ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΔΕΞΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΜΑΣ!

Τετάρτη 23 Μαΐου 2012

Προσκυνητής στον τάφο του Αγίου νεομάρτυρος Ευγενίου Ροντιόνωβ


Στο Κουρίλοβο,κοντά στο Ποντόλσκ,50 χιλιόμετρα νότια της Μόσχας,βρίσκεται ο τάφος του Αγίου νεομάρτυρα Ευγενίου(Ροντιόνωβ).
Ένα μνημείο από μαύρο μάρμαρο,όπου δίπλα στο παιδικό του πρόσωπο γράφει:23 Μαίου 1977/23 Μαίου 1996.

Είναι η μέρα όπου οι Τσετσένοι στρατιώτες έκοψαν το κεφάλι του επειδή αρνήθηκε να βγάλει τον σταυρό που φορούσε!
Η μητέρα του κατάφερε να φέρει το σώμα του στην Ρωσία στις 7/20 Νοεμβρίου 1996.Την ημέρα αυτή η εκκλησία τιμάει την μνήμη των εν Μελιτινή Αγίων 33 μαρτύρων.Αυτοί ήταν στρατιώτες στον ρωμαικό στρατό.Ο Διοκλητιανός τους αποκεφάλισε.Μάλιστα ένας από αυτούς ονομαζόνταν Ευγένιος.
Εικόνα 47 του 7871
Στον τάφο που βλέπετε στην φωτογραφία φαίνονται άλλες δύο μορφές.Πρόκειται για τον πατέρα του Ευγένιου,τον Αλέξανδρο.Πέθανε από την στενοχώρια του μόλις οκτώ μέρες μετά την κηδεία του Ευγένιου,ενώ δίπλα βρίσκεται ο αδελφός του ο Βιάτσεσλαβ,ο οποίος πέθανε στις 22 Μαίου 2004.
Εικόνα 8 του 7869
Εκατοντάδες άνθρωποι επισκέπτονται τον τάφο του αγίου νεομάρτυρος,ο οποίος είναι ζωντανός εν Χριστώ και βοηθάει,σύμφωνα με μαρτυρίες, τους αιχμαλώτους στρατιώτες και παρηγορεί και απαλύνει τον πόνο των βαριά τραυματισμένων.
Διαβάστε και-
*Συνομιλώντας με την μητέρα του Αγίου νεομάρτυρος Ευγενίου
*Το τελευταίο ποίημα που έστειλε ο Άγιος Ευγένιος στην μητέρα του
*Ο νεομάρτυς Ευγένιος Ροντιόνωβ(+23 Μαίου 1996)

Τρίτη 22 Μαΐου 2012

Έλληνες νεομάρτυρες από αθειστές


Ως γνωστόν, ο μαρξισμός και οι ιδεολογικοί του απόγονοι θεωρούν τη θρησκεία «όπιο του λαού», δηλ. πνευματικό ναρκωτικό, που εξαπατά τους ανθρώπους και που πρέπει να εκλείψει απ’ τον κόσμο. 
Πρόκειται για πλάνη, αφενός γιατί προϋποθέτει ως σίγουρο ότι δεν υπάρχει Θεός, περιφρονώντας ως ψεύδη τις εμπειρίες όλων των αγίων, και, αφετέρου, γιατί η θρησκεία γενικά και ο χριστιανισμός ειδικότερα έχει παρακινήσει χιλιάδες ανθρώπους ν’ αγωνιστούν με αυτοθυσία για τον πλησίον, αλλά και πλούσιος να μοιράσουν την περιουσία τους στους φτωχούς – το αγιολόγιο της Ορθοδοξίας είναι γεμάτο τέτοιες περιπτώσεις. Εξαιτίας αυτής της πλάνης όμως, όπου επικράτησε κομουνιστικό καθεστώς, ίσως με κάποιες εξαιρέσεις, ξέσπασε διωγμός κατά της θρησκείας, άλλοτε ήπιος και άλλοτε ανελέητος. Αναρίθμητοι χριστιανοί μαρτύρησαν στη Ρωσία (ΕΣΣΔ), στη Ρουμανία, την Αλβανία κ.α.
Η Ελλάδα δεν ξέφυγε απ’ το γενικό κανόνα. Οι κομουνιστές αντάρτες, κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο (1945-1949), εξολόθρευσαν αρκετούς παπάδες, κάποιους απ’ τους οποίους (και όχι μόνο) θα γνωρίσουμε με συντομία παρακάτω.
Ήταν επόμενο οι ιερείς, και γενικά οι πιστοί χριστιανοί, να θεωρήσουν τον κομουνισμό εχθρικό. Στην Ελλάδα βέβαια υπάρχει μια ιδιόρρυθμη κατάσταση, γιατί είχαμε και έχουμε και πολλούς κομουνιστές που είναι και ορθόδοξοι πιστοί, καθώς και ιερείς που συμπαθούν την ευρύτερη αριστερά. Οι άνθρωποι αυτοί βρίσκουν στην κοινωνική ηθική του κομουνισμού τα κοινά στοιχεία με το χριστιανισμό και συνδυάζουν τα δύο, παρόμοια όπως οι χριστιανοσοσιαλιστές του εξωτερικού. Προσωπικά, συμπαθώ αυτή τη στάση, στο βαθμό που καθαρίζει την αριστερή πολιτική ιδεολογία από αυτά που θεωρώ αδυναμίες της…
Οι παρακάτω μαρτυρίες προέρχονται από το συγκλονιστικό βιβλίο του π. Γρηγορίου, ηγουμένου της μονής Δοχειαρίου Αγίου Όρους, Μορφές που γνώρισα να ασκούνται στο σκάμμα της Εκκλησίας, Σεπτέμβριος 2010, στις σελ. 149-166. 
Είναι διηγήσεις για ανθρώπους –σχεδόν πάντα ιερείς– που βασανίστηκαν και θανατώθηκαν κατά τον Εμφύλιο εξαιτίας της χριστιανικής ή της ιερατικής τους ιδιότητας. Τις αναδημοσιεύουμε για λόγους καθαρά πνευματικούς, χωρίς καμιά απολύτως διάθεση πολιτικού φατριασμού ή σκοπιμότητας.Μακάρι ο Θεός να συγχωρέσει και να αναπαύσει και τους δήμιους, με τις πρεσβείες των μαρτύρων-θυμάτων τους. Και μακάρι οι ιδεολογικοί τους επίγονοι, κάθε μορφής, να έχουν θεία φώτιση και ευλογία στις επιλογές τους.
Α. Το μαρτύριο του π. Χρυσόστομου Παπαχρήστου

Η ιστορία καταγράφηκε από το συγγραφέα το Πάσχα του 1966 στο Μεγαλοχώρι των Τρικάλων. Διηγείται η αδελφή του Αριάδνη, που συνάντησε σε κάποιο εστιατόριο έναν άνθρωπο, ο οποίος φορούσε ρούχα που ανήκαν στον αδελφό της.
«…Κάθομαι στο τραπέζι απέναντί του. Το γκαρσόν φωνάζει: “Βάβω, δεν είναι αυτού η θέση σου”. Έκανα τον κουφό. Γεμίζω από θάρρος ανδρίκιο και του λέγω:
–Ξένε, το κουστούμι, τα ρούχα που φοράς τα ’χω εγώ ραμμένα. Τα παρατήρησα καλά και είδα τις δαχτυλιές μου επάνω. Θα μου πεις πού τα βρήκες. Δεν θα μου κρύψεις τίποτες. Κι εγώ, σου υπόσχομαι στο Χριστό μου, δεν θα σε προδώσω. Αλλιώς, τούτη την ώρα θα κράξω και θα φωνάξω.
–Θα σου πω όλη την αλήθεια, αλλά μη με καταδώσεις· κι εγώ διαταγές εκτελούσα. Άκουε λοιπόν. Εκεί που μέναμε έφεραν έναν, μάλλον πρέπει να ήταν παπάς. Δεν είχε όμως καλυμμαύχι και δεν φορούσε ράσα. Δεμένος πισθάγκωνα, δέχτηκε τόσες κακοποιήσεις που δεν λέγονται. Ειρωνείες τρομερές, κλωτσιές, σαν μπάλα τον έστελναν από τη μια μεριά στην άλλη. Μ’ ό,τι εύρισκαν τον χτυπούσαν στο κεφάλι, στο πρόσωπο, στην κοιλιά.
Εμένα πόνεσε η ψυχή μου και είπα να τον τελειώσω. Μου τον παρέδωσαν με τέσσερις άλλους να τον εκτελέσουμε. Τον σύραμε στο χείλος ενός λάκκου με βρωμόνερα. Τον εγδύσαμε, τον πασσαλώσαμε σε τέσσερα παλούκια και με πρόσταξαν να τον γδάρω ζωντανό. Όταν έφθασα στα μπούτια (σ.σ. αρχίζοντας από τις πατούσες), οι φωνές του και τα βογγητά του ήτανε πράγμα φοβερό. Δεν άντεχα να τον ακούω και του έδωσα με το τσεκούρι στο κεφάλι και τον πέταξα στα βρωμόνερα του λάκκου.
“Ο αδελφός μου ο παπα-Χρυσόστομος” πρόλαβα να του πω και συνήλθα στο νοσοκομείο των Τρικάλων. Να γιατί έχω την καρδιά μου και φορώ πάντα μαύρα και ποτέ δεν θα τα αποχωριστώ.»

Ο συγγραφέας, στη συνέχεια, ρώτησε τη γυναίκα:
«–Κυρα-Αριάδνη, μήπως δεν ήταν στ’ αλήθεια άνθρωπος κι ήταν διάβολος για να σε ταράξει;
–Τα λες αυτά, παιδί μου, για να με παρηγορήσεις, αλλ’ ήταν άνθρωπος κυριευμένος από το διάβολο.
–Τότε, αν έτσι έχουν τα πράγματα, είναι μάρτυρας ο αδελφός σου, άγιος αληθινός. … Αυτού αγίαις πρεσβείαις, ελέησέ με, Κύριε».
Β. Οι κόκκινοι παραστάτες της εξωκλησιάς

Διηγείται ένας ηλικιωμένος βοσκός έξω απ’ το ξωκλήσι του αγίου Δημητρίου, κοντά στη μονή Μυρτιάς, περιοχή Τριχωνίδας της Αιτωλοακαρνανίας. Η καταγραφή έγινε τη δεκαετία του ’70.

«Ένα απομεσήμερο έφτασαν εδώ μπροστά που μιλούμε τώρα ομάδα ανταρτών. Είχαν μαζί τους ένα παπά. Το τι τον βασάνιζαν δεν μπορώ να σου περιγράψω· λιγώνεται η ψυχή μου. Μου ’ρθε να βάλω φωτιά στον τόπο, αλλά φοβήθηκα.
Το πιο τρομερό απ’ όλα ήταν πως τα βασανιστήρια τα ’φτιαχναν γυναίκες… Στο τέλος τον έγδυσαν, τον διαπόμπευσαν, τον έδεσαν κάτω σ’ αυτήν την αυλή του Αγίου Δημητρίου και οι άσπλαχνοι άντρες έκαναν χάζι μαζί τους. Μια σκύλα τού απέκοψε με τσεκούρι τα γεννητικά όργανα και έβαψε τους παραστάτες της εκκλησίας. Δεν είναι, παιδί μου, χρώμα αυτό που θωρείς. Είναι αίμα μαρτυρικό και μάλιστα λευϊτικό (=ιερέα). Διάβασα όλους τους βίους των Αγίων εδώ που βόσκω τα πρόβατά μου. τέτοιο μαρτύριο δεν βρήκα στα συναξάρια. από τότε κανείς δεν άσπρισε ούτε έβγαλε αυτό το βάψιμο.»
Ο αφηγητής άρχισε να κλαίει και ο συγγραφέας τον ρώτησε:
«–Γιατί κλαις;
–Δεν κλαίω τον μάρτυρα, αλλά τους ανθρώπους, που χωρίς το Θεό γίνονται των θηρίων αγριότεροι. Αλλά γιατί, δέσποτα (=πάτερ), η Εκκλησία δεν τους τιμά τους μάρτυρες αυτούς ως Αγίους; Λένε: “Για να μην ανάβουν τα μίση”. Αυτοί άναψαν και έκαψαν και τώρα που θα δροσίσουν την Εκκλησία, αφήνουμε τη μαρτυρία και τα μαρτύρια και καταπιανόμαστε με χωρατά και παραμύθια; Αλλοίμονό μας, πάτερ, όποιος και να είσαι.»
Γ. Ο παπα-δάσκαλος με τα πληγωμένα χείλη

Αφηγητής εδώ είναι ο ίδιος ο παθών, που επιβίωσε από την αιχμαλωσία. Καταγράφηκε στην Παναγία την Προυσιώτισσα, όπου ο ιερέας αρνήθηκε να φιλοξενηθεί στο κελί όπου, όπως αποκάλυψε, τον κρατούσαν φυλακισμένο οι αντάρτες το 1944, μαζί με άλλους, «χωροφύλακες, παπάδες και δασκάλους».

«…Το καθημερινό μας φαγητό ήταν κολοκύθια ανάλαδα και ανάλατα. Ο ηγούμενος, παλιός γνώριμος, προσπαθούσε κάτι να μου προσφέρει. Οσάκις γινόταν αντιληπτό, ερχόντουσαν στο κελί μου και μου ’βγαζαν με την κάνη του όπλου τα δόντια. Όσες φορές με φίλεψε ο ηγούμενος, τόσα δόντια μου έβγαλαν και τόσες πληγές μου προξένησαν στα χείλη, που ακόμη δεν θεραπεύτηκαν. Ίσως αυτές οι πληγές μου κόψουν το νήμα της ζωής.»
«Έτσι κι έγινε» συνεχίζει ο συγγραφέας. «Εξελίχθηκαν σε καρκίνο και πολύ γρήγορα μετέστη ο μαρτυρικός παπάς».

Οι κρατούμενοι απελευθερώθηκαν όταν οι αντάρτες πληροφορήθηκαν πως πλησιάζει γερμανική φάλαγγα. Τους φόρτωσαν στην πλάτη από ένα γεμάτο τσουβάλι και τους έστειλαν στο χωριό Καστανιά. Όταν έφτασαν κι άνοιξαν τα τσουβάλια διαπίστωσαν πως περιείχαν τούβλα και παλιοσίδερα.
«Και έλεγε ο παπα-δάσκαλος:
–Δόξα τω Θεώ, τα ξεχάσαμε σήμερα και ζούμε και γελούμε και λέμε: “Κύριε, μη στήσης την αμαρτίαν αυτών”· δεν ξέρανε τι κάνανε».
Δ. Ο μπαρμπα-Κωστής ο ευλαβής

«Πίσω, στα βόρεια του όρους Δίρφης (Εύβοιας), στις απόκρημνες ακτές του νησιού, βρίσκονται κάποια χωριουδάκια· σήμερα θα τα πούμε συνοικισμούς. Σ’ ένα από αυτά κατοικούσε κι ο μπαρμπα-Κωστής ο ευλαβής.
Ζούσε με την οικογένειά του, ασχολούμενος με την κτηνοτροφία και την καλλιέργεια της λιγοστής γης. Η τυραννισμένη ζωή του αγροτοκτηνοτρόφου, το ξεροβόρι που τον θαλασσόδερνε, η νηστεία και η αγρυπνία τον έκαναν να φαντάζη των ασκητών ασκητικώτερος. Ποιος ξέρει πόσες φορές, με το κέρινο πρόσωπό του στραμμένο στο Αιγαίο, θωρούσε τα καράβια ν’ αρμενίζουν στο ανοιχτό και ατέρμονο πέλαγος και προσευχόταν γι’ αυτά, λιμάνι γρήγορα να πιάσουμε, στα σπίτια τους και στις φαμελιές τους γρήγορα τα παλληκάρια να γυρίσουνε […]
Ο μπαρμπα-Κωστής ήταν άνθρωπος της προσευχής. Όταν επρόκειτο να κοινωνήση, όλη την νύχτα σαν νυχτοκόρακας την έβγαζε στο δάσος προσευχόμενος. Την αυγή παρουσιαζόταν να φορέση τα καλά του για την εκκλησιά και την μεταλαβιά. Και άλλοι χάνονται τις νύχτες στις μέρες μας, αλλά σαν φέξη εμφανίζονται σαν φρικιά.
Ο γέρος ήταν φιλόξενος· το σπίτι του πάντα ανοιχτό για όλους. Ακόμη και οι πολυθρύλητοι γύφτοι στο δικό του κονάκι ακουμπούσαν να ξημερώσουν και να πιάσουν ψωμί. Καθόλου δεν φοβόταν μη τον κλέψουν ή τον αϊτέψουν με τις μαγείες και τα ξόρκια τους. η τέλεια αγάπη του Κωστή για τον Θεό και τον πλησίον έδιωχνε κάθε φόβο. Ρωτούσαν οι περίοικοι:
–Δεν τους φοβάσαι τους τσιγγάνους, που έχουν μακριά χέρια και κουβαλούν δαιμονικά;
Και απαντούσε ήρεμα και καλά:
–Όταν έχουμε τον Θεό μαζί μας, κανένας δεν μπορεί να μας κάνη κακό. “Ιησούς Χριστός νικά κι όλα τα κακά σκορπά” δεν λέμε στην προσευχή μας;
Ο Κωστής ζούσε στα δύσκολα χρόνια του εμφύλιου σπαραγμού, που αδελφός τον αδελφό σκότωνε για το κόμμα και την ιδέα της λαοκρατίας. Παρ’ όλο που ποτέ δεν σύχναζε σε μαγαζιά και ποτέ δεν έμπαινε σε συζητήσεις που εξάπτουν τα πάθη, κάποιου από το χωριό τού είχε “καθίσει”, επειδής είχε γιο στον στρατό, να τον ξεβγάλη τον δίκαιο. Κάποια βολά που τον βρήκε μόνο του να βόσκη τα ζωντανά του, αφού τον τυράννησε με μύρια βασανιστήρια […], στο τέλος, αφού τον έδεσε χειροπόδαρα και του κρέμασε μεγάλη πέτρα στον αγιασμένο του τράχηλο, τον γκρέμισε στη θάλασσα. Έτσι, η θάλασσα, που τον συντρόφευε νύχτα και μέρα, δέχθηκε το μαρτυρικό του σώμα και ο καταγάλανος ουρανός την κεκαθαρμένη του ψυχή.
Η θάλασσα σεβάστηκε το σώμα του και δεν επέτρεψε να το καταπιή η άβυσσος ούτε το ’δωσε τροφή στα κήτη. Το έβγαλε στην παραλία, όχι όμως με τους φυσικούς όρους πλαγιασμένο, αλλά όρθιο φάνταζε από την μέση κι επάνω, όπως το λείψανο του αγίου Κοσμά του Αιτωλού στον ποταμό. Οι δικοί του και οι χωριανοί το εξέλαβαν ως θαύμα και το κήδευσαν με τιμές μάρτυρος.
Ο δε φονιάς και ληστής, πιεζόμενος από διάφορες καταστάσεις και ελέγχους συνειδήσεως, από τον ίδιο γκρεμό έρριψε τον εαυτό του στην θάλασσα, σαν άλλος Ιούδας, και εξεμέτρησε το ζην (=πέθανε)»…

