Παραμονές τα Νιάμερα και ο νους μου ταξιδεύει πίσω σε περασμένες αλλά ολοζώντανες εικόνες…. (Τι ευτύχημα που είναι αυτά τα νοερά ταξίδια,!)…και μυρίζω το ζεστό πανί που έβαζε η Γιαγιά μου στην σιδερώστρα για να δοκιμάσει πόσο «κάβει» το σίδερο.
Τη παραμονή θα κατεβαίναμε στη 'χώρα", και "έξω" πότιζα τα λουλούδια και το μποστανάκι για να κρατήσει η δροσά για τις γιορτινές, που φυσικά τέτοιες δουλειές τότε δεν γίνονταν. Η Γιαγιά μέσα, μου έφτιαχνε τα ρούχα για τον Εσπερινό και την Λειτουργία. Τα κρεμούσε όλα στην έξω πλευρά της πόρτας της ντουλάπας, με τα παπούτσια λουστραρισμένα από κάτω. ‘Όμως, δεν σιδέρωνε μόνο τα ρούχα της εκκλησίας, αλλά και την βράκα, το ζωνάρι και τη μαντήλα μου για το ΚΟΥΡΣΑΡΙΚΟ. Φρέσκο-σιδερωμένα, τα δίπλωνε και τα έβαζε σε μια «καλή τσάντα νάιλον» που φύλαγε για τέτοιες περιπτώσεις.
«Παντού, γύρω σ'όλη την Νάουσα, από την Παναγία μέχρι τα σημαιοστολισμένα καίκια του λιμανιού – όλα «ηχούσαν» -- όλη η πλάση φώναζε τη λέξη– Πανήγυρη!»
Εκτυφλωτικά άσπρο-γαλακτισμένα ήταν οι αυλές της Παναγίας μας και με τις αυλόπορτες ανοιχτές, το άσπρισμα συνέχιζε προς τα κάτω στα σκαλιά και στο υπόλοιπο χωριό. Γύρω απ'τον ναό μεθούσες με την μυρωδιά του βασιλικού, της Μυρτιάς και το άρωμα απ’τα μελισσοκέρια.
Πηγαινοέρχονταν γυναίκες, άλλες με μπουγέλα και σφουγγαρόπανα και άλλες με κεντητά, δοχεία και ανθοδέσμες — χαμηλοβλεπούσες-- λιγομίλητες— η κάθε μία ήξερε το ρόλο της και το τι θα προσφέρει η άλλη, είχαν κάνει πρόβες «τζενεράλε» χρόνια πολλά--μια ζωή!
'Ηταν κι'ο Θείος ο Μανώλης ο Σιφναίος (ο παπάς) και ξεχώριζε τις μυρσινιές --τις πρασιές, και διέταζε που και πως θα πήγαιναν οι σημαίες και το κάθε στεφάνι.
Στο Ιερό, ο Θείος μου ο Μηνάς με το σουγιά του πολεμούσε να κάνει τις λαμπάδες να ταιριάζουν στα Δεσποτικά κηροπήγια, και ο Μπάρμας ο Ζαχαριάς με τον Λουκά, κουβαλούσαν κεράκια διαφόρων μεγεθών προς το παγκάρι. Η Ευτέρπη παρούσα, έχοντας ήδη κάνει τα δικά της νωρίτερα, επέβλεπε, και μαζί με την Μαριώ καμάρωναν -- έτσι τα είχαν βρει νέες όταν ήρθαν από τη Μικρά Ασία, και έτσι τους άρεσαν.
Οι προετοιμασίες αδιάσπαστα γίνονταν μέχρι αργά το μεσημέρι, και για ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα — πήγαιναν όλοι στα σπίτια τους να ετοιμαστούν για τον Μεγάλο Εσπερινό --- και ΤΟΤΕ μόλις έφευγαν όλοι, το Πεύκο στην κάτω αυλή δειλά-δειλά έβγαζε το απαλό του άρωμα, και τα κρυμμένα τζιτζίκια ξετρύπωναν και άρχιζαν να ψέλνουν της Μεγαλόχαρης τα Προεόρτια.......και καθώς όλα μαζί ανέβαιναν.....«ώσφράνθη Κύριος ό Θεός, όσμήν εύωδίας…..»
--Νικόλαος Μ. Γαβαλάς
Άγιοι Ανάργυροι, Νάουσα, Πάρος
20 Αυγούστου 2024
**θύμησες= η ανάκληση κάποιου γεγονότος ή μιας κατάστασης στο νου από το παρελθόν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου