Θα μπορούσε να είχε παραμείνει εκεί, μέσα στην ασφάλεια μιας ζωής αφιερωμένης στην προσευχή και στη μοναστική άσκηση.
Δεν παρέμεινε.
Η μοναχική αναχώρηση μεταστράφηκε σε ιεραποστολική έξοδο.
Με εκκλησιαστική ευλογία άρχισε τις μεγάλες περιοδείες του σε περιοχές της σημερινής Ελλάδας και των Βαλκανίων, μέσα σε έναν κόσμο στον οποίο η θρησκευτική, γλωσσική και μορφωτική συνοχή των ορθόδοξων πληθυσμών κάθε άλλο παρά αυτονόητη ήταν.
Το συναξάρι του, επομένως, αρχίζει να αποκτά νόημα ακριβώς όταν παύει να είναι απλώς βιογραφία.
Η πρώτη πράξη αυτής της εξόδου είναι ήδη μια έμμεση κρίση της σημερινής Εκκλησίας. Ο Κοσμάς δεν περιμένει τον λαό να επιστρέψει. Μετακινείται ο ίδιος προς τον λαό.
Η κίνηση αυτή είναι πολύ περισσότερο από ποιμαντική μέθοδος.
Εγγράφεται στην ίδια τη λογική της Ενανθρωπήσεως, ενός Θεού που δεν αξιώνει από τον άνθρωπο να καλύψει πρώτος την απόσταση που τον χωρίζει από Αυτόν, αλλά εισέρχεται ο ίδιος στην ανθρώπινη συνθήκη.
Γι’ αυτό η διαρκής σημερινή διαπίστωση ότι «η νεολαία απομακρύνθηκε από την Εκκλησία» παραμένει θεολογικά ανεπαρκής όσο δεν συνοδεύεται από το αντίστροφο ερώτημα: πόσο πλησίασε η Εκκλησία τη νεολαία;
Όχι πόσες νεανικές συνάξεις οργάνωσε, αλλά πόσο βαθιά εισήλθε στον κόσμο των νέων, στη γλώσσα τους, στην ψηφιακή συγκρότηση της επιθυμίας τους, στην επισφάλεια της ενηλικίωσής τους, στη μοναξιά που μπορεί να συνυπάρχει με την αδιάκοπη συνδεσιμότητα, στη δυσκολία τους να φανταστούν το μέλλον ως υπόσχεση και όχι ως απειλή.
Ο Κοσμάς δεν ζητούσε από τον άνθρωπο να γίνει πρώτα κατανοητός από την Εκκλησία.
Απαιτούσε από την Εκκλησία να μάθει να τον συναντά.
Και όταν τον συναντούσε, ζητούσε σχολεία.
Εδώ βρίσκεται μία από τις πιο ριζοσπαστικές πλευρές της θεολογίας του.
Η αμάθεια δεν εξιδανικεύεται ως αθωότητα και η απλότητα δεν συγχέεται με την πνευματική ανεπεξέργαστη κατάσταση.
«Τὸ σχολεῖον φωτίζει τοὺς ἀνθρώπους», λέει, επειδή τους επιτρέπει να προσεγγίζουν «τὴν θείαν καὶ Ἱερὰν Γραφήν, τὸ Εὐαγγέλιον».
Πρόκειται για θέση πολύ πιο απαιτητική από έναν συμβατικό έπαινο της μόρφωσης. Η πίστη χρειάζεται φωτισμένο νου ακριβώς επειδή δεν ταυτίζεται με την ψυχολογική ανάγκη για βεβαιότητα.
Η άγνοια δεν διαφυλάσσει την πίστη από την αμφιβολία, την παραδίδει ευκολότερα στη δεισιδαιμονία, στον φανατισμό και στη χειραγώγηση.
Η μόρφωση, επομένως, δεν βρίσκεται εκτός της εκκλησιαστικής αποστολής. Αποτελεί έναν από τους όρους της.
Κάπου στις περιοδείες του οι κάτοικοι τού προσφέρουν συμβολικά τα παιδιά τους.
Η απάντησή του είναι σχεδόν βάναυση: «Τέτοια παιδιά ἀγράμματα μοῦ ἐχαρίσετε; Τί τὰ θέλω;»
Και ύστερα ζητεί το πραγματικό δώρο: «χαρίσετέ μου κι ἕνα σχολεῖον» για να μαθαίνουν τα παιδιά γράμματα και «νὰ ἠξεύρουν ποῦ περιπατοῦνε».
Η τελευταία φράση διαθέτει μια εκπληκτική θεωρητική πυκνότητα.Η παιδεία δεν ορίζεται ως συσσώρευση γνώσεων αλλά ως απόκτηση προσανατολισμού.
Το μορφωμένο υποκείμενο δεν είναι εκείνο που απλώς γνωρίζει περισσότερα, αλλά εκείνο που μπορεί να τοποθετήσει τον εαυτό του μέσα στον κόσμο, να διακρίνει, να ιεραρχήσει, να επιλέξει, να αρνηθεί.
Το «ποῦ περιπατοῦνε» είναι πολιτική ανθρωπολογία σε τέσσερις λέξεις.
Το παιδί που συναντούσε τον 18ο αιώνα απειλούνταν από τη στέρηση της γνώσης.
Το σημερινό παιδί απειλείται ενδεχομένως από την αδιάκοπη περίσσειά της.
Εκείνο δεν είχε πρόσβαση στο βιβλίο. Σήμερα έχει πρόσβαση, μέσα από μια οθόνη, σε ένα σχεδόν αχανές απόθεμα ανθρώπινης πληροφορίας.
Η ιστορική αντιστροφή είναι εντυπωσιακή: από την αδυναμία πρόσβασης στη γνώση περάσαμε στην αδυναμία προσανατολισμού μέσα στην υπερπαραγωγή της.
Το πρόβλημα δεν είναι πλέον απλώς τι γνωρίζει ο νέος, αλλά ποιος οργανώνει τη σχέση του με όσα γνωρίζει, ποιος ιεραρχεί την προσοχή του, ποιος συγκροτεί τις επιθυμίες του, ποιος αποφασίζει τι θα εμφανιστεί στην οθόνη του και επομένως ποιο τμήμα του κόσμου θα θεωρήσει πραγματικό. Ο αναλφάβητος του 18ου αιώνα ήταν αποκλεισμένος από την πληροφορία.
Ο πολίτης του 21ου μπορεί να είναι πολιτικά ανελεύθερος ακριβώς μέσα στην ψευδαίσθηση ότι έχει πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες.
Ο Κοσμάς διαθέτει για την αμάθεια μια γλώσσα που σήμερα θα μας έκανε να δυσφορήσουμε: «Δὲν βλέπετε ὅτι ἀγρίωσε τὸ Γένος μας ἀπὸ τὴν ἀμάθειαν καὶ ἐγίναμεν ὡσὰν θηρία;»
Και η θεραπεία που προτείνει είναι πάλι το σχολείο, ώστε οι άνθρωποι να μπορούν να εννοούν το Ευαγγέλιο και τα βιβλία.
Η παιδεία εμφανίζεται εδώ ως διαδικασία εξανθρωπισμού.
Όχι ως απόκτηση ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος, αλλά ως μετάβαση από την αδιαμόρφωτη ορμή στην κρίση.
Γι’ αυτό και η φράση του «νὰ γνωρίζουν τὸ καλὸν καὶ τὸ κακόν» είναι πολύ πιο πολιτική από όσο φαίνεται.
Μια κοινωνία μπορεί να παράγει εξαιρετικά καταρτισμένους επαγγελματίες και ανεπαρκώς συγκροτημένους πολίτες.
Μπορεί να διαθέτει υψηλές ψηφιακές δεξιότητες και χαμηλή αντίσταση στη δημαγωγία. Μπορεί να αυξάνει τα χρόνια εκπαίδευσης και ταυτόχρονα να συρρικνώνει τον χώρο μέσα στον οποίο ο νέος μαθαίνει να αναρωτιέται όχι μόνο πώς θα επιτύχει αλλά γιατί αξίζει να επιδιώξει αυτό που του παρουσιάζεται ως επιτυχία.
Εδώ το παιδαγωγικό πρόγραμμα του Κοσμά προσκρούει ευθέως στην οικονομίστικη κατανόηση της σύγχρονης εκπαίδευσης.
