Έτσι, ούτε τρίχα από τα μαλλιά του δεν πειράχθηκε. Αυτό βέβαια δεν άρεσε στους δήμιους, οι όποιοι έξαλλοι καί μανιασμένοι απέκοψαν την τιμία του κεφαλή.
Οί άνομοι καί άπιστοι "Αγαρηνοί έθαψαν κατόπιν το μαρτυρικό σώμα δίπλα στο σημείο του μαρτυρίου. Ή φήμη ταυτόχρονα της ηρωικής αντιστάσεως του νεαρού Ραψανιώτη διεδόθη καί οι πατριώτες του ζητούσαν ευκαιρία να μεταφέρουν το άγιο λείψανο του στην πατρίδα.Ετσι, μετά μερικούς μήνες, μεσουντος του φθινοπώρου,μετακόμισαν το ιερό λείψανσ στη Ραψάνη, το όποιο έκτοτε πολλά θαύματα επιτελεί προς δόξαν Θεού του «θαυμαστού εν τοις άγίοις Αύτοΰ» (Ψαλμ. 67, 35). Σήμερα αυτά θησαυρίζονται στη μικρή αυτή κωμόπολη της Θεσσαλίας καί προσελκύουν πολλά πλήθη πιστών, οι όποιοι καταφεύγουν στη μεσιτεία του Νεομάρτυρος προς το φιλάνθρωπο Κύριο μας.


του υμνογράφου Χαραλάμπους Μπούσια

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2011

Ουαί υμίν(περί του εκκλησιασμού των μικρών παιδιών)

"Ας μη κρυβόμαστε. Δεν είναι οί κλαυθηρίσμοί των βρεφών και των νηπίων αιτία για τον άποπροσανατολισμό-άποπροσήλωση, ακριβέστερα, των εκκλησίαζομένων.Πολλές κεφαλές στή διάρκεια της λειτουργίας περιστρέφονται οάν περισκόπια υποβρυχίων.Μέμφονται την παρουσία των λιλιπούτειων χριστιανών πού δυσανασχετούν, μια και ό χρόνος της Θ.Λατρείας είναι δυσανάλογος με την υπομονή και την αντοχή τους. Έφτασε κάποια κυρία -πού... εύκολα αποπροσανατολιζόταν- να ψιθυρίσει: «Τι καλός ό Ηρώδης και πόσο χρήσιμος»!
"Ολα αυτά θυμίζουν χώρους λατρείας άλλων ομολογιών,όπου ενώνουν τις παλάμες και προσεύχονται στην ίδια στάση όλοι...
"Ορθοδοξία θα πει ανοχή -με την καλή, φυσικά, έννοια- θα πει φως ίλαρόν με λαδοκάντηλο,λίγο αγνό θυμίαμα,ένα μελισσοκέρι,το κλάμα του βρέφους-αίνος στο Πρόσωπο του Θεού. Δεν καταστρέφει την κατάνυξη,αντίθετα, την υπογραμμίζει. Εμείς οί μεγάλοι την καταστρέφουμε με τον καθωσπρεπισμό μας τον φαρισαϊκό... Με τα διαφορετικά μέτρα και σταθμά πού χρησιμοποιούμε.Με τα «διπλά βιβλία» που διατηρούμε. "Ας μη προκαλούμε τα οκταπλά «ουαι» του Κυρίου, πάνω μας...

Μανώλη Μελινού

Ομιλία εις την Κυριακή της Τυρινής

Στο  κατώφλι της Μ. Σαρακοστής, προβάλλεται ή νηστεία ως μέσον καθάρσεως και αγιασμού. Είναι πράγματι ευλογημένη και αποβλέπει στην καθυπόταξη των παθών και τη μεταμόρφωση του σώματος σε κατοικητήριο του Θεού. Πολλές φορές όμως,δυστυχώς,θεωρείται ως μία ακόμη ευκαιρία αύτοδικαιώσεώς μας και περιορίζεται μόνον στην αποχή των τροφών,