Ε. Το μαρτύριο του ανώνυμου παπά
Καταγράφηκε στο Άγιο Όρος το 2006, με αφηγητή έναν ηλικιωμένο κτηνοτρόφο από το Μέτσοβο.
«…Τα χρόνια του εμφύλιου σπαραγμού, το ’47, με τα μικρότερα αδέλφια μου σε μια πλαγιά που ξεσαλαγίζαμε τα πρόβατα, τι να δούμε και πώς να το πούμε τώρα; Σε μια ελάτη είχαν δέσει ένα παπά. Τα ράσα και το καλυμαύχι του ήταν πιο πέρα πεταμένα και ποδοπατημένα, σαν να είχαν πάρει φωτιά και τα πάτησαν για να σβήσουν. Είχαν φτιάξει με ξύλα λόγχες και είχαν τρυπήσει τα μάτια του, τα αυτιά του, το στόμα του, τη φύση του [=τα γεννητικά του όργανα], την καρδιά του. Το δε σώμα του ολόκληρο είχε μπλαβιάσει σαν το συκώτι.
Αυτές τις μέρες έλαχε το εγγονάκι μου να έχη μια εικόνα του μάρτυρα Σεβαστιανού με λογχευμένο το σώμα και θυμήθηκα τον άγνωστο παπά του ’47 στης Πίνδου τα βουνά, γι’ αυτό σας το διηγούμαι φρέσκο σαν να είναι αυτή η στιγμή που τον βλέπω μπροστά μου».

Βυζαντινές «διεθνείς» λέξεις (ένα ελάχιστο δείγμα της πολιτιστικής επιρροής του “βυζαντίου” στην παγκόσμια ιστορία)


Ένα ελάχιστο δείγμα της πολιτιστικής επιρροής του Βυζαντίου στην Παγκόσμια Ιστορία.
Ως γνωστόν, η πλουσιότατη ελληνική μας γλώσσα χρησίμευσε και χρησιμεύει ακόμη ως αστείρευτο θησαυροφυλάκιο λέξεων για όλες τις δυτικές – και όχι μόνο- γλώσσες. Μεγάλος αριθμός επιστημονικών, φιλολογικών, τεχνολογικών και πολιτειακών όρων αποδίδεται σε πολλές γλώσσες με ελληνικές λέξεις. Ακόμη και λέξεις χρησιμοποιούμενες συχνά στην καθομιλουμένη των Δυτικών μας φίλων απηχούν την ελληνόγλωσση καταγωγή (καταστροφή – catastrophe, τηλέφωνο – telephone) ή ακόμη και ονόματα ζώων (ελέφαντας – elephant).
Κατά το Μεσαίωνα υπήρχαν πολλές πολιτιστικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ Βυζαντίου και Δύσης. Ιδιαίτερα κατά τον πρώιμο Μεσαίωνα (μέχρι και τον 12ο αιώνα) η πολιτιστική ακτινοβολία του βυζαντινού ελληνισμού στη Δυτική Ευρώπη ήταν ισχυρότατη. Μέσα στα πλαίσια αυτής της επιρροής, οι χριστιανικοί λαοί της Δύσης (αλλά και οι Σλάβοι) δανείστηκαν αυτούσιες ελληνικές λέξεις ή μετέφρασαν απ’ τα ελληνικά στα λατινικά άλλες λέξεις για να δηλώσουν ότι και οι Βυζαντινοί. Παρακάτω θ’ αναφερθούν λίγα μόνο παραδείγματα τέτοιων δανείων.
Τα πρώτα έχουν σχέση με πολιτικούς και κοινωνικούς θεσμούς ευρέως διαδεδομένους και απόλυτα αναγκαίους τόσο τότε όσο και στη σύγχρονη εποχή.
Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία είχε οικουμενική πολιτική ιδεολογία. Ως συνέχεια του ρωμαϊκού imperium – που στα πλαίσια του χριστιανισμού μεταμορφώθηκε σε imperium christianum – είχε αξιώσεις για παγκόσμια πολιτική και πολιτιστική κυριαρχία. Ο βυζαντινός αυτοκράτωρ παρουσιαζόταν ως ο ανώτερος ηγεμόνας όλων των κοσμικών βασιλέων, χριστιανών και μη, και ως ο προστάτης όλης της χριστιανοσύνης. Τα παραπάνω, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι την ευημερία του κράτους εποφθαλμιούσαν πολλοί εχθροί, έκαναν επιτακτική την ανάγκη δημιουργίας μιας διεθνούς έννομης τάξης κατευθυνόμενης φυσικά από την ηγεσία του Βυζαντίου. Έτσι, από πολύ νωρίς, αναπτύχθηκε η περίφημη και πολύπλοκη βυζαντινή διπλωματία. Η λέξη«διπλωματία» ως τεχνικός όρος έχει βυζαντινή προέλευση, το ίδιο και οι λέξεις «δίπλωμα, διπλωμάτης». «Διπλώματα» ονόμαζαν οι Βυζαντινοί τα ειδικά διαπιστευτήρια έγγραφα των διπλωματικών αντιπροσώπων. Ο όρος «διπλωμάτης» χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά με τη σημερινή έννοια από τις βορειοϊταλικές πόλεις κατά την Αναγέννηση, οπότε έχουμε και τις πρώτες μόνιμες σε ξένες χώρες διπλωματικές αποστολές. Ο πρώτος μόνιμος πρέσβης ήταν από τη Βενετία και ήταν μόνιμα εγκατεστημένος στην Κωνσταντινούπολη. Μάλιστα, οι αρχαιότερες μέχρι σήμερα γνωστές διμερείς διεθνείς συνθήκες εμπορικού – οικονομικού περιεχομένου υπογράφτηκαν ήδη από τον 10o αιώνα μεταξύ Βυζαντίου και Βενετίας.
Εξάλλου, η Ορθόδοξη Εκκλησία διακρινόταν – και διακρίνεται – για την φιλανθρωπική της δράση. Με χορηγίες επισκόπων, αυτοκρατόρων και διαφόρων πιστών ιδιωτών, ιδρύονταν και λειτουργούσαν ήδη από τον 4ο αιώνα διάφορα ευαγή ιδρύματα. Κατά τη χιλιόχρονη πορεία του Βυζαντίου και υπό τη συνεχή μέριμνα της Εκκλησίας, αναπτύχθηκε ο θεσμός του νοσοκομείου, όπως τον ξέρουμε σήμερα. Τα οργανωμένα νοσοκομειακά ιδρύματα ονομάζονταν «ξενώνες» ή «ξενοδοχεία» γιατί ξεκίνησαν ως χώροι υποδοχής ταλαιπωρημένων προσκυνητών. Η λατινική λέξη για το φιλόξενος είναι«hospitalis». Από αυτήν και κατ’ επιρροήν της βυζαντινής ονομασίας των νοσοκομείων, προήλθε η λέξη «hospital» (ospedale στα μοντέρνα ιταλικά).
Παραμένοντας στο χώρο της εκκλησιαστικής ορολογίας, οι Βυζαντινοί για τον χώρο ταφής των νεκρών χρησιμοποιούσαν ανέκαθεν τον όρο «κοιμητήριον», επειδή σύμφωνα με τη χριστιανική διδασκαλία οι αποβιώσαντες χριστιανοί αδελφοί, είναι προσωρινά μόνο νεκροί, γιατί θα αναστηθούν κατά την ημέρα της Κρίσεως, ήτοι τη Δευτέρα Παρουσία του Χριστού. Από τον όρο αυτό προήλθε και ο ευρέως διαδεδομένος σήμερα όρος σε όλες τις δυτικές χώρες «cemetery» δηλωτικός των νεκροταφείων. Αξίζει να σημειωθεί ότι ενώ στην σύγχρονη Ελλάδα, ο όρος «νεκροταφείο» είναι πολύ πιο διαδεδομένος στην καθομιλουμένη από τον όρο «κοιμητήριο», στις αγγλόφωνες χώρες έχει κυριαρχήσει ο όρος «cemetery», που εκτόπισε σχεδόν τελείως τη λέξη «graveyard»!
Άλλωστε, το Βυζάντιο, άξιος συνεχιστής του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού φημιζόταν για την μεγάλη πνευματική παράδοση και την οργανωμένη, δημόσια ή ιδιωτική ανώτατη εκπαίδευση. Το ήδη από τον 5ο αιώνα ιδρυμένο «Πανδιδακτήριον», αναδιοργανώθηκε τον 8ο αιώνα από τον αυτοκράτορα Λέοντα Γ΄ Ίσαυρο (717-741 μ.Χ.) και ονομάστηκε«οικουμενικόν διδασκαλείον». Στα λατινικά ο όρος οικουμενικός αποδίδεται ως «universalis». Όταν ιδρύθηκαν τα πρώτα πανεπιστήμια στην Ιταλία (τέλη 11ου – αρχές 12ου αι.) ονομάστηκαν και αυτά οικουμενικά με την έννοια ότι προσέφεραν παντοειδείς επιστημονικές, φιλοσοφικές και θεολογικές γνώσεις. Έτσι, δημιουργήθηκε ο όρος «university».
Οι υπόλοιπες λέξεις – δάνεια έχουν σχέση με τον υλικό πολιτισμό και ειδικότερα τη γαστριμαργία. Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός Ά (527-565 μ.Χ.) με τους πολέμους του εναντίον των γερμανικών βασιλείων της Δύσης, ανέκτησε πολλά εδάφη της παλαιάς ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Στην Ιταλία ειδικά, ιδρύθηκε το Εξαρχάτο της Ραβέννας. Στην τελευταία, εγκαταστάθηκε σημαντικός αριθμός Ελλήνων από τις ανατολικές επαρχίες, έμποροι, καλλιτέχνες, ψηφοθέτες, γλύπτες κ.λ.π. Η ελληνική παρουσία τόνωσε την πολιτιστική και καλλιτεχνική παραγωγή και ύψωσε, ως ένα βαθμό το βιοτικό επίπεδο των κατοίκων της πρώιμης μεσαιωνικής Ιταλίας. Αν και το Εξαρχάτο διαλύθηκε από τους Λομβαρδούς στα μέσα του 8ου αι., η βυζαντινή πολιτισμική επιρροή ήταν εμφανής μέχρι και το τέλος του Μεσαίωνα. Σημαντικές, άλλωστε, εκτάσεις στη Ν. Ιταλία και η Σικελία παρέμειναν στη βυζαντινή κυριαρχία μέχρι το τέλος του 11ου αιώνα.
Η βυζαντινή πολιτισμική επιρροή εκδηλώθηκε σε διάφορους τομείς, έτσι ήταν αισθητή και στην καθημερινή ζωή και κουζίνα των μεσαιωνικών Ιταλών. Έτσι, οι Βυζαντινοί παρασκεύαζαν ένα γλυκό από σιρόπι μελιού που το έλεγαν «κηρόμελον». Οι Ιταλοί το ονόμαζαν «caramella». Είναι ο πρόδρομος της σημερινής καραμέλας (caramel στα αγγλικά). Επίσης, ήδη από την αρχαιότητα, οι Έλληνες παρασκεύαζαν ένα είδος μακρόστενων ζυμαρικών που έτρωγαν στα νεκρικά δείπνα, τα λεγόμενα «νεκρόδειπνα» προς τιμήν του νεκρού συγγενή τους. Οι Βυζαντινοί – που συνέχισαν αυτήν την παράδοση – ονόμαζαν αυτό το φαγητό «μακαρώνια» (μακάριος + αιώνια) και τρώγοντας έλεγαν αιώνια μακάριος ο… τάδε. Έτσι, δημιουργήθηκε η λέξη και το αντίστοιχο ζυμαρικό «μακαρόνια» (macaroni)! Βέβαια οι Ιταλοι κατόπιν δημιούργησαν πολλά και διαφορετικά είδη spaghetti. Τέλος, οι Βυζαντινοί ονόμαζαν τις διάφορες πίτες «πλακούντες» – όπως οι αρχαίοι ή και «πίττες», εξ’ ου και η λέξη «pie». Ακόμη στην βυζαντινή Καλαβρία, Έλληνες και Ιταλοί παρασκεύαζαν μία πίτα αλμυρή και «ανοικτή». Βασικά υλικά ήταν το τυρί, το κρεμμύδι, οι ελιές και πιο σπάνια διάφορα αλλαντικά. Το φαγητό αυτό ήταν ο πρόδρομος της δημοφιλέστατης σημερινής πίτσας (!) (pizza, κατά παραφθορά της λέξεως πίττα)!
Δημήτριος Ντούρτας, δικηγόρος antibaro/Αντιγραφή

Αφιέρωμα των Τούρκων στους κρεμασμένους ... Πατριάρχες!

Ένα εμετικό αφιέρωμα στους Έλληνες Οικουμενικούς Πατριάρχες που ... κρεμάστηκαν από τους Τούρκους έκανε η τουρκική εφημερίδα Χουριέτ και είναι πραγματικά σημαντικό να πληροφορηθούν και αυτοί που δεν ξέρουν, για τα "ματωμένα ράσα" του Έθνους! Πρώτος μάρτυρας ήταν ο Κύριλλος Α’ Λούκαρις, ο οποίος απαγχονίστηκε από τους Τούρκους γιατί τόλμησε να ιδρύσει τυπογραφείο στην Πόλη με σκοπό να επιμορφώσει τους υπόδουλους Έλληνες, το 1637.

Δεύτερος εθνομάρτυρας ήταν ο Παρθένιος Γ', το 1657, που κρεμάστηκε λόγω της στήριξής που έδωσε στην επανάσταση των ελληνόφωνων Ρουμανόβλαχων κατά των Τούρκων και τέλος πατριάρχης-εθνομάρτυρας που όλοι γνωρίζουμε, ο Γρηγόριος Ε’, το 1821 με την κήρυξη της Επανάστασης και την απόπειρα των Φαναριωτών να κάψουν τον τουρκικό στόλο στο λιμάνι της Κωνσταντινούπολης. Τον τελευταίο οι Τούρκοι τον κρέμασαν στην κεντρική πύλη του οικήματος του Πατριαρχείου, στο Φανάρι, η οποία από τότε παραμένει κλειστή.

http://ellinikh-odysseia.blogspot.com/2012/05/blog-post_7164.html /Αντιγραφή

Δευτέρα 21 Μαΐου 2012

Ο τσομπάνος που πήγε στον Παράδεισο!(Διδακτική ιστορία)

.....Αυτός ό τσοµπάνος, πού πήγε στόν Παράδεισο, τόν λέγανε Μαυρογένη, γιατί είχε µαύρα γένια καί ζούσε µέ τήν γυναίκα του απ' τόν κόσµο µακρυά, µέ τά ζωντανά του καί δέν κατέβαινε στό χωριό, παρά µονάχα γιά νά 
πουλήση τά τυριά του καί νά ψουνίση τά χρειαζούµενα, ξεκίνησε νά λέη ό Προκόπης. 
Μιάν ήµέρα τό λοιπόν, όπου βρέθτικε στό χωριό γιά τίς δουλειές του, πήγε νά άνάψη ενα κερί στήν εκκλτισιά, γιατί ήτανε θεοφοβούµενος καί καλής ψυχής άνθρωπος.Εκεί µιλούσεν ό παπάς στούς χωριανούς του καί τούς έλεγε τό κήρυγµα γιά τόν ίσιον δρόµο του Θεού, πού πάει όλόϊσια στόν Παράδεισον, αν
δέν στρίβουµε δεξιά κ
ι αριστερά. Πρέπει νά τραβούµεν ίσια καί νά είµαστε συµπονετικοί γιά κάθε άνθρωπον, όταν εχει τήν ανάγκην µας. Νάµαστεν δηλαδή ψυχηκάρη δες καί νά έλεούµε, γιατί τό ίδιο κάνει καί ο Θεός καί έλεεί 
τόν κόσµον όλον γιά νά ζη καί νά πορεύεται. Κι όποιον δει πώς κάνει κι αυτός τό ίδιο, τόν συµπαθα πολύ καί τόν παίρνει στόν Παράδεισον, όπου είναι ή ζωή µεγαλείο άτελείωτον! "Ετσι τά έλεγεν ο παπάς κι ετσι πρέπει νά είναι, κατά τήν γνώµην µου. Ή Έκκλησία δέν λέγει ποτέ της ψέµατα καί γιατί νά τά πη, µαθές;
'Όλοι ακούγαµε τόν άπλοϊκόν τσοµπανο, πού µιλούσε µέ τόν δικό του παραστατικόν τρόπο καί κάθε λίγο σκούπιζε τά µουστάκια του, άγνωστον γιατί, καί δέν εδειχνε δυσκολία στό νά έκφραστή αυθόρµητα καί νά πη τήν πίστη του. Ό φίλος µου, πού είχε ένθουσιασθή, ρώτησε, συντοµεύοντας τήν µικρή παύση στήν διήγηση του Προκόπη:
- Καί µετά τί έγινε: Πως πήγε στόν Παράδεισον;
- 'Όταν γύρισε στό καλύβι του, τό είπε στήν γυναίκα του χαρούµενος αυτό τό ευχάριστο µαντάτο καί της είπε πώς θά πάει τήν άλλη µέρα νά συναντήση τόν Θεό. 'Ετσι κι έγινε.
 Τήν άλλη µέρα πηρε ψωµοτύρι µαζί του, χαιρέτισε τήν κυρά του καί ξεκίνησε γιά τόν Παράδεισο. Πήρε τόν ίσιον δρόµο καί προχωρούσε ανάµεσα στά χωράφια, χωρίς νά στρίβη δεξιά τι αριστερά, όπως είπεν ο παπάς καί τό βραδινό κοιµήθηκε κάτω από ένα δέντρο καί συνέχισε τήν άλλη µέρα τόν ίσιο δρόµο γιά τόν Παράδεισο. 
'Εφαγε καί τό ψωµοτύρι, που είχε µαζί του καί συνέχισε καί τήν τρίτη µέρα καί τήν τέταρτη. Τό ένα βουνό ανέβαινε, τό άλλο κατέβαινε. Τήν πέµπτη µέρα πεί νασε πολύ καί σκέφτηκε τί νά κάνη καί που νά βρη τροφή. Κι όταν άνέβηκε τό βουνό, πού ηταν µπροστά του, είδε στήν απέναντι πλαγιά ένα Μοναστήρι. 'Έσυρε λοιπόν καί πήγε. Χτύπησε τήν πόρτα καί ζήτησε βοήθεια. Ευτυχώς τό Μοναστήρι βρισκόταν πάνω στόν δρόµο του. Τόν βάλανε λοιπόν µέσα στήν εκκλησιά του Μοναστηριού νά περιµένη, ώσπου νά του φέρουνε τίποτε φαγώσιµο. Κι έβλεπε ολόγυρα τίς εικόνες καί τίς θαύµαζε, όλες του φαινότανε ζωντανές, όλοζώντανες. Μόνο, πού δεν µιλούσανε. Κι όντας έστρεψε τό µάτι του καί εΙδε στόν σταυρό σταυρωµένον κι όλόγυµνο καί µατωµένον τόν Χριστό, άναφώνησε:
-' Ωχου, τό παλληκάρι, τό λαβώσανε οί άτιµοι! 'Ωχου καί τόν έχουν κρεµασµένον ακόµα!
- Τήν ίδια στιγµή, ένας καλόγερος του εφερε λίγα φαγώσιµα, τάβαλε πάνω στον πάγκο καί τούπε νά φάη, συνέχισε ο Προκόπης.Ό καλόγερος όµως µπαίνοντας τόν άκουσε, πού µιλούσε στόν σταυρωµένον καί τόν ρώτησε:
Μιλούσες µέ κανέναν, άδερφέ; Ό Μαυρογένης, πού υποψιάστηκε τόν καλόγερον, πώς είναι απ' αύτούς, πού τόν σταυρώσανε, δέν είπε τίποτα. Κι όταν έφυγε ο καλόγερος φώναξε στόν σταυρωµένον:
- 'Έ, παλληκάρι! Μπορείς νά κατεβη; από κεί πάνω, νά 'ρθης νά φαµε µαζί αυτά, πού µου φέρανε; Θές νά 'ρθώ νά σέ κατεβάσω εγώ;
- 'Οχι. Μπορώ καί µόνος µου νά κατέβω. 'Ερχοµαι.
- Κατέβηκε τό λοιπόν ο Σταυρωµένος κάτω, συνέχισε ο Προκόπης τήν άφήγησή του, καθησε στον πάγκο κι έφαγε κι έπιασε κουβέντα µέ τόν τσοµπάνο. 'Εκείνος τούπε νά τόν πάρη µαζί του, τώρα πού πάει νά συναντήσει τόν Θεό. 
Θέλεις νά σέ πάρω κι εσένα; Ό Θεός είναι καλός καί θά σε λυπηθή καί θά σέ βάλη καί σένα στόν Παράδεισο. 'Εγώ γι' αυτό πάω στόν Θεό. 'Ερχεοαι µαζί µου; Δέν πρόλαβε δµως ο Σταυρωµένος ν' άποκριθή, γιατί ακούστηκε νά ερχεται ο καλόγερος. Τότε ο Σταυρωµένος ξανανέβηκε γρήγορα πάνω στόν σταυρό κι έµεινε µέ ανοιγµένα χέρια.
Καί ο καλόγερος ρώτησε τόν τσοµπάνο:

- Τώρα µή µου πης πώς δέν µίλαγες µέ κανέναν. Σ' ακουσα µέ τά ίδια µου τ' αυτιά. Λέγε µέ ποιόν µιλούσες;
 - Ό Μαυρογένης φοβήθηκε στήν αρχή, δίστασε καί στό τέλος είπε στόν καλόγερο πώς μιλούσε μέ τό κρεμασμένο αυτό παλληκάρι, πού τό λυπήθηκε καί τό κάλεσε νά φάνε μαζί τό βρισκάμενο. Καί είπε στόν καλόγερο:
- Μή μέ μαρτυρήσεις, άγιε καλόγερε, αλλά θέλω νά πάω στόν Παράδεισο καί ό παπάς του χωριού μας είπε νά πάρουμε τόν ίσιο δρόμο καί νά είμαστε ψυχοπονιάρηδα;
Κατάλαβες; Τό λυπήθηκα λοιπόν τό παλληκάρι καί τό κάλεσα νά πάρη κι αυτό μιά μπουκιά ψωμί. Κακό εκανα;
- 'Οχι, όχι, καλά εκανες καί πάντα νά συμπονας τούς άναγκεμένους, αποκρίθηκε κατάπληκτος ό καλόγερος μέ τά όσα του είπε ό τσομπανος. Κι ετρεξε καί τά φανέρωσε όλα στόν Ήγούμενό του.
 'Ύστερα, λέγει η ιστορία, φτάσανε όλοι οί καλόγεροι μέ τόν Ήγούμενο στήν εκκλησιά καί βάλανε μετάνοια στόν τσομπανο, πού έφαγε μαζί με τόν Σταυρωμένο Χριστό καί τόν παρακαλέσανε νά πει καμμιά καλή κουβέντα καί γι' αύτούς, όταν συναντήσει τόν Θεό.
- Άμα τόν δω τόν Θεό, θά του πω καί γιά σας, αλλά γιατί τό κρατατε σταυρωμένο τό παλληκάρι; Τί σας εκανε; Κατεβάστε το νά φάη καί νά ντυθη, πού είναι όλόγυμνος καί πληγωμένος. Κι αν δέν τόν θέλετε έσεις εδώ, τόν
παίρνω εγώ μαζί μου.
- Έκείνοι κοκκαλώσανε απ' τήν καλωσύνη καί τήν αθωότητα τοϋ Μαυρογένη καί, άφού του δώσανε όλα τα χρειαζούμενα, τόν συνόδεψαν κάμποσο στόν ίσιο δρόμο. πού ακολουθούσε κι όταν έκείνος απομακρύνθηκε, τόν βλέπανε πού δέν πάταγε στήν γη, αλλά περπατούσε στόν αέρα μέχρι, πού χάθηκε απ' τά μάτια τους. 
Αυτός ό καλός άνθρωπος γιά μένα θά πήγε στόν Παράδεισο τό δίχως
άλλο. Γιατί λυπότανε όλους τούς πονεμένους, όπως κάνει κι ό Θεός. Έγώ  γράμματα δέν ξέρω γιά νά τά πώ πιο  όμορφα, αλλά θυμάμαι τόν παππού μου τόν Χαραλάμπη, 
πού έλεγε πώς ό,τι κάνεις σ' αυτήν τήν ζωή τά ίδια θά σου  κάνουνε κι εσένα στήν άλλη. Κι αυτό τό πιστεύω. Αυτή εναι n Ιστορία, πού άκουσα. 
Από το βιβλίο του Π.μ.Σωτήρχου«Οι εραστές του παραδείσου»εκδ.Αστήρ
http://www.proskynitis.blogspot.com/

Σάββατο 19 Μαΐου 2012

Μ.Ροστροπόβιτς:''Πάτερ,δεν μου μένει παρά να βαπτιστώ...


«Πάτερ, ο,τι θέλησα στη ζωή μου, το πέτυχα.'Ηθελα να γίνω διάσημος μουσικός,έγινα.Ήθελα να γίνω διευθυντής του Ωδείου, έγινα.
'Ονειρευόμουν να διευθύνω το Μπολσόι,το κατόρθωσα.
Επιθυμούσα να έχω μία γυναίκα πού να είναι μεγάλη καλλιτέχνις και εξαιρετική σύζυγος, τη βρήκα.
Και όμως, έχω συνεχώς το αίσθημα ότι ή ζωή μου δεν περνάει μέσα από την ουσία των πραγμάτων,αλλά διαρκώς παρακάμπτει το ουσιώδες.

Στό βάθος ή ουσία είναι πολύ απλή. Εμείς οι άνθρωποι με την τύφλωση, τα σφάλματα και την επιπολαιότητα μας τη συσκοτίζουμε και περιπλέκουμε τα πράγματα, μέσα στα όποια συντριβόμαστε.Δεν υπάρχει άλλη λύση,πάτερ παρά να βαπτιστώ».

Παρασκευή 18 Μαΐου 2012

Τα αδέλφια που αγίασαν και η μάνα που συγχώρεσε τον φονιά τους!

Ο ΒΙΟΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΔΑΒΙΔ ΚΑΙ ΤΑΡΙΧΑΝΗΣ


Οι Άγιοι Μάρτυρες Δαβίδ και Ταριχάνι ήταν αδέλφια και παιδιά της Ταγκίνας η οποία καταγόνταν από βασιλική οικογένεια.Μετά τον θάνατο του συζύγου τη ς,του Βαρδάνου,τους πήραν όλην την περιουσία.Πρωτοαίτιος ήταν ο αδελφός της Ταγκίνας ο Θεοδόσιος.

Ο πονηρός Θεοδόσιος σκέφτηκε ότι όταν τα παιδιά θα μεγάλωναν ίσως να διεκδικούσαν την περιουσία τους.Ως μοναδική λύση σκέφτηκε να γίνουν τα παιδιά και οι μητέρα τους ειδωλολάτρες-μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορούσε να τους θεωρήσει παιδιά του.
«Φτάνει που τους πήρες με την βία την γήινη περιουσία τους,δεν θα τους πάρεις τώρα και την ουράνια από τον Ουράνιο Πατέρα τους»,απάντησε η αδελφή του Θεοδόσιου.

Εκείνος με δώρα προσπάθησε να πείσει τα παιδιά να αλλαξοπιστήσουν.
Εκείνα άφοβα ομολόγησαν την πίστη τους στον Χριστό,μη ξέροντας ότι ο θείος τους είχε δολοφονικές σκέψεις.Η μητέρα τους όμως η Ταγκίνα διαισθάνθηκε τον κίνδυνο γι'αυτό πήρε τα παιδιά και έφυγαν νότια στην περιοχή Τάο σε μία στάνη.
Οι κατάσκοποι όμως του Θεόδοσιου τους βρήκαν και πήγε ο ίδιος ο Θεοδόσιος μαζί με τους στρατιώτες για να σκοτώσει τους εν δυνάμει επαναδιεκδικητές της κλεμμένης περιουσίας.Ο Δαβίδ είδε πρώτος τον θείο του και χωρίς να υποψιαστεί τον σκοπό του έτρεψε να τον αγκαλιάσει.Ο θείος του τότε τον μαχαίρωσε με το ίδιο του το χέρι.Ο Δαβίδ έπεσε κάτω νεκρός καρφώνοντας την ποιμενική του ράβδο στο χώμα και από την οποία φύτρωσε ένα δέντρο.
Η αδελφή του η Ταριχάνι,η οποία ήταν αυτόπτης μάρτυρας του φόνου του αδελφού της,έτρεψε προς το χωριό Ντίβρι για να γλυτώσει.Οι στρατιώτες την κυνήγησαν και χωρίς έλεος την σκότωσαν.Έπειτα γύρισαν στον Θεοδόσιο για να του ανακοινώσουν ότι εξετελέσθη η αποστολή τους.
Εκεί όμως βρήκαν τον Θεόδόσιο να έχει τυφλωθεί Οι στρατιώτες κατατρομαγμένοι στάθηκαν ακίνητοι μπροστα στην αδυναμία εκεινού που πριν από λίγα λεπτά ήταν τόσο επιβλητικός.Κοιτάζοντάς τον είδαν στα μάτια του δάκρυα-τα πρώτα σημάδια της μετανοίας του.

  Στην αρχή η Ταγκίνα άρχισε να φωνάζει στον αδελφό της σαν μία απαρηγόρητη μητέρα.Ο αδελφός της την σταμάτησε λέγοντας:«Επάνω σε εσάς έλαμψε το ανέσπερο φως,το φως της Αληθείας, το αιώνιο Φως.Προσευχήσου προς τους άγιους μάρτυρες(είπε δείχνοντας τα σώματα των δύο αδελφιών)όπως ο Θεός να με ελεήσει!Αυτός είναι ο Ένας και Μοναδικός Θεός»
Ακούγοντας η Ταγκίνα αυτά τα λόγια κατάλαβε ότι ο Θεός είχε δεχτεί στην αγκαλιά Του την αγία θυσία των παιδιών της.

Έπειτα έσκυψε στην γη και παίρνωντας χώμα ανακατωμένο με το αίμα του γιού της,άλειψε τα μάτια του τυφλού αδελφού της.Αμέσως έγινε καλά.
Το μαρτύριο έλαβε μέρος το έτος 693,στην Γεωργία.Το δέντρο που μεγάλωσε από την ποιμενική ράβδο του Δαβίδ είχε θαυματουργές ιδιότητες.Οι πιστοί το έκοβαν σε κομματάκια και το έπαιρναν ως φυλαχτό,σαν τον Τίμιο Σταυρό.
Ο Θεοδόσιος μετανόησε,εξομολογήθηκε στον προκαθήμενο της γεωργιανής εκκλησίας και βαπτίστηκε χριστιανός.Η μητέρα τους έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής της στο χωριό Τατζαράνι και εκοιμήθη εν ειρήνη.
Η μνήμη τους τιμάται στις 18 Μαίου







Μακαρία η γενεά που έχει μέσα της πολλούς δικαίους...(Όσιος Εφραίμ ο Σύρος)


Υπάρχουν σέ όλες τίς γενεές έκείνοι πού λατρεύουν τόν Κύριο άλλιώς δέν θά ύπηρχε ό κόσμος.
Διότι, λέει ό Κύριος, άν τό άλάτι χάσει τή δύναμή του μέ τί θά άλατισθεί; Δέ χρησιμεύει πιά σέ τίποτε, παρά νά πεταχθεί έξω καί νά τό πατούν οί άνθρωποι. Έπειδή στά Σόδομα δέ βρέθηκε άπό αύτή τή μερίδα, παρά ένας μόνο, καταστράφηκαν σέ μιά στιγμή. Άλλά ούτε άκόμη, όταν ό δίκαιος ήταν μαζί τους, έξαπέλυσε έναντίον τους τήν όργή Του τό παντοδύναμο χέρι,παρά μόνον όταν πηρε καί αύτόν άπό άνάμεσά τους.
Γι' αύτό είναι μακαρία ή χώρα, είναι μακαρία ή πόλη, είναι μακαρία ή γενεά πού έχει μέσα της πολλούς δικαίους άλλά, καλύτερα, μακαριώτεροι είναι οί ίδιοι οί δίκαιοι, χάρη στούς οποίους σώζεται ό κόσμος,διότι μακαρισμοί καί έπαινοι περιμένουν τούς δίκαιους.
Γι' αύτό άποβάλλοντας τά έργα πού δέν ταιριάζουν στή δικαιοσύνη, άς δείξουμε ζηλο γιά τόν τρόπο ζωης τών δικαίων, γιά νά κληρονομήσουμε μαζί τους τούς έπαίνους μέ τό νά γίνουμε φώς καί δύναμη καί πόλη τού μεγάλου Βασιλιά, ώστε Αύτός νά είναι τό καύχημά μας, διότι στήν έξουσία του βρίσκονται τά πέρατα της γης.

"ΕΡΓΑ ΟΣΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ" Τόμος Δ', σελ. 259·Έκδ. "Τό Περιβόλι της Παναγίας»

Πέμπτη 17 Μαΐου 2012

Μία αγιορείτικη ιστορία για την θεία δικαιοσύνη

Ήμουν στο Άγιο Όρος για περιήγηση και προσκύνηση στα ιερά καθιδρύματα των μονών. Καλοκαίρι ήταν θαρρώ. Ένα απόγευμα ήμουν φιλοξενούμενος της ιεράς μονής Ξ. Μετά το απόδειπνο, ο κηπουρός της μονής, μοναχός, προσκάλεσε τους προσκυνητές της μονής -ήμασταν καμιά δεκαριά- για καφέ και συζήτηση στο κελλί του κήπου.
Το κελλί του κήπου ήταν χτισμένο στη μία άκρη του μεγάλου κήπου της μονής και με την παραδοσιακή πέτρινη αρχιτεκτονική του Αγίου Όρους. Το κελλί είχε ισόγειο και ανώγειο με περιμετρικά ξύλινα μπαλκόνια. Καθίσαμε στο ξύλινο μπαλκόνι του ανωγείου και χαζεύαμε τη δύση του ηλίου απέναντι στη χερσόνησο της Κασσάνδρας.
Ο κηπουρός της μονής μάς έφτιαξε καφέ και μάς τον έφερε μαζί με νηστίσιμα κουλουράκια. Ταυτόχρονα μάς σύστησε έναν ιερομόναχο, ο οποίος άρχισε να μάς ρωτάει από πού ήμασταν, αν είχαμε ξαναέρθει στο Άγιο Όρος, αν πιστεύαμε στο Θεό και άλλα τέτοια. Ήθελε φαίνεται ν' ανοίξει συζήτηση με πνευματικό περιεχόμενο.
Ένας από την ομάδα των προσκυνητών ρώτησε αν ο Θεός οικονόμησε μετά την κοίμηση του θαυμαστού γέροντος Π. να φανερώσει άλλον στη θέση του, άλλον γέροντα χαρισματικό και πνευματικό.
Ο ιερομόναχος απάντησε ότι υπάρχουν πολλοί και ότι ο Θεός πάντοτε φανερώνει στον κόσμο αγίους και πνευματικούς. Του ζητήσαμε να μάς πει ποιοι ήταν, αν ήξερε κανέναν. Αυτός αρνήθηκε να μάς πει ονόματα, επέμενε όμως ότι υπάρχουν πολλοί και μερικούς τους ήξερε προσωπικά.
Έπειτα έγινε μία συζήτηση για τα διάφορα χαρίσματα και τη διαφορά ανάμεσα στο προορατικό και διορατικό χάρισμα.
Κάποια στιγμή τον ρώτησα πώς μπορεί κάποιος να απαλλαγεί από επίμονους λογισμούς. "Με εξομολόγηση και πνευματικό αγώνα" είπε. "Έχετε παιδιά μου λογισμούς που θα θέλατε να συζητήσουμε; Πολλές φορές ο πονηρός μάς βάζει στο νου λογισμούς για να αδυνατίσει την πίστη μας και να έχουμε αμφιβολίες για τον Θεό" ρώτησε.
"Εγώ, πάτερ, θα μπορούσα να σάς πω έναν λογισμό που έχω και με κατατρέχει καιρό τώρα" είπα. Όλοι έδειξαν ενδιαφέρον, μοναχοί και προσκυνητές.
"Υποθέστε", είπα, "ότι εντελώς αναίτια σκοτώνω κάποιον και μάλιστα με ιδιαίτερα επαχθή τρόπο. Με συλλαμβάνουν και πάω στο δικαστήριο. Το δικαστήριο μού επιβάλλει την ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Ξέρετε τι σημαίνει ισόβια κάθειρξη; Εικοσιπέντε χρόνια! Ο δικηγόρος μετά θα σου πει ότι ισόβια κάθειρξη είναι στην πραγματικότητα ποινή δώδεκα χρόνων λόγω των ευεργετικών διατάξεων του ελληνικού ποινικού κώδικα, όπως η απόλυση μετά την έκτιση των δύο τρίτων της ποινής, οι εργάσιμες ημέρες που προσμετρούνται διπλές κτλ. Χώρια πάλι οι μειώσεις της ποινής σε μεταγενέστερο στάδιο, η υπό όρους απόλυση λόγω καλής συμπεριφοράς ή λόγω υγείας, οι πενθήμερες ημέρες άδειας κ. ά."
"Σκεφθείτε", είπα μετά, "ότι πεθαίνεις και παρουσιάζεσαι μπροστά στο ιερό βήμα της δίκαιας κρίσης του Θεού. Και ότι ο Θεός για την ίδια πράξη σε στέλνει στην Κόλαση. Για πόσο καιρό; Για μια αιωνιότητα! Για περισσότερο ακόμα και από μια αιωνιότητα. Τιμωρία χωρίς τέλος! Και ποιες είναι οι ευεργετικές διατάξεις; Πυρ αιώνιο, σκώληξ ακοίμητος, σκότος εξώτερο, βρυγμός των οδόντων!"
 "Λοιπόν", συνέχισα, "δεν είναι η τιμωρία δυσανάλογη του παραπτώματος; Είναι δυνατόν η ανθρώπινη δικαιοσύνη να είναι επιεικέστερη της θεϊκής; Αυτός είναι ο λογισμός μου."

Ο λογισμός κέντρισε την προσοχή όλων. Όλοι περίμεναν ν' ακούσουν τι θα πει ο ιερομόναχος. Ο ιερομόναχος είπε μερικά κοινότυπα λόγια, έτσι μας φάνηκε τότε. Η ώρα είχε περάσει. Το βράδυ έπεφτε γοργά και έπρεπε να φύγουμε. Οι μοναχοί σηκώθηκαν και έδωσαν το σήμα της λήξης. Σηκωθήκαμε όλοι, τους ευχαριστήσαμε και φύγαμε για το αρχονταρίκι, όπου θα περνούσαμε το βράδυ στους κοιτώνες των προσκυνητών. Πριν φύγω, ο ιερομόναχος με κάλεσε παράμερα και μου έδωσε το όνομα ενός γέροντα με προορατικό χάρισμα. Ήταν ο ιερομόναχος Ι από την Αγία Άννα. ¨Πρέπει να πας να τον δεις" μου τόνισε.
Την άλλη μέρα αποφάσισα να πάω να συναντήσω τον γέροντα Ι. Δύο άλλοι από τους προσκυνητές θέλησαν να έρθουν μαζί μου, όταν τούς είπα ότι ο ιερομόναχος μού αποκάλυψε το όνομα και τη διεύθυνση ενός νεοφανούς προορατικού γέροντος.
Ξεκινήσαμε με τα πόδια νωρίς το πρωί, μετά τη θεία λειτουργία. Η σκήτη της Αγίας Άννας απέχει αρκετά από την μονή Ξ. Φθάσαμε το απόγευμα στο αρχονταρίκι της σκήτης. Ήταν αργά πια για να επισκεφθούμε τον γέροντα. Ρωτήσαμε τον αρχοντάρη για την ακριβή διεύθυνση του κελιού του και αυτός μάς έκανε ένα πρόχειρο σκαρίφημα του τόπου. Έπειτα καταλύσαμε στο αρχονταρίκι της σκήτης.
Την άλλη μέρα αργά το πρωί, κατηφορίσαμε για το κελλί του ως έλεγαν προορατικού γέροντος. Το κελλί πέτρινο και μικρό. Είχε και μία αυλή με λίγα οπωροφόρα δένδρα. Χτυπήσαμε ένα μεταλλικό μικρό καμπανάκι σφηνωμένο στην εξώπορτα της αυλής. Σε λίγο φάνηκε ένας νέος μοναχός και μας ρώτησε τι θέλαμε. Απαντήσαμε ότι ήρθαμε να επισκεφθούμε τον γέροντα Ι. Μάς είπε να περιμένουμε και πήγε μέσα. Περιμέναμε για λίγα λεπτά. Τέλος ο νέος μοναχός ήρθε και μάς οδήγησε σε ένα μικρό σαλονάκι και μάς προέτρεψε να καθίσουμε μέχρι να έρθει ο γέροντας.
Το σαλόνι είχε δύο παλιούς ξύλινους καναπέδες. Παρατήρησα ότι το πάτωμα ήταν γεμάτο από μία άσπρη σκόνη. Ήταν μαγνησία, αντικολλητική άσπρη σκόνη που χρησιμοποιείται στην κατασκευή θυμιάματος. Το θυμίαμα ήταν το εργόχειρο της συνοδείας του γέροντα.
Ο γέροντας ήρθε σε λίγο μαζί με τον νεαρό μοναχό, ο οποίος έφερε και το παραδοσιακό αγιορείτικο κέρασμα, δηλαδή καφέ, λουκούμι και νερό. Νερό αντί ρακής. Σηκωθήκαμε αμέσως και πήγαμε να του φιλήσουμε το χέρι. Αυτός αποτραβήχτηκε ταπεινά και μάς κάλεσε να κεραστούμε.
Ο γέροντας ήταν κάπου εξήντα  πέντε χρονών, κοντός κι αδύνατος πολύ, με άσπρα μακριά γένια. Μάς ρώτησε ποιοί ήμασταν, από πού ερχόμασταν και γιατί πήγαμε να τον επισκεφθούμε.
Είπαμε γενικά ότι πήγαμε να προσκυνήσουμε. Θυμήθηκα ότι ο ιερομόναχος στην ιερά μονή Ξ μού τόνισε ότι για κανένα λόγο δεν έπρεπε να πω ποιός μάς στέλνει, ούτε να κάνω λόγο για χαρίσματα και τέτοια. Είπαμε διάφορα τυπικά, αλλά σε λίγο σιωπούσαμε αμήχανοι. Η επίσκεψη φαινόταν να οδεύει στο τέλος της.
Θ
Αφού ήρθατε μέχρις εδώ τότε να σας πω μια ιστορία για πνευματική ωφέλεια. Εμένα μου αρέσει πολύ η Παλαιά Διαθήκη και γι' αυτό θα σας πω μια ιστορία που μοιάζει να είναι παλαιοδιαθηκική" είπε σε μια στιγμή ο γέροντας με ήρεμο τόνο χαμογελώντας ελαφρά. Και συνέχισε.
"Κάποτε στα αρχαία χρόνια, ο Κύρος, ο βασιλιάς της περσικής αυτοκρατορίας, πήγε στο ιερό όρος των αρχαίων Περσών να προσευχηθεί στους θεούς, ώστε να του χαρίσουν ένα παιδί, έναν γιο, έναν διάδοχο. Είχε οχτακόσιες γυναίκες και τρεις χιλιάδες παλλακίδες, αλλά καμιά δεν έμενε έγκυος, καμιά δεν του χάριζε ένα παιδί. Ήταν βαθύτατα θλιμμένος και συντετριμμένος. 
Τίποτα πια δεν τον ευχαριστούσε στη ζωή. Στο βουνό εκείνο πήγε μόνος, χωρίς εφόδια, ξυπόλητος. Νήστεψε σαράντα μέρες και με πόνο ψυχής παρακαλούσε τους θεούς να του χαρίσουν ένα παιδί, όσο ήταν ακόμα καιρός.

Καθώς κατέβαινε από το βουνό, μετά από σαράντα μέρες νηστείας και προσευχής, σκονισμένος και εξουθενωμένος, είδε μακριά απέναντι σκόνη από καβαλάρηδες που έτρεχαν προς το μέρος του.
Ήταν η αυτοκρατορική του φρουρά που με δυνατές φωνές και αλαλαγμούς τού ανακοίνωναν, όταν έφταναν κοντά του, ότι μία από τις γυναίκες του ήταν έγκυος. Ο Κύρος έπεσε αμέσως με μια κραυγή στο έδαφος κλαίγοντας. Ήταν όμως μεγάλα δάκρυα χαράς και ευχαριστίας αυτά τα δάκρυα που ανέβλυζαν από τα μάτια του. Διέταξε αμέσως ότι εκείνη την ημέρα κάθε κάτοικος της αχανούς τότε περσικής αυτοκρατορίας θα έπαιρνε ένα ασημένιο νόμισμα από τα βασιλικά θησαυροφυλάκια, ως δώρο για την καλή είδηση.
Ο καιρός περνούσε και μετά από μερικούς μήνες η έγκυος εκείνη γυναίκα τού έφερε στον κόσμο ένα παιδί, έναν γιο. Τα πανηγύρια του ερχομού του βάσταξαν σαράντα μέρες. Ο Κύρος διέταξε ότι όλοι οι κάτοικοι θα σιτίζονταν δωρεάν για σαράντα μέρες, όσο θα διαρκούσαν δηλαδή οι γιορτές, και ότι θα αποζημιώνονταν με ένα χρυσό νόμισμα, με έναν δαρεικό, για κάθε μέρα που θα κρατούσαν οι γιορτές.
Στο νάρθηκα του ιερού ναού του Αγίου Αχιλλείου,στον Πεντάλοφο Κοζάνης,απεικονίζoνται οι Πέρσες βασιλείς,
Κύρος, Πώρος και Δαρείος.κρατώντας στα χέρια τους σπαθιά.
Ακριβώς δίπλα τους εμφανίζεται η μορφήτου Μεγάλου Αλεξάνδρου,ο οποίος νικώντας τους,κληρονόμησε το βασίλειό τους.
Έτσι και έγινε. Η γενναιοδωρία του βασιλιά Κύρου διαδόθηκε από στόμα σε στόμα και θαυμάστηκε σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο. Όλοι μιλούσαν γι' αυτόν τον φιλανθρωπο βασιλιά. Από εκείνη τη στιγμή, ο Κύρος βρισκόταν συνέχεια μαζί με το γιο του. Ότι και να έκανε, ο γιος του ήταν πάντα μαζί του. Επιτέλους η περσική αυτοκρατορία είχε διάδοχο! Το παιδί μεγάλωνε και ο Κύρος το υπεραγαπούσε, εξάλλου καμιά του γυναίκα από κει και πέρα δεν θα τού έκανε άλλο παιδί. Το παιδί θα ήταν τελικά μοναχοπαίδι.

Ο Κύρος είχε συνήθεια να ταξιδεύει στο βασίλειό του και να επισκέπτεται διάφορες πόλεις της επικράτειάς του. Και πάντοτε έπαιρνε και το παιδί του μαζί, δεν το αποχωριζόταν ποτέ. Έτσι μία φορά βρέθηκε στην Τύρο, λαμπρή πόλη της αρχαίας Φοινίκης.
Εκείνη την εποχή, μία άγρια και βάρβαρη φυλή, οι Φιλισταίοι, εισέβαλλε ξαφνικά στην περσική αυτοκρατορία και σκορπούσε παντού γύρω της το θάνατο. Κούρσευε πόλεις, διαγούμιζε θησαυρούς, κατέστρεφε σπίτια και σοδειές, εξολόθρευε ανθρώπους, σκότωνε ακόμα γέρους, γυναίκες και παιδιά.
Η συγκυρία το έφερε έτσι, ώστε οι βάρβαροι να πολιορκούν την Τύρο, τη στιγμή που ήταν και ο Κύρος μέσα. Περικύκλωσαν την πόλη, έστησαν πολιορκητικές μηχανές, έκοψαν τα νερά της πόλης και περίμεναν πότε θα παραδοθεί για να την καταστρέψουν.
Όσο η πολιορκία συνεχιζόταν, τα τρόφιμα σπάνιζαν και ο κόσμος άρχιζε να πεθαίνει από πείνα, δίψα και άλλες κακουχίες. Στρατός να ερχόταν να λύσει την πολιορκία δεν φαινόταν πουθενά, γιατί κανένας, εκτός από τους πολιορκημένους, δεν ήξερε ότι οι βάρβαροι πολιορκούσαν την Τύρο. Και πώς να το μάθουν;
Όταν άρχισε ο λαός της Τύρου να υποφέρει σοβαρά, ο Κύρος διέταξε να σταλούν το βράδυ κρυφά έξω από την πόλη αγγελιοφόροι με σκοπό να ειδοποιήσουν τον περσικό στρατό, ώστε να μαζευτεί και να έρθει προς αντιμετώπιση των βαρβάρων. Ο αγγελιοφόρος που θα κατόρθωνε να περάσει τις γραμμές του εχθρού, θα έπρεπε να κάνει ένα ειδικό σήμα με φωτιά, όταν θα ήταν μακριά, ώστε να ειδοποιήσει τους πολιορκούμενους γα την επιτυχή έκβαση της απόπειρας.
Μετά από διάφορες αποτυχημένες προσπάθειες, ένα βράδυ στάλθηκαν κρυφά έξω από την πόλη και σε διάφορες κατευθύνσεις δεκαεπτά αγγελιοφόροι. Μετά από μερικές ώρες, μακριά στον ορίζοντα, φάνηκε μία φωτιά να κάνει το συμφωνημένο σήμα. ΄Ενας είχε περάσει!
Χάραζε. Οι βάρβαροι, εκτός των διατεταγμένων φρουρών, κοιμόταν ήσυχοι στις σκηνές τους. Ξαφνικά ακούστηκαν διαπεραστικές σάλπιγγες να σχίζουν τον αέρα με το στριγκό ήχο τους. Τι έγινε αναρωτιόντουσαν οι βάρβαροι αγουροξυπνημένοι. Μέσα στο ημίφως και το πρωινό αγιάζι έστρεψαν τα μάτια τους προς την πόλη, από όπου ακούγονταν οι σάλπιγγες. Και τι να δουν με τα θαμπά τους μάτια; Ο ίδιος ο μέγας βασιλιάς, ο βασιλιάς των βασιλέων, ο ίδιος ο Κύρος βρισκόταν στις επάλξεις της Τύρου ντυμένος με τη χρυσή στολή του. Αμέσως έτρεξαν προς τα τείχη για να δουν καλύτερα. Ναι, χωρίς αμφιβολία, ήταν ο ίδιος ο Κύρος! Δεν ήξεραν ότι αυτός βρισκόταν εκεί μέσα πολιορκούμενος!
Όταν συγκεντρώθηκαν όλοι κάτω από τα τείχη, ο Κύρος διέταξε να σταματήσουν οι σάλπιγγες. Μόλις σταμάτησαν οι σάλπιγγες, ο Κύρος φέρνει μπροστά του ένα μικρό παιδί ντυμένο με λαμπρή, χρυσή στολή. Βγάζει τότε το σπαθί του, το σηκώνει ψηλά και με μια απότομη κίνηση κόβει το κεφάλι του παιδιού. Το σώμα του μικρού παιδιού πέφτει προς τα μέσα και ο Κύρος πετά το κομμένο κεφάλι στους βάρβαρους κάτω.
Οι βάρβαροι μαζεύονται όλοι έκπληκτοι γύρω από το κομμένο κεφάλι του παιδιού. Ανακαλύπτουν με φρίκη ότι είναι το κεφάλι του μονάκριβου, πολυαγαπημένου παιδιού του Κύρου! Του διάδοχου της περσικής αυτοκρατορίας!
Μέσα σε απόλυτη σιωπή ο Κύρος λέει: Βάρβαροι, σήμερα το βράδυ αγγελιοφόροι έφυγαν κρυφά από την πολιορκημένη πόλη και πέρασαν τις γραμμές σας. Σε λίγο ένας τεράστιος στρατός θα ετοιμασθεί και θα έρθει προς καταδίωξή σας. Τότε όταν τα στρατεύματά μου θα σάς σφάζουν, οι γυναίκες σας θα πέφτουν μπροστά στα πόδια μου τείνοντας προς εμένα τα παιδιά σας και θα εκλιπαρούν με δάκρυα και γόους το έλεος μου. Έλεος φιλάνθρωπε βασιλιά θα φωνάζουν!  Έλεος! Κι εγώ που είμαι φύση αγαθή και ελεήμων βασιλιάς, λίγο λίγο, σιγά σιγά, θα συγκινηθώ από τα παρακάλια και τις ικεσίες τους και στο τέλος θα χαρίσω, στις γυναίκες και στα παιδιά σας, τη ζωή. Αλλά τώρα, το άδικα χυμένο αίμα του αθώου μου παιδιού θα με εμποδίσει να σάς δείξω έλεος!

Αυτά είπε ο Κύρος και έφυγε. Οι βάρβαροι κοιτάχτηκαν αναμεταξύ τους σιωπηλά πολύ σκεφτικοί. Χωρίς καν να το συζητήσουν έλυσαν την πολιορκία την ίδια στιγμή. Άφησαν πίσω τους ένα σωρό, έμοιαζε με λόφο, ένα λόφο με όλα τα πολύτιμα πράγματα που διαγούμισαν από τόσες πόλεις και λαούς που συνάντησαν στο διάβα τους. Τα άφησαν ανάθημα στον Κύρο τιμώντας τον. Λένε μάλιστα πως αποφάσισαν να ζήσουν από εκεί και πέρα μακριά, στην άγνωστη και έρημη χώρα με τους μεγάλους πάγους, γιατί εξαφανίστηκαν από προσώπου γης"
Ο γέροντας σταμάτησε. Γύρισε αργά, σήκωσε τα μάτια και με κοίταξε. "Ο καλός Θεός, παιδί μου, ο αγαθός αυτός Πατέρας, έσφαξε τον μονάκριβο, μονογενή του γιο για μας. Το άδικα χυμένο αίμα του σταυρωμένου του παιδιού θα τον εμποδίσει να μάς δείξει έλεος;.