Η σημερινή πολιτική γλώσσα μιλά ακατάπαυστα για δεξιότητες, πιστοποιήσεις, αξιολόγηση, παραγωγικότητα, ανταγωνιστικότητα, σύνδεση των σπουδών με την αγορά εργασίας.
Όλα αυτά περιγράφουν υπαρκτές ανάγκες.
Δεν απαντούν όμως στην προγενέστερη ερώτηση:
ποιο υποκείμενο θέλουμε να παράγει το σχολείο;
Αν η εκπαίδευση οργανώνεται αποκλειστικά γύρω από την απασχολησιμότητα, τότε ο μαθητής παύει σταδιακά να νοείται ως μελλοντικός πολίτης και αντιμετωπίζεται ως μελλοντικό ανθρώπινο κεφάλαιο. Ο Κοσμάς, από έναν κόσμο οικονομικά ασύγκριτα φτωχότερο, θέτει ένα παράδοξα πλουσιότερο αίτημα.
Δεν θέλει απλώς τον νέο ικανό να επιβιώσει.
Τον θέλει ικανό να κρίνει τους όρους της ζωής μέσα στην οποία καλείται να επιβιώσει.
Και δεν μένει στον λόγο.
Σε επιστολή προς τον αδελφό του Χρύσανθο σημειώνει: «Ἕως τριάκοντα ἐπαρχίας περιῆλθον, δέκα σχολεῖα Ἑλληνικὰ ἐποίησα, διακόσια διὰ κοινὰ γράμματα».
Ο ακριβής συνολικός αριθμός των σχολείων που συνδέθηκαν με τη δράση του δεν μπορεί να προσδιοριστεί με την ίδια βεβαιότητα. Το σημαντικότερο, όμως, βρίσκεται στο ρήμα: ἐποίησα.
Η παιδαγωγική του Κοσμά είναι πράξη θεσμοποίησης.
Δεν αρκείται στην ηθική καταγγελία της αμάθειας, δημιουργεί τις υλικές προϋποθέσεις υπέρβασής της. Εδώ βρίσκεται και μια αμείλικτη κριτική της σημερινής δημόσιας σφαίρας, στην οποία η διατύπωση ανησυχίας έχει συχνά υποκαταστήσει την ανάληψη ευθύνης.
Μιλάμε για τη νεολαία, εκπονούμε στρατηγικές για τη νεολαία, διοργανώνουμε συνέδρια για τη νεολαία, μετράμε τις αγωνίες της νεολαίας.
Ο Κοσμάς θα ρωτούσε πολύ απλούστερα:τι ἐποιήσατε;
Και αυτό που «ποιεί» δεν είναι ένας μηχανισμός κοινωνικής επιλογής.
Ζητεί να δημιουργηθεί σχολείο με επιτρόπους και δάσκαλο, ώστε να μαθαίνουν «ὅλα τὰ παιδιὰ γράμματα, πλούσια καὶ πτωχά». Η καθολικότητα της πρόσβασης στη γνώση αποκτά έτσι χαρακτήρα κοινωνικής εντολής. Μια φτωχή κοινότητα υπό ξένη κυριαρχία καλείται να αναλάβει συλλογικά το κόστος της μόρφωσης ακόμη και του παιδιού που δεν ανήκει στην εύπορη οικογένεια.
Δύο και πλέον αιώνες αργότερα, αυτή η απαίτηση επιστρέφει ως εξαιρετικά σύγχρονο πολιτικό ερώτημα: πόσο δημόσια παραμένει πραγματικά η δημόσια παιδεία όταν η εκπαιδευτική τροχιά ενός παιδιού εξαρτάται τόσο έντονα από το οικονομικό και μορφωτικό κεφάλαιο της οικογένειάς του;
Όταν το σχολείο είναι τυπικά δωρεάν αλλά η δυνατότητα επιτυχίας συμπληρώνεται συστηματικά από ιδιωτικές δαπάνες, ο Κοσμάς παύει να είναι απλώς μορφή της Τουρκοκρατίας.
Γίνεται ενοχλητικός συνομιλητής της δικής μας κοινωνικής ανισότητας.