Όσοι πέφτουμε στην παγίδα μιας τέτοιας τυπικής νηστείας, πού καλλιεργεί το ναρκισσισμό και την κενοδοξία μας, είναι ανάγκη να θυμηθούμε ότι ό διάβολος τυπικά και υποκριτικά είναι ό μεγαλύτερος νηστευτής!
Ή νηστεία της Εκκλησίας είναι πράξη υπακοής, εργασία κρυφή, ή οποία έχει έντονο κοινωνικό χαρακτήρα. Συμβαδίζει με τη μετάδοση της αγάπης και την ευεργεσία του άλλου.Γι' αυτό και ό Κύριος τη συνδύασε με τη συγχωρητικότητα και την ελεημοσύνη.
Όποιος είναι μνησίκακος και ωμός δεν θα συγχωρηθεί, έστω κι αν νηστεύει."Ομοίως,όποιος δεν έλεεί,δεν εύαρεστεί το Θεό.
Κι αν ακόμη δεν τρως τίποτε, κι αν τρως τέφρα και κοιμάσαι στό έδαφος,άλλα σε κανέναν δεν είσαι ωφέλιμος,δεν έκαμες τίποτε το σπουδαίο,λέγει ό Ιερός Χρυσόστομος.
Ό δε όσιος Έφραίμ ό Σύρος διδάσκει: «ούαι τω άνελεήμονί πικρός γαρ συναντήση αύτω ό άδης». Γιατί, ασφαλώς, ελεημοσύνη δεν είναι μία δόση χωρίς καρδιά, με την οποία συνήθως εξαγοράζουμε την ησυχία μας, αλλά καύση εσωτερική.
«Και ούχ ό δια δόσεως μόνον ελεών τον άδελφόν αυτού,άλλ' όστις εάν άκούση η θεάσηται λυπούν τον άδελφόν αυτόύ καί την κτίσιν και εκκαή την καρδίαν και ούτος αληθώς ελεήμων», λέγει ό όσιος Ισαάκ ό Σύρος.
Ό πιο ωφέλιμος θησαυρισμός είναι να αποθέτουμε τους θησαυρούς μας στα χέρια των πενήτων. Κατατίθενται ταυτοχρόνως στην Τράπεζα του Ουρανού,με ασφάλεια και τον υψηλότερο τόκο...
Πολλά θα είχε ό σύγχρονος άνθρωπος να ωφεληθεί, εάν τη ζωή του καί τον πολιτισμό του τα έβλεπε μ' αυτή την ευαγγελική προοπτική.
Ή Μ. Σαρακοστή είναι ΕΥΚΑΙΡΙΑ.
Το στάδιο των πνευματικών αγώνων αναμένει...


Του αρχιμανδρίτου Χρυσοστόμου Τριανταφύλλου

Πέμπτη 3 Μαρτίου 2011

Είναι βαρετή η ίδια Θεία Λειτουργία κάθε μέρα;(Ιερομ.Τύχωνος)


Όλα είναι του Θεού, αλλά  αυτό πού έχει σημασία είναι ότι εμείς ελεύθερα προσφέρουμε όλη την κτίση καί τους ίδιους τους εαυτούς μας στον Θεό, αναγνωρίζοντας έτσι τη Βασιλεία Του καί δίνοντας νόημα στη ζωή μας καί σε ολόκληρη την κτίση."Οσοι δεν προσφέρουν λειτουργικά ως ευχαριστία την κτίση στον Θεό, δεν στερούν τον Θεό από τίποτα -πάλι όλα του Θεού είναι καί με τη ζωοποιό Του δύναμη υπάρχουν-μόνο στερούν τον εαυτό τους από την Αλήθεια,τη γεύση της ζωής,καί τον υποτάσσουν στη φθορά καί στό θάνατο.

Ό κόσμος δημιουργήθηκε ως μια αφορμή καί ένα μέσο δοξολογίας του Θεού.Μετά την πτώση των πρωτοπλάστων,εξαιτίας της υπερηφάνειας τους, καί στη συνέχεια με την υπερηφάνεια του καθενός μας, ό νους των ανθρώπων σκοτίσθηκε καί αντί ή δημιουργία να άποτελεί μέσο καί αφορμή δοξολογίας του Θεού,έγινε σκοπός καί θεοποιήθηκε."Ετσι αλλάξαμε τη σωστή χρήση του κόσμου καί από μέσο δοξολογίας του Θεού τον κάναμε είδωλο του Θεού κι εμείς γίναμε ειδωλολάτρες.

