Ο ΑΜΛΕΤΟΣ
Το αεροπλάνο της Aegean airlines ,είχε αρχίσει πιά την καθοδική του πορεία, για να προσγειωθεί στο αεροδρόμιο της Κέρκυρας.
Και ο Σπύρος, ο uncle Spiros, καθισμένος στην πρώτη σειρά επιβατών πλάι στο πάράθυρο, ρουφούσε με τον αισθητήρα της ψυχής του την αντηλιά της θάλασσας του Ιονίου και τις ατέλειωτες αποχρώσεις του πράσινου , που τις έσπαζαν με μικρές κόκκινες πινελιές οι ανθισμένες κουκουκιές και οι στέγες των σκόρπιων σπιτιών.
΄΄ Η Κέρκυρα…Oh my god…η Κέρκυρα '' έλεγε και ξανάλεγε με λαχτάρα και από τα μάτια του έτρεχαν δάκρυα Δάκρυα χαράς και ευγνωμοσύνης για την ζωή, που τον αξίωσε να ξαναδεί έστω και αργά , τον τόπο που γεννήθηκε..
Πόσα χρόνια είχε να κλάψει, στ' άλήθεια΄, Ούτε αυτός δεν θυμόταν . Ίσως από τότε, που δεκαεφτάχρονο ακόμα παιδί, βρέθηκε ολομόναχος στους δρόμους της Νέας Υόρκης, με μια μικρή βαλίτζα και μια αλλαξιά ρούχα. Αλλά και τότε…δεν θυμόταν να είχε κλάψει. Πείνασε, πάγωσε, αλλά δεν έκλαψε.΄ Εκρυψε καλά τον πόνο στα κατάβαθα της ψυχής του , γιατί έπρεπε να επιβιώσει, Και τα κατάφερε..
Kι όμως o uncle Spiros, ο επονομαζόμενος και Αμλέτος, είχε κλάψει. Για μία και μοναδική φορά.
Ήταν Απρίλης , όπως και τώρα.. Του έτους 1962. Γύρισε σπίτι του το βράδυ της Μεγαλης Τρίτης, κρατώντας στα χέρια μια στολή της Φιλαρμονικής Εταιρίας Κέρκυρας, της Παλιάς, όπως την λένε οι Κερκυραίοι, με τα χρώματα της σημαίας της Ιονίου Πολιτείας, το μπορντώ και το βαθύ μπλέ. '' Θα βγώ στη λιτανεία του Μεγάλου Σαββάτου'', φώναξε γεμάτος ευτυχία στη μάννα του. ''Μου το είπε ο μαέστρος. Μου΄έδωσαν κι αυτή την στολή, να τη κοντίνεις.''. Η μάννα, του χάιδεψε το κεφάλι και έβαλε την στολή δίπλα στη ραπτομηχανή. ''Καλά, θα την προβάρουμε αύριο.'' ''Μάνα,΄πρέπει να φοράω μαύρα παπούτσια΄΄της είπε διστακτικά και κοίταξε τα παπούτσια που φορούσε, το μοναδικό ζευγάρι που είχε , κάτι χιλιομπαλωμένα παλιοπάπουτσα που κάποτε ήταν άσπρα και τώρα ακαθόριστου χρώματος.
«Δεν έχω λεφτά να σου πάρω, ψυχή μου. Φτάνουνε ίσα ίσα να κάνουμε Πάσχα» Και σα νά ΄νοιωσε την απογοήτευσή του ,συμπλήρωσε.
«Μη στενοχωριέσαι ,καρδιά μου. Του χρόνου να μαστε καλά και θα σου πάρω καινούργια. Θα βγεις του χρόνου στην λιτανεία».
Δεν ανταλλάξανε άλλη κουβέντα. Ο Σπύρος όμως, ένοιωσε όλο τον κόσμο του να γκρεμίζεται. Να γίνεται κομμάτια και θρύψαλα ,σαν τα καπνισμένα ακόμα ερείπια, της παλιάς, αρχοντικής πόλης . Αλλά δεν έσταξε ούτε ένα δάκρυ από τα μάτια του..
Το απόγιομα της άλλης μέρας, είδε πάνω στο κρεββάτι του, τυλιγμένα σ ένα άσπρο πανί, ένα ζευγάρι μαύρα, ολοκαίνουργια παπούτσια, λουστρίνια. Τα ΄πιασε στο χέρι του και τα κρατούσε ευλαβικά, σαν να ταν το άγιο δισκοπότηρο και τα δάκρυα άρχισαν να τρέχουν ασταμάτητα και να πέφτουν πάνω στα αλέκιαστα ακόμα λουστρίνια. Και μια τα πότιζε με το δάκρυ του, μια τα σκούπιζε με το άσπρο πανί, για να μην χάσουν τη γυαλάδα τους. "'Μου τα δάνεισε η σιόρα Κάτε , η γειτόνισσα ΄΄του είπε η μάνα του. '' Είναι τα γαμπριάτικα του άντρα της. Πρόσεχε, κακομοίρη μου, μη τα χαλάσεις''.
Ο Σπύρος ήταν ευτυχισμένος. Καθόταν μπροστά στον καθρέφτη, φορώντας την στολή που του είχε κοντύνει η μάνα του και καμάρωνε τα μαύρα του λουστρίνια ,που τα είχε παραγιομίσει με χαρτιά, γιατί ήταν τρία νούμερα μεγαλύτερα.
Και το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου….Ω, τι Μεγάλο Σάββατο ήταν εκείνο….Βγήκε στην λιτανεία με την Παλιά, φορώντας την στολή του με τα σειρήτια, το χρυσό κράνος με τις κόκκινες φούντες, που αστραφτοκοπούσε από το χάιδεμα του ήλιου και τα ολοκαίνουργια παπούτσια., που γυάλιζαν πιο πολύ κι από το κράνος του. Και όπως έπαιζε η μπάντα τη θεική μελωδία του Αμλέτου, ο Σπύρος ,από τη μια έπαιζε το κλαρίνο, διαβάζοντας τις νότες από την παρτιτούρα που είχε μπροστά του και από την άλλη κοίταζε με καμάρι τα άπειρα πλήθη του κόσμου που είχε μαζευτεί για να δει και ν΄ακούσει. Να ακούσει μόνο εκείνον…¨ Ηξερε πως ανάμεσα στο κόσμο ήταν η μάνα και οι αδελφές του, οι γειτόνισσες από την Πόρτα Ρεμούντα, η σιόρα Κάτε με τον άντρα της, οι φίλοι του και οι ζηλόφθονοι συμμαθητές του. Και το φτωχό ορφανό, ένοιωσε να ψηλώνει από χαρά και περηφάνια, τόσο, που δεν κατάλαβε ότι έσερνε τα πόδια του, γιατί τα παπούτσια ήταν έτοιμα να του φύγουν.
Ο Σπύρος ο Μίτσουλης ,έτσι ήταν το όνομά του, γεννήθηκε και μεγάλωσε στη γειτονιά της Πόρτα Ρεμούντα , λίγα χρόνια μετά τον μεγάλο πόλεμο. Το πατρικό του ήταν μικρό, ένα παλιό τριάρι στον τέταρτο όροφο μιάς αιωνόβιας