Θα τον αδικούσαμε, ωστόσο, αν τον μετατρέπαμε αναδρομικά σε πρόδρομο μιας σύγχρονης πολιτικής ιδεολογίας.
Η παιδαγωγική του παραμένει ακατανόητη έξω από τον εσχατολογικό της ορίζοντα. «Ἡμεῖς, χριστιανοί μου, δὲν ἔχομεν ἐδῶ πατρίδα», λέει, στρέφοντας τον άνθρωπο προς «τὴν οὐράνιον βασιλείαν, τὴν ἀληθινὴν πατρίδα μας».
Και εδώ αναδύεται μια ένταση που η μεταγενέστερη ιδεολογική χρήση του Κοσμά συχνά αποσιωπά. Ο ίδιος άνθρωπος που εργάζεται για τη διατήρηση της ελληνικής γλώσσας και τη μορφωτική συγκρότηση του υπόδουλου πληθυσμού αρνείται να αποδώσει σε οποιαδήποτε επίγεια συλλογικότητα εσχατολογικό κύρος.
Η πατρίδα δεν είναι η Βασιλεία. Το έθνος δεν είναι Εκκλησία.
Η ιστορική ταυτότητα δεν είναι σωτηριολογική κατηγορία.
Ακριβώς γι’ αυτό ο Κοσμάς δεν χωρά ούτε στον θρησκευτικό εθνικισμό που θα ήθελε να τον ιδιοποιηθεί ούτε σε έναν ανιστορικό κοσμοπολιτισμό που θα ήθελε να αφαιρέσει από τη δράση του τη μέριμνα για τη γλώσσα και το Γένος.
Αυτή η εσχατολογική σχετικοποίηση κάθε επίγειας ταυτότητας είναι ταυτόχρονα βαθιά πολιτική.
Αν η τελική πατρίδα του ανθρώπου δεν βρίσκεται μέσα στην Ιστορία, τότε καμία πολιτική εξουσία, κανένα έθνος, κανένα κόμμα, κανένα κράτος δεν δικαιούται να απαιτήσει από αυτόν απόλυτη αφοσίωση.
Η θεολογία του Κοσμά παράγει, χωρίς να χρησιμοποιεί τη σύγχρονη ορολογία, ένα όριο απέναντι στην απολυτοποίηση της εξουσίας.
Και γι’ αυτό η χριστιανική παιδεία δεν μπορεί να είναι εκπαίδευση υπάκουων υποκειμένων.
Ο εσχατολογικός άνθρωπος είναι εξ ορισμού σχετικώς ανυπότακτος προς κάθε επίγεια εξουσία, επειδή γνωρίζει ότι καμία δεν αποτελεί το τέλος της ιστορίας.
Εδώ ακριβώς πρέπει να ξαναρωτήσουμε τι σχέση έχει ο Κοσμάς με τα σημερινά παιδιά. Όχι αν μπορούν να αναγνωρίσουν το όνομά του σε μια σχολική σελίδα.
Οι Διδαχές του, άλλωστε, εξακολουθούν να έχουν παρουσία στο εκπαιδευτικό υλικό.
Το βαθύτερο πρόβλημα είναι διαφορετικό:
πώς γίνεται ένα κείμενο να βρίσκεται μέσα στο σχολικό βιβλίο και να απουσιάζει από το συμβολικό σύμπαν μιας γενιάς;
Η απάντηση δεν βρίσκεται στην υποτιθέμενη αδιαφορία των νέων.
Ένα κείμενο μπορεί να διδαχθεί και ταυτόχρονα να εξουδετερωθεί.
Μπορεί να μετατραπεί σε ιστορικό τεκμήριο, γλωσσική άσκηση, εξεταστέα ύλη, ακόμη και σε ευσεβές παράδειγμα, χωρίς ποτέ να επιτραπεί στον μαθητή να ακούσει το πραγματικό του ερώτημα:
εσύ ξέρεις ποῦ περιπατεῖς;
Η κρίση, επομένως, δεν είναι πρωτίστως κρίση της νεολαίας. Είναι κρίση της μετάδοσης. Κάθε γενιά παραλαμβάνει έναν κόσμο που δεν δημιούργησε και καλείται να αποφασίσει τι θα κρατήσει, τι θα απορρίψει και τι θα μετασχηματίσει.