"Ας μη νομίσει κανείς ότι μιλάμε για κάποιες περασμένες εποχές,όταν οι άνθρωποι προσκυνούσαν κάποια αγάλματα για θεούς. Καί σήμερα, όταν κανείς εΐναι προσκολλημένος σε κάποιο πάθος,όπως φιλαργυρία, πλεονεξία,φιληδονία κ.λπ., είναι ένας ειδωλολάτρης."Ολα τα πάθη δεν είναι τίποτε άλλο από μια προσκόλληση σε κάποιο κτίσμα, δημιούργημα του Θεού, οπού αυτό το κτίσμα παίρνει την πρώτη θέση στα ενδιαφέροντα μας καί στην αγάπη μας καί μας απομακρύνει από τον Θεό, τόσο πολύ μάλιστα μερικές φορές, ώστε να μη θέλουμε να ακούσουμε καν για τον Θεό.
Το σταμάτημα της κακής χρησιμοποιήσεως του κόσμου, ή απελευθέρωση από την κυριαρχία των παθών πάνω μας, από την ειδωλολατρία, καί συγχρόνως ή μεταμόρφωση του κόσμου καί ή επαναφορά του στον αρχικό του: σκοπό, ως αφορμή για δοξολογία του Θεού,πραγματοποιούνται μέσα στη Θεία Λειτουργία.

"Ολα αυτά πού συμβαίνουν μεσα στη Θεία Λειτουργία, δεν ειναι ιδέες,αλλά είναι μια πραγματικότητα, μια εμπειρία. Μόλις προσφέρουμε τα πάντα στον Θεό, Εκείνος,ταπεινά καί φιλάνθρωπα,μας στέλνει τη Χάρη του Παναγίου Του Πνεύματος καί μεταβάλλει τον άρτον καί τον οίνον σε Σώμα καί Αίμα του Υίού Του, πραγματικό καί αληθινό, τα οποία στη συνέχεια μας τα προσφέρει για να; μεταλάβουμε καί να άγιασθοΰμε'να γίνουμε μέτοχοι του Σώματός Του, να γευθούμε τη χαρά της Αναστάσεως, να αρχίσουμε να ζοΰμε από τώρα την αιώνια ζωή, την απόλαυση των επουρανίων.

Ή Θεία Λειτουργία είναι ένα έργο αποκαταστάσεως του θείου Θελήματος στη ζωή μας καί αυτό το έργο επιτελείται από τον ιερέα καί τους πιστούς. Καί οί πιστοί όλοι συμμετέχουν ενεργά στη Θεία Λειτουργία με το να συμμετέχουν στα έργα καί τα λόγια της Θείας Λειτουργίας,εκπροσωπούμενοι από τον ιερέα καί τους ιεροψάλτες,μια καί πρακτικά δεν είναι δυνατό κάτι διαφορετικό.Εΐναι χαρακτηριστικό ότι ό Όρθόδοξος Ιερεύς δεν τελεί τή Θεία Λειτουργία ποτε μόνος του,ατομικά,παρά μόνο ως διάκονος της Εκκλησίας, ως προεξάρχων καί ως έκπρόσωπος της συνάξεως των πιστών. Γι' αυτό εκφωνεί:Τά σα εκ των σων...», «Τα "Αγια τοΐς Άγίοις», καί ψάλλουμε «Οι τα Χερουβείμ μυστικώς είκονίζοντες...», δηλαδή στον πληθυντικό."Ολοι μαζί εικονίζουμε τα Χερουβείμ, προσφέρουμε τα !άντα δοξολογικά οτόν Θεό, δεχόμαστε τα "Αγια που προορίζονται για τους Άγιους.