Σήμερα όμως η ταχύτητα της τεχνολογικής και πολιτισμικής μεταβολής έχει καταστήσει αυτή τη διαδικασία δραματικά δυσκολότερη.
Ένας δεκαεξάχρονος και ο παππούς του μπορεί να ζουν στο ίδιο σπίτι και να κατοικούν σε δύο διαφορετικά καθεστώτα χρόνου, αυθεντίας, γλώσσας και πραγματικότητας.
Δεν αρκεί επομένως να καταγγέλλουμε ότι ο νέος «δεν γνωρίζει».
Πρέπει να εξετάσουμε αν εμείς γνωρίζουμε πλέον να μεταδίδουμε.
Παράδοση δεν είναι η μηχανική αναπαραγωγή του παρελθόντος. Είναι η δύσκολη δυνατότητα ενός νοήματος να διασχίζει τον χρόνο χωρίς να απονεκρώνεται.
Ο Κοσμάς δεν βρίσκεται απέναντι από τους νέους. Βρίσκεται απέναντι από εμάς. Μας ρωτά αν γνωρίζουμε τον κόσμο στον οποίο ζητούμε από αυτούς να πιστέψουν, να αγαπήσουν, να δημιουργήσουν, να κάνουν οικογένεια, να εργαστούν, να αντέξουν.
Μας ρωτά αν έχουμε θεολογική γλώσσα για την ψηφιακή επιθυμία, για την οικονομία της προσοχής, για την αποσύνδεση του σώματος από την εικόνα του, για την αγωνία της επίδοσης, για μια ενηλικίωση που έχει πάψει να εγγυάται κοινωνική άνοδο.
Αν δεν μπορούμε να απαντήσουμε, η φράση «οι νέοι δεν έρχονται» αποκαλύπτει περισσότερο τη δική μας ποιμαντική αδυναμία παρά τη δική τους πνευματική κατάσταση.
Και πού βρίσκονται τότε οι σημερινοί Κοσμάδες;
Η ερώτηση γίνεται λάθος αν αναζητούμε έναν νέο χαρισματικό σωτήρα.
Ο Κοσμάς δεν πρέπει να μετατραπεί σε αρχέτυπο του «μεγάλου άνδρα» που θα θεραπεύσει μια ανίκανη κοινωνία.
Το ουσιώδες βρίσκεται στη λειτουργία που επιτέλεσε.
Κοσμάς είναι εκείνος που μειώνει την απόσταση ανάμεσα στη γνώση και σε αυτόν που στερείται πρόσβασης σε αυτήν, ανάμεσα στην Εκκλησία και στον άνθρωπο που δεν μπορεί πλέον να καταλάβει τη γλώσσα της, ανάμεσα στον θεσμό και στη ζωή που ο θεσμός υποτίθεται ότι υπηρετεί.
Μπορεί να είναι ο δάσκαλος που αρνείται να εγκαταλείψει τον αδύναμο μαθητή, ο πανεπιστημιακός που βγάζει τη γνώση από την αυτάρκεια των ειδικών, ο ιερέας που δεν φοβάται την ερώτηση, ο γονιός που προτιμά την ελευθερία του παιδιού από την κοινωνική του επιτυχία, ο πολιτικός που επιθυμεί πολίτες ικανότερους να τον ελέγχουν.
Αλλά ένας τέτοιος Κοσμάς είναι αναγκαστικά ενοχλητικός.
Κάθε πραγματική παιδεία εμπεριέχει τη δυνατότητα ανυπακοής.
Όχι επειδή η ανυπακοή αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά επειδή ο άνθρωπος που απέκτησε κρίση παύει να είναι απολύτως προβλέψιμος.
Μπορεί να αρνηθεί στον εργοδότη, στην αγορά, στο κόμμα, στον αλγόριθμο, στον δάσκαλο, ακόμη και στην εκκλησιαστική αυθεντία, όταν αυτή αξιώνει να υποκαταστήσει τη συνείδησή του.