Ή Θεία Λειτουργία είναι μια δημιουργία όλων μας. Ή κατ' εξοχήν δημιουργία του ανθρώπου, πού καταξιώνει, δίνει νόημα καί σώζει τη ζωή του αιώνια. "Οποιος καί λίγο έστω νοιώσει καί συμμετάσχει σ' αυτή την αλήθεια καί τη ζήσει, τότε αγαπά τη Θεία Λειτουργία περισσότερο από κάθε τι άλλο στον κόσμο. Μέσα σε αϋτή βρίσκει τον εαυτό του, τον Θεό, τη σωτηρία του. Συναντά αληθινά τον συνάνθρωπο του, αγαπά όλους, μαθαίνει ποιο είναι το νόημα της δημιουργίας και ποια είναι ή αληθινή άξια των δημιουργημάτων. Ελευθερώνεται από τη σκλαβιά καί την καταδυναστεία των παθών καί του διαβόλου καί αποκτά την ελευθερία των τεκνών του Θεοΰ.

Στό "Αγιον Ορος ή Θεία Λειτουργία τελείται καθημερινά στα Μοναστήρια μετά τον όρθρο. Καί, παρ' όλο πού παρακολουθούμε την ίδια Θεία Λειτουργία καθημερινά, δεν αισθανόμαστε κόρο,δεν βαριόμαστε, δεν κουραζόμαστε. "Οταν ζει κανείς τη Θεία Λειτουργία, τα ιερά της λόγια γίνονται γι' αυτόν μια θύρα πού τον οδηγεί σε μια προσωπική συνάντηση με τον προσωπικό Θεό, την ένυπόστατη Αλήθεια."Ολη ή ζωή μας γίνεται μια προετοιμασία προσφοράς της στον Θεό, ενσυνείδητης συμμετοχής μας στη Θεία Λειτουργία, καί κατόπιν μια δοξολογία στον Θεό, μια προσπάθεια καί ένας αγώνας παρατάσεως καί διατηρήσεως σε όλη μας τη ζωή της προσωπικής μας αυτής εμπειρίας καί συμμετοχής στο Θεανθρώπινο Σώμα του Σωτήρος. Λειτουργούμε τη ζωή μας καί ή ζωή μας γίνεται μια ακατάπαυστη Θεία Λειτουργία, πού αρχίζει με το ιερό Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας καί τελειώνει καί ολοκληρώνεται πάλι σε Αυτό. Με τη Θεία Λειτουργία προσφέρουμε στον Θεό όλες μας τις σκέψεις, τα έργα μας, τους αγώνες καί τίς αγωνίες μας, τους φόβους μας καί τίς ελπίδες μας, όλο το είναι μας, για να το μεταμορφώσει καί να το σώσει. Ή Θεία Λειτουργία μας όδηγεϊ καί μας εισάγει στη Χώρα των Ζώντων, στην κοινωνία του Αγίου Πνεύματος, στην ευλογημένη Βασιλεία της Αγίας Τριάδος.

"Οταν βαριόμαστε τη Θεία Λειτουργία καί μας φαίνεται μονότονο καί κουραστικό να πηγαίνουμε κάθε Κυριακή στην Εκκλησία, δεν φταίει τόσο ή λειτουργική γλώσσα ή κάτι άλλο,όσο ή άγνοια πού έχουμε για το φιλάνθρωπο τούτο Μυστήριο. Πόσο διαφορετικά θα ήταν αν συμμετείχαμε συνειδητά στη Θεία Λειτουργία καί αν αποτελούσε προσωπικό γεγονός στή ζωή μας!

«Είσαι "Αγιος καί Πανάγιος καί μεγαλοπρεπής ή δόξα Σου. Εσύ πού τόσο πολύ αγάπησες τον κόσμο Σου, ώστε έδωσες τον μονογενή Υιό Σου, για να μη χαθεΐ καθένας πού πιστεύει σε Αυτόν, αλλά να έχει ζωή αιώνια- ό όποιος, άφοΰ ήρθε στη γη καί έξεπλήρωσε φιλάνθρωπο ολόκληρο το έργο Του για τη σωτηρία μας,τη νύκτα κατά την οποίαν παραδιδόταν, ή καλύτερα παρέδιδε ό ίδιος τον εαυτό Του για να έχει ζωή ό κόσμος,πήρε άρτο στα άγια, άχραντα και αμώμητα χέρια Του καί, άφοϋ ευχαρίστησε, ευλόγησε, αγίασε, διαμοίρασε, έδωσε στους αγίους Του Μαθητές καί Αποστόλους...» (Θ. Λειτουργία Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου).
Ιερομονάχου Τύχωνος-Ηγουμένου Ι.Μ.Σταυρονικήτα
(Από το βιβλίο «Ή χώρα των ζώντων» "Αγ. "Ορος 1991)

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΗΣ ΚΑΛΟΥΓΚΑ

Η εικόνα Καλούγκα-η οποία απεικονίζει την Παναγία μοναχή να κρατάει ένα βιβλίο-βρέθηκε το 1748 στο σπίτι ενός γαιοκτήμονα στο χωριό Τίνκοβα κοντά στην Καλούγκα.Δυο υπηρέτριες του σπιτιού ανέβηκαν στη σοφίτα για να κοιτάξουν κάποια παλιά πράγματα.
Μία από αυτές,η Ευδοκία ήταν αθυρόστομη.Με το παραμικρό οργιζόνταν και έμπλεκε σε καυγάδες.Ένω λοιπόν η μεταξύ τους συζήτηση είχε ''ανάψει'',την προσοχή τους τράβηξε ένα αντικείμενο τυλιγμένο σ'έναν παλιό σάκο.Με περιέργεια το πήραν στα χέρια τους και το άνοιξαν.
Τους φάνηκε ότι πρόκειται για κάποιον πίνακα που απεικόνιζε κάποια καλόγρια.Δεν είχαν καταλάβει ότι είναι η Παναγία.
Η άλλη υπηρέτρια ήλπισε να κατευνάσει λίγο την Ευδοκία μπροστά σ'αυτόν τον ''πίνακα''.Αντιθέτως όμως οργίστηκε ακόμη πιο πολύ με την άλλη υπηρέτρια,ενώ ξέσπασε την οργή της και προς τον πίνακα...φτύνοντάς τον.
Επι τόπου στην ασεβή αυτή γυναίκα άρχισαν να παρουσιάζονται σπασμοί και λυποθήμησε.
Συνήλθε την επόμενη ημέρα,αφού πρώτα η Παναγία την νύχτα εμφανίστηκε στους γόνεις της λέγοντάς τους τι συνέβη και τη να κάνουν για να αποφύγει την τιμωρία:«Η κόρη σας βλασφήμησε φτύνοντας την εικόνα μου.Να κάνετε αγιασμό μπροστά στην εικόνα μου και μετά να την ραντίσετε για να συνέλθει».
Από τότε η θαυματουργή εικόνα βρίσκεται στον Καθεδρικό Ναό της Καλούγκα.Έχει επιτελέσει πολλά θαύματα και έχει σώσει ολόκληρες κοινότητες από επιδημίες αλλά και από την εισβολή εχθρικών στρατευμάτων.
Εορτάζει στις 18 Ιουλίου,2 Σεπτεμβρίου και 12 Οκτωβρίου,εις ανάμνηση κάποιων θαυμαστών παρεμβάσεών της.

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

Ο λόγος των γεροντάδων...

Ακούμε συχνά τόν ισχυρισμό ότι «οι γεροντάδες μιλούσαν απλά,δεν έλεγαν θεολογίες».

Το να μην κατανοούμε τί λέμε, μέσα στα χώρο τής Έκκλησίας,οφείλουμε κάποια στιγμή να συνειδητοποιήσουμε ότι δέν αποτελεί μία ασήμαντη λεπτομέρεια,αλλά μία μεγάλη πτώση, ή οποία είναι ικανή να συμπαρασύρει και άλλους.Ό εκκλησιαστικος λόγος στην εποχή τής άπονοηματοδοτήσεως,έχει σαν χρέος να διασώζει τις σημασίες των λέξεων, ειδικά εκείνων πού εισάγουν την ιερότητα στη ζωή.
Οί γεροντάδες μιλούσαν πράγματι απλά.Μιλούσαν απλά,μα όχι ρηχά,γιατί οί κουβέντες τους ήταν έμβαπτισμένες στό νόημα.Μιλούσαν απλά,μα όχι με τρόπο παιδαριώδη, γιατί σέβονταν τά πρόσωπα πού στέκονταν απέναντι τους.Μιλούσαν απλά,μα όχι με ιδιοτέλεια,γιατί δέν προσπαθούσαν τεχνηέντως να κρύβουν άδυναμίες προσωπικές.
Τελικά οί άγιοι γέροντες,ό π.Πορφύριος,ό π.Ίάκωβος,ό π. Εύμένιος,ό π. Παΐσιος,μιλούσαν απλά, άκριβώς γιατί ό λόγος τους ήταν γνήσια θεολογικος όπως τόν παρέλαβαν άπο τούς γερονταδες
τους,όπως τον συνάντησαν στά πατερικά κείμενα και στή λατρεία, όπως μάς τον παρέδωσαν ώστε να οικοδομείται στο σήμερα,ό λόγος της του Χρίστου αληθείας
π.Μ

Τρίτη 1 Μαρτίου 2011

Αγ.Νικόλαος Πλανάς-Ο απλοικός ποιμήν των απλών προβάτων

Η χαρα του και η ζωή του ήταν να λατρεύει τον Θεό «ήμέρας και νυκτός», να κάνη Λειτουργίες άγρυπνίες,έσπερινούς,παρακλήσεις,άγιασμούς,εύχέλαια, μνημόσυνα.
Εξω από αυτά, ζωή και ευτυχία δεν υπήρχε για τον γέροντα, για τον «παππού», για τον παπα-Νικολα, κατά τον προφήτη Δαυίδ πού λέγει: «Μίαν ήτησάμην παρά Κυρίου, ταύτην ζητήσω, το κατοικείν με εν οίκω Κυρίου πάσας τάς ήμέρας της ζωής μου.Του θεωρείν με την τερπνότητα Κυρίου, του έπισκέπτεσθαι τον ναόν τον άγιον αύτοϋ» (Ψαλμ. κστ' 4). 

Και με ιήν άσβεστη δίψα πού είχε να ίερουργή, μαζί με τήν άπλοική συνοδεία του παράσερνε και τούς άδιάφορου και τούς άκατάνυκτους, και τούς έκανε χριστιανούς.Ή συνοδεία του ήτανε τα τέκνα του,υιοί και θυγατέρες του Χριοτού, ευλογημένη συντροφιά,πού οτή μέση είχανε τον αθώο γέροντα για οδηγό, τον καλόν ποιμένα, πού όδηγοϋσε τα πρόβατα του στα καλά και δροσερά λειβάδια τής Όρθοδόξου πίστεως.Όλη ή έγνοια κ' ή φροντίδα του γέροντα ήτανε ή σωτηρία των προβάτων. Τα πονούσε, επειδή δεν ήτανε «ό μισθωτός», πού αφήνει τα πρόβατα και φεύγει.

Και πώς δεν ήτανε «μισθωτός» το φανερώνει όλη ή ζωή του, πού την πέρασε χωρίς να απόκτηση τίποτα. Με τα χρήματα δεν είχε καμμιά συνάφεια, όπως είπαμε πρωτύτερα. Ό,τι του δίνανε για να λει-τουργήση και για να μνημονέψη, από το ένα χέρι τα έπαιρνε κι από τ' άλλο τα έδινε. Τα πρόβατα του ήθελεν ν' ανακούφιση, κ' έκείνος ας ήτανε πεινασμένος,διψασμένος,κουρασμένος,με στεγνό λαρύγγι, ϋστερ'από χιλιάδες ονόματα πού είχε μνημονέψει. Επί χρόνια έσερνε μαζί του δέματα από χαρτιά κιτρινισμένα, πού απάνω σ' αυτά ήτανε γραμμένα ένα πληθος άκαταμέτρητο ονόματα κεκοιμημένων.'Ώ! Τί απίστευτη απλότητα και αγαθότητα! Και πόσο μακάριοι θα είναι όσοι τεθνεώτες μνημονευθήκανε από έναν τέτοιον ιερέα!

Μεγάλο και ψυχοσωτήριο παράδειγμα για μάς είναι ή ζωή ένός τέτοιου ανθρώπου στον σημερινόν καιρό πού φούντωσε ή αμαρτία, και πού την κάθε λογης ακολασία την έχουν συνηθίσει τόσο οι άνθρωποι,ώστε να έχουν γίνει αναίσθητοι. Στούς πλέον σκοτεινούς καιρούς,που κρύβεται το λαμπερό πρόσωπο του Θεοΰ από τά μάτια των ανθρώπων, ή φιλανθρωπία του φανερώνει ανάμεσα μας κάποιον απεσταλμένο του, για να μάς στερέωση στην πίστη με την πολιτεία του,κι ας μη λέγη πολλά λόγια, Τέτοιοί άπεσταλμένος ήτανε ό παπα-Πλανάς,πού μήτε γράμματα γνώριζε,μήτε είχε την ευκολία στα λόγια πού έχουν έκείνοι όπου συνηθίζει ό κόσμος να τούς λέγη θεολόγους και πού σπουδάζουν στα πανεπιστήμια και στ' άλλα σχολειά και παίρνουν διπλώματα. Γνώρισμα της Ορθοδοξίας είναι ή απλότητα τής καρδιας πού φέρνει την πίστη. Κι όπου υπάρχει αληθινή κι άμετασάλευτη πίστη, φανερώνουνται όλα τα πνευματικά χαρίσματα και δώρα του Θεού.

Όλ' αυτά τα ουράνια χαρίσματα τα είχε λάβει από τον Κύριον ό παπα-Νικόλας.Όλα αυτά τα άφθαρτα διαμάντια στολίζανε εκείνο το φτωχοντυμένο γεροντάκι,πού στάθηκε ό πιο ταπεινος από τούς ταπεινούς.Για τούτο ή θεία χάρη σκήνωσε μέσα του, κατά τον λόγο της Γραφης πού λέγει:
«Επί τίνα επιβλέψω,άλλ' ή έπί τον ταπεινόν και ήσύχιον και τρέμοντα μου τούς λόγους;» (Ήσ. ξστ' 2).
Ποιός άρχοντας,ποιός βαθύπλουτος έζησε σαν τον παπα-Πλανα, πού δεν είχε «που την κεφαλήν
κλίνη»; Ποιός δοξασμένος αγαπήθηκε όσο αγαπήθηκε έκείνος πού κρυβότανε για να μη τον δή κανένας;
Ποιός ρήτορας στάθηκε πιο έκφραστικός από τον παπα-Νικόλα, πού ψεύδιζε σαν νάτανε κανένα νήπιο;

Κι αληθινά, ποιός ήτανε πιο πλούσιος από τον άγιασμένον αυτόν γέροντα, άφου τα είχε όλα στη ζωή του, χωρΐς να κρατά μία δραχμή στην τσέπη του; Αύτός ζοϋσε σαν έκείνους τούς βλογημένους πού λέγει ό άπόστολος Παϋλος πώς ήτανε «μηδέν έχοντί και τα πάντα κατέχοντει». Ζητούσε πρωία τη βασιλεία του Θεού, κι όλα τα άλλα «προσετίθεντο αύτω (Μαρκ. δ' 24).
Το πιο μικρό νόμισμα δεν βραδυαζότανε στην τσέπη του. «Γιατί, όπως λέγει ό άγιος Συμεών ό Νέος Θεολόγος,«έκείνος όπου έχει φυλαγμένα χρήματα, είναι αδύνατο να πιστεύη και να έλπίζει στον Θεό». Και τοΰτο είναι φανερό από εκείνα όπου είπε ό Χριοτός καϊ Θεος μας: «Όπου ό θησαυρός υμών, έκεί έσται και ή καρδία υμών» (Ματθ. στ'21).
Φώτης Κόντογλου
Από το βιβλίο «Ό παπα-Νικόλας Πλανάς, ό απλοϊκός ποιμην των απλών προβάτων», έκδ. Άστήρ