Οι εξουσίες αγαπούν συνήθως την εκπαίδευση όσο αυτή αυξάνει την παραγωγικότητα. Αρχίζουν να δυσφορούν όταν η εκπαίδευση παράγει ανθρώπους που μπορούν να κρίνουν την ίδια την εξουσία. Τ
ο σχολείο του Κοσμά δεν είναι μόνο πολιτισμικός μηχανισμός επιβίωσης.
Είναι εργαστήριο απροβλεψιμότητας.
Το συναξάρι, ωστόσο, συνεχίζεται. Ο Κοσμάς εξακολουθεί να περιοδεύει μέχρι το 1779. Τον Αύγουστο εκείνης της χρονιάς συλλαμβάνεται στην περιοχή του Βερατίου και στις 24 Αυγούστου 1779 οδηγείται στον θάνατο κοντά στον Άψο ποταμό. Απαγχονίζεται και το σώμα του ρίχνεται στο νερό, για να περισυλλεγεί αργότερα και να ενταφιαστεί. Το μαρτύριο δεν αποτελεί ένα δραματικό επίμετρο της διδασκαλίας του. Αποκαλύπτει το έσχατο κόστος της. Ο άνθρωπος που δίδασκε τους άλλους «ποῦ περιπατοῦνε» είχε ο ίδιος αποφασίσει μέχρι πού ήταν διατεθειμένος να περπατήσει.
Και εδώ η λέξη «μάρτυρας» ανακτά την αρχική της ενότητα: εκείνος που καταθέτει μαρτυρία γίνεται εκείνος που αναλαμβάνει το κόστος της μαρτυρίας του.
Μπορεί σήμερα να έχουμε Κοσμάδες και να μην τους αναγνωρίζουμε.
Ή, ακόμη χειρότερα, μπορεί να έχουμε κατασκευάσει θεσμούς εξαιρετικά αποτελεσματικούς στο να τους καθιστούν ακίνδυνους: τον δάσκαλο υπάλληλο, τον πανεπιστημιακό παραγωγό μετρήσιμου έργου, τον ιερέα διαχειριστή θρησκευτικών αναγκών, τον διανοούμενο σχολιαστή της επικαιρότητας, τον πολιτικό επαγγελματία της επόμενης εκλογής, τον νέο άνθρωπο διαρκώς ανανεούμενο ανθρώπινο βιογραφικό.
Το πρόβλημα μπορεί να μην είναι η απουσία χαρισματικών ανθρώπων αλλά η συστηματική εξημέρωση του χαρίσματος.
Και έτσι επιστρέφω στην αρχική ερώτηση.
Αν ερχόταν σήμερα ο Κοσμάς, θα έφτιαχνε πρώτα σχολείο ή εκκλησία;
Πιθανότατα θα αρνιόταν τη διάζευξη.
Γιατί μια Εκκλησία που δεν φωτίζει τον νου κινδυνεύει να παράγει θρησκευτικότητα χωρίς διάκριση, ενώ ένα σχολείο που δεν διδάσκει τον άνθρωπο «νὰ γνωρίζῃ τὸ καλὸν καὶ τὸ κακόν» κινδυνεύει να παράγει γνώση χωρίς ελευθερία.
Και οι δύο αποτυχίες καταλήγουν τελικά στο ίδιο αποτέλεσμα: άνθρωπο ευκολότερα χειραγωγήσιμο.
Γι’ αυτό, διακόσια σαράντα επτά χρόνια μετά το μαρτύριό του, δεν θα κρατούσα από τον Κοσμά ούτε κάποια από τις πολυσυζητημένες προφητείες του ούτε μια ακόμη επετειακή επίκληση του Διδασκάλου του Γένους.
Θα κρατούσα την πιο απλή απαίτησή του:
«Νὰ μανθάνουν τὰ παιδιά μας γράμματα, νὰ ἠξεύρουν ποῦ περιπατοῦνε».
Φίλες και φίλοι, το δυσκολότερο ερώτημα της σημερινής εορτής δεν είναι αν τα παιδιά γνωρίζουν ποιος ήταν ο Κοσμάς ο Αιτωλός.
Είναι αν εμείς, που ισχυριζόμαστε ότι τα μορφώνουμε, τα κατηχούμε και τα κυβερνούμε, εξακολουθούμε να γνωρίζουμε πού τα πηγαίνουμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου