ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΔΕΞΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΜΑΣ!

Τετάρτη 15 Απριλίου 2015

Aυτός που μπόρεσε την Ανάσταση

Γράφει η Ελένη Ραβάνη
 
 
Αυτός όμως, το Σάββατο το βράδυ της Ανάστασης, πήγε μόνος του στην εκκλησία του διπλανού χωριού, στον Αι Γιώργη....
Οι άλλοι στο σπίτι ήταν κουρασμένοι, τα μικρά άρρωστα... αποφάσισε να πάει μόνος του.
Θα αργήσω, τους είπε, θα μείνω να μεταλάβω....συγχωρέστε με.... μη με περιμένετε, να φάτε....
Στην εκκλησία συνάντησε κι άλλους, οι περισσότεροι με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, κάμποσοι άνθρωποι, γνωστοί όλοι μεταξύ, ο νέος παπάς και δύο ψάλτες αμετακίνητοι.
Γρήγορα είπαν το Χριστός Ανέστη, ανάψανε τις λαμπάδες, έπαιξε η καμπάνα χαρμόσυνα, κάποιοι πετάξανε λίγες φωτοβολίδες, τα παιδιά έκαψαν τον αυτοσχέδιο Ιούδα, τα έθιμα των χωριών που κρατάνε ακόμα.... λίγα ήταν εφέτος τα φιλιά, λιγότερες οι αγκαλιές, δυο τρεις ευχήθηκαν και σ' αυτόν... γρήγορα η εκκλησία σχεδόν άδειασε...πήγε ο καθένας σπίτι του.

Αυτός έμεινε με τέσσερις ακόμα, οι ψάλτες και ο παπάς νέος και ψηλός,
καλλίφωνος με τα άσπρα του άμφια....

Ο Χριστός Αναστημένος και η εκκλησία κατάφωτη.
"Φωτίζου, φωτίζου, η νέα Ιερουσαλήμ..."

Κάθισε σ' ένα τελευταίο στασίδι απόμερο, πίσω από μια κολώνα, να μην τον βλέπουν.... κρατούσε αναμμένο το άσπρο κερί του ανάμεσα στα πλεγμένα χέρια ... στα χέρια του που πέφτανε κόμποι τα δάκρυα... ο κάθε ψαλμός, η κάθε ωδή του φέρνανε δάκρυα, ταράσσοταν, θαρρείς και κάποιος νεκρός από μέσα χτυπούσε κι έσπρωχνε την πλάκα του στήθους και πλάτης του, να την συντρίψει...
Το βάρος μιας ζωής... ή άλλων ζωών που έζησαν πριν απ' αυτόν, κι άλλων που ζουν τώρα μαζί του... το βάρος του θανάτου μας...
τίς αποκυλίσει ημίν τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου; ... ήν γαρ μέγας σφόδρα...

Έκλαιγε κι άκουγε κι έψελνε κι αυτός κι ένιωθε....
το Ευαγγέλιο του Ιωάννη Εν αρχή ην ο Λόγος .....κι ένιωθε να γίνεται γιός κάποιου άλλου πατέρα...
...όσοι δε έλαβον αυτόν, έδωκεν αυτοίς εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι, τοις πιστεύσουσιν εις το όνομα αυτού, οι ούκ εξ αιμάτων, ουδέ εκ θελήματος σαρκός, ουδέ εκ θελήματος ανδρός αλλά εκ Θεού εγεννήθησαν.
Όσοι έλαβον Αυτόν....

Ναι, είχε χρόνια να μεταλάβει.... πολλά χρόνια, από μικρό παιδί.
Τώρα όμως ήταν ένα ορφανό παιδί, ήταν μόνος του, μόνος του πήγε στην εκκλησία ή μήπως ήταν πάντα ορφανός και μόνος;

Είχε σταματήσει να κλαίει....
Είπε το Επικράνθη και γαρ κατηργήθη... Επικράνθη και γαρ ενεπαίχθη... Επικράνθη και γαρ ενεκρώθη...Επικράνθη και γαρ εδεσμεύθη....

Ψέλλιζε το Εξομολογείσθε τω Κυρίω.. ότι στον αιώνα το έλεος Αυτού... Ναι, είχε χρόνια να μεταλάβει
Είχε εξομολογηθεί, είχε νηστεύσει...
Είχε ρωτήσει : Mπορώ;
Κι όταν ο παπάς είπε : Σώμα Χριστού μεταλάβετε, πηγής αθανάτου γεύσασθε..
Αυτός ο μοναχός, ο πικραμένος άνθρωπος, βγήκε έξω από το στήθος του για να κλείσει για πάντα μέσα του την Ανάσταση κι έκλεισε μέσα στο στήθος του όλους, όλους όσους ήταν για πάντα έξω του... Μπορούσε να καταλαβαίνει, να μη θυμώνει, να αγαπάει, να μην κρίνει, να στηρίζει, να μην αντιστέκεται...
Αυτός ο συντριμμένος άνθρωπος μπορούσε επιτέλους την Ανάσταση!
Αυτός ο άνθρωπος, ο γιός ενός Πατέρα που πολύ τον αγάπησε, ελεύθερος...

Μόλις τελείωσε η θεία λειτουργία, ευχήθηκαν οι λιγοστοί άνθρωποι και φύγανε...
Αυτός έμεινε μόνος του, ... να περπατήσει όλο τον δρόμο πίσω στο χωριό του κι η ώρα ήταν περασμένες δύο.
Πήρε το δρόμο με τα πόδια κρατώντας το κερί του που είχε λιγοστέψει πολύ και προσέχοντας να μη του σβήσει... Ίσως να μην προλάβαινε να το πάει αναμμένο στο σπίτι του, αλλά ήταν σίγουρος....
Ένας ψυχρός αέρας πάγωνε το πρόσωπο του, χαμογελούσε στη νύχτα που κύκλωνε κάθε του βήμα και στο μυαλό του μπερδεύονταν οι ψαλμοί χαρμόσυνοι Μεγάλυνον, ψυχή μου... με τα ποιήματα τα αγαπημένα της ζωής του:

Ήταν μακρύς ο δρόμος ως εδώ, δύσκολος δρόμος!
Τώρα είναι δικός σου αυτός ο δρόμος.
Τον κρατάς όπως κρατάς το χέρι του φίλου σου
και μετράς το σφυγμό του πάνω σε τούτο το σημάδι
που άφησαν οι χειροπέδες!
Κανονικός σφυγμός, σίγουρο χέρι.
Κανονικός σφυγμός, σίγουρος δρόμος!

Ήταν μακρύς ο δρόμος ως εδώ! Πολύ μακρύς αδερφέ μου.
Οι χειροπέδες βάραιναν τα χέρια. Τα βράδια που ο μικρός γλόμπος
κουνούσε το κεφάλι του λέγοντας "πέρασε η ώρα"
εμείς διαβάζαμε την ιστορία του κόσμου σε μικρά ονόματα
σε κάποιες χρονολογίες σκαλισμένες με το νύχι στους τοίχους
των φυλακών, σε κάτι παιδιάστικα σχέδια των μελλοθάνατων.
Μια καρδιά, ένα τόξο, ένα καράβι που `σκιζε σίγουρα το χρόνο,
σε κάποιους στίχους που `μειναν στη μέση για να τους τελειώσουμε,
σε κάποιους στίχους που τελειώσαν για να μην τελειώσουμε.

Περπατούσε για να φτάσει στο σπίτι του και ήταν σίγουρος : Αληθώς Ανέστη!

ΥΓ: Το ποίημα είναι από το "Καπνισμένο Τσουκάλι" του Γιάννη Ρίτσου

Τρίτη 14 Απριλίου 2015

Η ζωή μας όλη μια Μεγαλοβδομάδα

 
Αν η ζωή μας όλη μπορούσε να συμπυκνωθεί σε μία μόνο βδομάδα, αυτή δεν θα ήταν άλλη από τη Μεγάλη Εβδομάδα, αρχής γενομένης από την Κυριακή των Βαϊων ως ημέρα της γέννησής μας, της εισόδου μας στον κόσμο και της υποδοχής μας απ' αυτόν μετά βαϊων και κλάδων.
Αν πράγματι αυτή είναι η αρχή, τότε το τέλος μας συμπίπτει με τη Σταύρωση και την εις Άδου κάθοδον. Τέλος προσωρινό και πρόσκαιρο μέχρι της των πάντων Αναστάσεως, άρα και της δικής μας. Ό,τι μεσολαβεί από την αρχή της ζωής μας μέχρι το τέλος της είναι αυτή καθεαυτή η πλήρης περιπέτεια της ζωής που η Μεγάλη Εβδομάδα συμπυκνώνει με τόση αξιοθαύμαστη οικονομία.

  Θα μας πουλήσει η οικογένειά μας στους εμπόρους, μεταφορικώς ή κυριολεκτικώς, όπως τον Ιωσήφ τ' αδέρφια του.
 Θα βυθιστούμε σε θλίψη που θα ρουφήξει κάθε ρανίδα δημιουργικότητάς μας, και παραδινόμενοι στην απραγία δε θα πάρουμε είδηση για πότε μεταμορφωθήκαμε σε άκαρπη συκή άξια για κατάρα.
 Θα ξεμωραθούμε σαν τις μωρές Παρθένες σπαταλώντας ασυλλόγιστα όλο το λάδι του είναι μας, μέχρι να στεγνώσουμε και ν’ απομείνουμε άδειοι από ευπλασχνία προς τον εαυτό μας και τους άλλους, για ν' απαιτήσουμε ύστερα με θράσος και σκληρότητα από τους άλλους αυτό για το οποίο ποτέ δε φροντίσαμε.

 Θα εκπορνέψουμε και θα εκπορνευτούμε σε πράγματα και ανθρώπους μέχρι να έρθει, -και μακάρι πάντα να έρχεται-, η ευλογημένη ώρα που στον πάτο του πηγαδιού της απληστίας μας θα μας επισκεφτεί μια μεγάλη δυσκολία, αρρώστεια ή θάνατος, ένας χωρισμός, κάτι που κόβοντάς μας στα δυο θα κάνει το αίμα μας επιτέλους να τρέξει λύνοντας τις θρομβώσεις που το πέτρωσαν στις φλέβες μας, και σαν την αμαρτωλή γυναίκα της Μεγάλης Τετάρτης θα πέσουμε στα πόδια του Κυρίου με τ' ακριβότερα μύρα της καρδιάς μας, δάκρυα πολύτιμα, να ζητήσουμε το έλεος.

 Θα μας καλέσει στο Μυστικό Δείπνο της Μεγάλης Πέμπτης ο Δεσπότης Χριστός. Θα μας φιλοξενήσει στο τραπέζι Του, -που πεινάσαμε περισσότερο κι από τα σκυλιά του δρόμου. Θα μας ψιθυρίσει μυστικά την προσευχή της Γεθσημανής, προσευχή στον Ποιητή Πατέρα που περιμένει πώς και πώς πίσω το πονεμένο σπλάχνο του, όσο άμυαλο και ανάξιο κι αν στάθηκε.
Θα προδώσουμε και θα προδοθούμε, θ' αγαπήσουμε, θα φοβηθούμε μα και θ’ αρνηθούμε σαν τον Πέτρο, την αγάπη μας. Θα μας καταδικάσουν και θα καταδικάσουμε, θα νύψουμε τα χέρια μας νομίζοντας πως έτσι απαλασσόμαστε από την ευθύνη. Θα σταυρωθούμε και θα σταυρώσουμε.

 Στα Τάρταρα θα κατεβούμε. Κι εκεί στα σκοτεινά πηγάδια τους, θα ευχηθούμε κανένας να μην τα αξιωθεί, ούτε κι αυτός ο χειρότερος εχθρός μας, -που 'ναι φαρμάκι η γεύση τους και σε κανέναν τόση πίκρα δεν αξίζει.
Μέχρι τη στιγμή που μια αιχμή δόρατος Φωτός θ' αγγίξει τα μαραμένα φύλλα της καρδιάς μας και θα ζωντανέψουμε απ' την αρχή. Το χείλι θα γελάσει, το αχάιδευτο κεφαλάκι μας θα βρει την αγκαλιά που αποζητά. Και θ' αναστηθούμε από τον Κύριο των ζώντων που μας προορίζει για την αιώνια Άνοιξη της δικής Του Αγάπης.

 Μεγάλη Εβδομάδα απ' των Βαϊων ίσαμε την Κυριακή του Πάσχα όλη η ζωή μας κι η ιστορία του κόσμου ολόκληρυ από αρχής του. Ό,τι γεννήθηκε μέσα στον χρόνο κι ό,τι θα γεννηθεί. Απ' όλα θα περάσουμε και θα τα ζήσουμε όλα. Μα αν στο τέλος του δρόμου μένει άσβηστο το φως της Αναστάσεως, τότε για όλα συγνώμη ζητούμε και για όλα λέμε ξανά και ξανά, χαλάλι.
Αν ό,τι ζήσαμε, όσο πονέσαμε κι όσο αποτύχαμε, έγινε για να φτάσουμε να γίνουμε στο τέλος όλοι ένα μεταξύ μας και με τον φίλο μας Θεό, χαλάλι και ξανά χαλάλι όλα

Δεύτε λάβετε Φώς!

 
Ο Ορθόδοξος Καθεδρικός Ναός της Αγίας Σοφίας στο Λος Άντζελες το βράδυ της Αναστάσεως.
Emanating light from St. Sophia Greek Orthodox Cathedral in Los Angeles, California (photo by Christina Tasulis Williams via Facebook)

Ο Άγιος Σάββας ο Βηματάρης

Μνήμη Τρίτη της Διακαινησίμου
 
Ο όσιος αυτός έζησε στη μονή Βατοπαιδίου. Ήταν ιεροδιάκονος και είχε το διακόνημα του βηματάρη, δηλαδή του διακονητή του ιερού Βήματος. Τον 10ο αιώνα, σε επιδρομή Αράβων στη μονή, ο Σάββας πρόλαβε και έκρυψε την εικόνα της Παναγίας της Βηματάρισσας ή Κτιτόρισσας στο πηγάδι του ιερού Βήματος, μαζί με τον σταυρό του Μεγάλου Κωνσταντίνου, τοποθετώντας μπροστά τους αναμμένη λαμπάδα. Ο Σάββας αιχμαλωτίσθηκε και μεταφέρθηκε στην Κρήτη. Όταν μετά εβδομήντα έτη απελευθερώθηκε και επέστρεψε υπέργηρος στη μονή,υπέδειξε στον ηγούμενο Νικόλαο να ανοίξουν το πηγάδι, όπου βρήκαν θαυμαστά την εικόνα της Παναγίας και τον σταυρό να στέκουν όρθια πάνω στο νερό και την λαμπάδα αναμμένη.

Δευτέρα 13 Απριλίου 2015

Ραφαήλ, Νικόλαος, Ειρήνη: Περπατώντας ανάμεσα στους ανθρώπους

 

Ενας υπέροχος κόσμος αγίων που πηγαινοέρχονταν στα ενύπνια, στο ξύπνιο και στα οράματα των ανθρώπων της Θέρμης, τα επόμενα χρόνια.

Ο αγιος που αυτοσυστήνεται, λέει μόνος του το όνομά του Ραφαήλ, ουράνιοι καλόγεροι και παπάδες που έρχονται -για όσο αντέχει το πεπερασμένο των ανθρώπων- και χάνονται πριν το εξαίσιο γίνει ανυπόφορο για το νου των βροτών και παραφρονήσουν.


Μαρτυρίες, ενυπόγραφες, ανθρώπων -που κάποιοι ζουν ακόμη- για τον Αγιο που ήθελε πια, αφού το παρεχώρησε ο Κύριος- να φανερωθεί και τους είπε λεπτομέρειες του δικού του μαρτυρίου αλλά και των άλλων συναθλητών του. Τους έδειξε πού ήταν τα οστά, οι τάφοι, το αίμα, η δόξα του Κυρίου, τελικά, καθώς ήρθε η ώρα να γίνει ολόφωτα εμφανής και να καταδειχθεί η αγιωσύνη του καταξιωμένου -ως φιλοξενούντος αποτυπώματα δοξαστικού θανάτου- τόπου.


Ενας τόπος σε αναβρασμό, άνθρωποι ακροβατούντες ανάμεσα στην καθημερινότητα την δική τους και εκείνη των μαρτύρων, την πάντα νουν υπερέχουσα.
Εδωσε ο Θεός και αποκαλύφθηκαν όλοι οι Αγιοι, εκείνης της σφαγής....
Ραφαήλ, Νικόλαος, η μικρούλα Ειρήνη. Από κοντά ο δάσκαλος, ο προεστός, η μάνα, το μωρό.

Η κρυμμένη ιστορία έλαμπε τώρα ανάμεσα σε δικεροτρίκερα, θυμιάματα, ικεσίες, καινούργιες φιλίες ανάμεσα στους ανθρώπους της γης και εκείνους της Νέας Ιερουσαλήμ: Αδιαχώρητο συναισθημάτων και η Χάρις να ξεχύνει τα περισεύματα από τις ψυχές στα περβόλια, στις ελιές, στις οικίες, στα μάνταλα - που ευχαρίστως αυτοακυρώνονταν για να ανοίξουν οι πόρτες στο ανεμπόδιστο μεγαλείο-, στις ρύμες και τις οδούς.  Κάπως έτσι μυρώνονται οι τόποι των θνητών και σημειώνονται με το σημείο του Τιμίου Σταυρού που θριαμβεύει επί των εναντίων δυνάμεων.....

Μαρτυρίες
"Έριξε τρείς κασμαδιές και άνοιξε ένα μεγάλο χάσμα, από το όποίο βγήκε μια εκτυφλωτική λάμψη. Από το άνοιγμα ο Κανέλλος μπήκε στην Εκκλησία. Στη μέση της Εκκλησίας είδε τον τάφο του αγίου Ραφαήλ και στα πόδια του τάφου ξαπλωμένη την αγία Ειρήνη.
Μόλις τον είδε ( η Αγία Ειρήνη ), σηκώθηκε.
Φορούσε ένα μακρύ ευρύχωρο άσπρο φόρεμα. Σε μιά δίπλα του φορέματος της έκρυβε ένα Σταυρό κι ένα μικρό στρογγυλό εικόνισμα.
Του έδωσε τον Σταυρό και του είπε "Πάρε αυτόν τον Σταυρό και να γυρίσεις σε όλο το χωριό, να φωνάξεις:
Αυτή είναι η πίστη μας! Πάρε κι αυτό το εικόνισμα κι έλα να σκάψεις σε αυτό το μέρος που στέκομαι, κάτω από τις πλάκες".
 Ήταν μια μικρή εικόνα του Χρίστου που έμοιαζε με σφραγίδα.

Τρίτη 1 Αυγούστου 1961.
Πολύς κόσμος ανέβηκε στις Καρυές.
Ο π. Ευθύμιος από το πρωί είχε αρχίσει την Ακολουθία στο προσωρινό Εκκλησάκι.
Οι εργάτες έβγαλαν τις πλάκες, κομματιασμένες δυστυχώς, και άρχισαν προσεκτικά την ανασκαφή. Δεν είχαν περάσει ούτε δέκα λεπτά, όταν ξεχώρισε ένας σβώλος χώμα, και μέσα κάτι έλαμπε.
Ο Τσολάκης το πήρε στα χέρια του νομίζοντας ότι ήταν σπασμένο καντήλι, αλλά, καθαρίζοντας τα χώματα, είδε ότι ήταν μια μικρή στρογγυλή εικόνα του Χριστού ανάγλυφη.
Μαζί με αυτήν βρέθηκαν και μερικά κομμάτια από ξύλο εικόνας και λίγα φύλλα, μάλλον από Ευαγγέλιο η άλλο λειτουργικό βιβλίο, τα οποία όμως θρυμματίσθηκαν με το πρώτο φύσημα του αέρα. Φώναξαν τον π. Ευθύμιο, ο οποίος συγκινημένος σταμάτησε την Ακολουθία, πήρε το εικόνισμα και το τοποθέτησε πάνω στην αγία Τράπεζα.
Έδωσε αμέσως εντολή να χτυπήσουν χαρμόσυνα οι καμπάνες στο χωριό και να ειδοποιήσουν τον Πρωτοσύγκελλο.
Πολύς κόσμος πληροφορήθηκε το γεγονός και ανέβηκε γιά να προσκυνήσει το εικόνισμα.
Ανάμεσα τους και μια Παμφιλιώτισσα, η Εύστρατία Μιχέλλη. Είχε δεί αποβραδίς να κατεβαίνει από τον ουρανό ο Δεσπότης Χριστός και να στέκεται στο ιερό της αρχαίας Εκκλησίας των Καρυών. Τον περιέβαλλαν άγγελοι και στο πλάι Του ο άγιος Ραφαήλ, κρατούσε ένα αναμμένο τρικέρι.
Ήρθε λοιπόν πρωί πρωί στη Θερμή και το διηγήθηκε σε γνωστούς της με την βεβαιότητα ότι κάτι σπουδαίο θα συνέβαινε στις Καρυές.
Όταν άκουσε την καμπάνα και έμαθε γιά την ανεύρεση του εικονίσματος, κλαίγοντας από συγκίνηση, ανέβηκε ξυπόλυτη στις Καρυές και το προσκύνησε.
Σε λίγη ώρα έφθασε και ο Πρωτοσύγκελλος.
Έπλυνε το μικρό εικόνισμα με το άγιασμα και είπε σε όλους ότι επρόκειτο γιά ένα ασημένιο εγκόλπιο που απεικόνιζε τον Παντοκράτορα Χριστό με το Ευαγγέλιο στο χέρι.

Η μυσταγωγία των Αγίων
Το ίδιο βράδυ μετά την εύρεση, αγρύπνησαν στις Καρυές ο Δούκας Τσολάκης, ο Θεοχάρης Κυριλής, ο Νικόλαος Φύκιας, ο Ευστράτιος Πλιάκας, ο Ζαχαρίας Παφλιώτης, η Βιργινία Αδάμ, η Μαρία Κουνέλη, η εγγονή της Αγγελική Κουνέλη και η Μαρία Τσολάκη με τα παιδιά της Μένη, Παναγιώτη, Δημήτρη και Μανώλη.
Είχαν αποφασίσει να μείνουν μέχρι το Δεκαπενταύγουστο εκεί πάνω, να "δεκαπεντίσουν" όπως λένε στη Λέσβο, τιμώντας την Παναγία.
 Θα ήταν  9  το βράδυ, όταν ο Κυριλής μαζί με τον Μανωλάκη βρίσκονταν λίγο πιο πέρα από το Εκκλησάκι.
Ξαφνικά το παιδί λέει στον Κυριλή "Γιά δες δύο παπάδες που ήρθαν".
Ήταν πραγματικά δύο κληρικοί, ένας μεγαλόσωμος και ένας κοντός.
Από αμηχανία ο Κυριλής φώναξε τη μητέρα του μικρού, τη Μαρία. Εκείνη ανυποψίαστη πλησίασε, έφθασε μπροστά στο Εκκλησάκι και, μόλις τους είδε, αναγνώρισε ότι ήταν οι άγιοι και άρχισε να φωνάζει "Τρέξτε! Οι άγιοι! Οι άγιοι!".
Πλησίασαν όλοι σε απόσταση δέκα μέτρων, γονάτισαν με δάκρυα και έλεγαν ό,τι προσευχή ήξεραν. Τότε είδαν πάλι ένα ύπερκόσμιο φως, μέσα στη λάμψη του οποίου διακρίνονταν καθαρά τα πάντα.
Οι άγιοι μπήκαν στο Εκκλησάκι και μονομιάς εμφανίσθηκαν με άμφια.
Ο Αγιος Ραφαήλ φορούσε λευκό φαιλόνιο με θαλασσί σειρήτια και σταυρό και μπλε επιτραχήλιο, κι ο άγιος Νικόλαος φορούσε θαλασσί διακονική στολή με χρυσαφί σειρήτια.
Κάποια στιγμή, ο άγιος Νικόλαος βγήκε και θύμιασε, βαστώντας στον αριστερό του ώμο μια μικρή εκκλησία.
Μετά, φαινόταν μόνο ο άγιος Ραφαήλ.
Έβγαινε έξω, σκύβοντας μάλιστα γιά να περάσει από τη χαμηλή είσοδο· ευλογούσε, έκανε υπόκλιση κι έπειτα έμπαινε πάλι μέσα και στεκόταν μπροστά στις λειψανοθήκες, όπου είχαν τοποθετήσει το εγκόλπιο του Παντοκράτορος.
Στην Αγία Τράπεζα ήταν ανοιχτό ένα λειτουργικό βιβλίο. Γύρω στα μεσάνυχτα χάθηκαν οι άγιοι.
Διαπίστωσαν τότε ότι τα καντήλια είχαν σβήσει, και ο Τσολάκης μαζί με τον Πλιάκα και τον Κυριλή πήγαν και τα άναψαν.
 Ύστερα όλοι προχώρησαν πιο πέρα σε κάτι πρόχειρες σκηνές που είχαν στήσει γιά να μένουν εκείνες τις μέρες.
Καθώς πήγαιναν, η Μαρία Τσολάκη και ο Πλιάκας άκουσαν βήματα και είδαν λίγο πιο μακριά δύο σκιές να προχωρούν προς την Εκκλησία.
Φώναξαν τότε στον Δούκα που είχε μείνει πιο πίσω, κι εκείνος στρέφοντας το βλέμμα του βλέπει ξανά τους δύο Αγίους και μαζί την αγία Ειρήνη. "Παιδιά, τους φωνάζει, ελάτε από κοντά να δείτε που ήρθε και η Ρηνούλα"
Ξαναγύρισαν όλοι και βλέπουν την Αγία έξω από το Εκκλησάκι.
Η μορφή της έλαμπε και φαίνονταν ολοκάθαρα τα χαρακτηριστικά της.
Το πρόσωπο της ήταν κατάλευκο με λίγες φακίδες, τα μαλιά της χωρίστρα στη μέση, κατέληγαν σε δύο ξανθές πλεξούδες ριγμένες μπροστά.
Φορούσε ένα μακρύ κίτρινο φόρεμα, που έφθανε έως κάτω.
Σήκωνε τα χέρια και προσευχόταν, μετά έκανε τον σταυρό της, τα σταύρωνε στο στήθος, γονάτιζε και τους κοίταζε κατάματα έναν εναν.
 
Γεννήθηκε 5-3-1450 και μαρτύρησε 7-4-1463
Οι άλλοι δύο άγιοι, ιεροφορεμένοι όπως και πρίν, συνέχισαν την Ακολουθία.
Ο άγιος Νικόλαος με το ένα χέρι βαστούσε τρικέρι και με το άλλο την άκρη από το ωράριο.
Ο άγιος Ραφαήλ έβγαινε και θυμίαζε, άλλοτε ευλογούσε κι άλλοτε πάλι ύψωνε τα χέρια και το βλέμμα του στον ουρανό, έκανε υπόκλιση και έμπαινε μέσα στο Εκκλησάκι.
Τις δύο-τρείς φορές που βγήκε έξω, πλησίαζε κοντά του η Αγία προσευχόμενη με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, χωρίς να μπαίνει μέσα στο Εκκλησάκι.
Γύρω στις τρεις το πρωί, εμφανίσθηκε ένα πλήθος μοναχών.
Ο άγιος Ραφαήλ μπροστά θυμιάζοντας και οι μοναχοί από πίσω σε δύο σειρές, έκαναν τρείς φορές λιτανεία γύρω από το Εκκλησάκι κι έπειτα όλοι χάθηκαν μέσα στα ερείπια.

αυτή ή επιμονή Του ν' ανασταίνεται είναι πού μας πειράζει

 
Έ, καί;
Εμείς μένομε πεισματικά εκεί στην πτώση μας. Δε μας αγγίζουν καθόλου
κάτι τέτοια παραδοξολογήματα

Κι όμως Εκείνος εξακολουθεί, 2000 χρόνια τώρα,ν' ανασταίνεται. Προκλητικά, ενοχλητικά μάλιστα
Για να δούμε ως που θα πάει αυτή ή κόντρα.

Γιατί, τελικά, αυτή ή επιμονή Του ν' ανασταίνεται
είναι πού μας πειράζει

Αλλ' έμεϊς οι παμπόνηροι βρήκαμε τη λύση.
Αφού δε φαίνεται να υποχωρεί, μεταβάλαμε την Ανάσταση
σε φιέστα.

Κι άστον τώρα ν' αγωνίζεται να βγει
άπ' αυτή την πλεκτάνη...
Η. ΤΣΙΑΚΟΣ

Η πηγή με τα δύο νερά είναι ο άνθρωπος

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

 
Η πηγή με τα δύο νερά είναι ο άνθρωπος.
 Με το ένα νερό ζωντανεύει, με το άλλο νεκρώνει. Μ’ ένα πλένει, με το άλλο λερώνει. Και τα δύο νερά ρέουν ἀπό το ίδιο στόμα. Ο ἂνθρωπος μπορεῖ με το στόμα να παινεύη την αρετή, αλλά μπορεί και να τη μαλώνη, μπορεί να δοξάζη τον Θεό, αλλά μπορεί και να Τον υβρἰζη, μπορεί να σηκώση τον πεσμένο, αλλά μπορεί και να ρίξη τον όρθιο, μπορεί να ενθαρρύνη, αλλά μπορεί και να αποδυναμώση, μπορεί να οδηγήση, αλλά μπορεί και να αποπλανήση.

Στο βιβλίο του σοφού γιού του Σειράχ είναι γραμμένο: «Εὰν φυσήσης εις σπινθήρα, εκκαήσεται και εάν πτύσης επ’ αυτόν, σβεσθήσεται͘ και αμφότερα εκ του στόματος σου εκπορεύεται» (Σοφ. Σειρ.28,12).
 Η Μαρία, αδελφή του Μωυσή, έψελνε δοξολογία στον Θεό όταν έσωσε τον λαό Του και βύθισε τον Φαραώ λέγοντας: «Άσωμεν τω Κυρίω, ενδόξως γαρ δεδόξασται» (Εξ. 15, 21). Η ίδια Μαρία αργότερα αυθαδίαζε εναντίον του αδελφού της Μωυσή από. Και γι’ αυτό τιμωρήθηκε από τον Θεό, και έγινε λεπρή. Βλέπετε, πως από ένα στόμα βγαίνει και το καλό και το κακό;

Γι’ αυτό, χριστιανέ, να είσαι συνεπής στο καλό. Και όταν βλέπεις τον δίκαιο, μην σβήνεις με το φτύσιμο τη δικαιοσύνη του, αλλά φύσα και αναζωπύρωσε τη θεϊκή σπίθα μέσα του, ώστε να είναι όσο περισσότερο γίνεται φωτεινότερη.

Και όταν βλέπεις ότι ο αμαρτωλός μετανοεί, μην αναφέρεις τις αμαρτίες για τις οποίες μετανόησε εκείνο πού αυτός πετά από πάνω του, τα κουρέλια της αμαρτίας, μην τα πετάς πάλι επάνω του διότι ἡ αμαρτία του θα πέση πάνω σου και θα δικαστής σαν να την έκανες εσύ και όχι αυτός. Μην λερώνεις εκείνον πού άρχισε να πλένεται, αλλά βοήθησέ τον να πλυθή. Μην φοβερίζεις εκείνον πού κατευθύνθηκε στον δρόμο της αρετής, αλλά ενθάρρυνέ τον. Αφού σύμφωνα με αυτά πού βγαίνουν από το στόμα σου σ’ αυτόν τον κόσμο, θα δικαστείς στη φοβερή δίκη του Θεού.
Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς,
Από το  βιβλίο: Δεν φτάνει μόνο η πίστη… Ιεραποστολικές επιστολές Β΄
 
 

Ερμηνεία κατηχητικού λόγου Αγ.Ιωάννου Χρυσοστόμου

 
 
Για πολλά χρόνια είχα την επιθυμία να εξηγήσουμε λίγο τον Κατηχητικό λόγο του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, τον οποίο ακούμε την Κυριακή, το βράδυ του Πάσχα. Τι ερμηνεία μας δίνουν οι Πατέρες σ’ αυτόν τον περίφημο λόγο του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.
 Θα λέμε μία - μία την πρότασιν και θα δίδομε και την ερμηνείαν.
Καλόν είχαμε αλλ’ αυτήν την περίοδο που βάζει η Εκκλησία μας αυτόν διαβάζαμε έτσι γιατί μας χαρίζει πολύ την παρηγοριά και την ελπίδα. Αλλά και την δύναμη όμως να κάνουμε τους πνευματικούς μας αγώνες. Να αντιληφθούμε τις αρρώστιες μας και τις ασθένειές μας τις πνευματικές και να μπορούμε να διορθωθούμε μέσα από την μετάνοια και την εν Χριστώ ζωή. 

 Εἴ τις εὐσεβής καί φιλόθεος, ἀπολαυέτω τῆς καλῆς ταύτης καί λαμπρᾶς πανηγύρεως. Όποιος είναι ευσεβής και αγαπά τον Θεόν εξ όλης ψυχής καρδίας, ισχύος και διανοίας, διότι έτσι εννοείται η αγάπη, ας απολαύσει την ωραία και λαμπρή αυτή εορτή του Πάσχα.

 Εἴ τις δοῦλος εὐγνώμων, εἰσελθέτω χαίρων εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου.
Που σημαίνει όποιος δούλος, όποιος χριστιανός και μάλιστα αυτός που έχει συναίσθηση, της αμαρτωλότητός του, έχει αγαθές διαθέσεις, ας εισέλθει γεμάτος από χαρά στην ευφροσύνη του Θεϊκού Δείπνου που χαρίζει ο Αναστάς Κύριός του.

Κυριακή 12 Απριλίου 2015

Το Πάσχα του 1982 στην φυλακή Αϊούντ

Του π.Γεωργίου Κάλτσιου Ντουμιτρεάσα(ΕΔΩ)

 Να σας πω τώρα το περιστατικό μου από το Πάσχα. Ετοιμαζόμουν για την εορτή. Καθάριζα την ψυχή μου όσο μπορούσα, ήμουν κουφός σε προσβολές, αναίσθητος σε χτυπήματα, τεθωρακισμένος κατά πείνας, ζεσταμένος από μια εσωτερική προσευχή.
Την νύχτα που ήξερα ότι είναι η νύχτα του Πάσχα, στις 12, άκουσα ότι χτυπούσαν οι καμπάνες από την πόλη. Η βοή τους διαπερνούσε πολύ πνευματικά. Δηλαδή δεν ήταν μια βοή όπως θα ήσουν δίπλα τους, αλλά διαπερνούσε τους τοίχους. Ήταν ως ένα μήνυμα που ο εξωτερικός κόσμος το έστελνε, εκείνος ο κόσμος που εόρταζε την Ανάσταση του Κυρίου.

Και έψαλα «Χριστός ανέστη!». Στην αρχή στο νου μου, μετά αισθάνθηκα την ανάγκη να ψάλω τον ύμνο όχι δυνατά, αλλά ώστε να τον ακούσω ο ίδιος. Ήταν μια απόλυτη σιωπή και όλες οι κινήσεις από τα κελλιά ακούγονταν έξω στο διάδρομο και, βεβαίως, ο δεσμοφύλακας με άκουσε να ψέλνω. Ήρθε σ’ εμένα και με προσέβαλλε. Και αποφάσισα να σταματήσω για να μην θολώσω εκείνη την αγία νύχτα της Αναστάσεως.

Το επόμενο πρωί ο δεσμοφύλακας άλλαξε στις 7. Έπρεπε να σταθούμε με το πρόσωπο στον τοίχο. Εκείνος έμπαινε μέσα στο κελλί και κοίταζε να δει αν όλα είναι εν τάξη. Και μας επέτρεπαν να στραφούμε με το πρόσωπο προς την πόρτα μόνο όταν τον ακούγαμε να την κλειδώνει.
 
Εκείνο το πρωί του Πάσχα, όμως, δεν στράφηκα, δεν στάθηκα με το πρόσωπο στον τοίχο. Ήταν ένας δεσμοφύλακας… Αν εσείς μπορείτε να φανταστείτε έναν όμορφο διάβολο, αυτός ο άνθρωπος ήταν αληθώς ένας όμορφος διάβολος. Φυσικά, ήταν ένας νέος από το χωριό, ένα αδύνατο αγόρι, ψηλό, με γαλάζια μάτια, εντελώς αγγελικά, με ένα πολύ όμορφο πρόσωπο, ντυμένο πάντοτε κομψά, με κοστούμι. Οι άλλοι έρχονταν πιο βρόμικοι . 
 Αυτός ήταν πάντοτε πολύ καθαρός, πολύ κομψός. Αλλά είχε μια ανεξήγητη θηριωδία. Είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς πώς κάποιος με μια τόσο αγγελική ωραιότητα μπορεί να είναι τόσο σκληρόκαρδος. Αν αυτός ο άνθρωπος δεν χτυπούσε πέντε-έξι κρατουμένους καθημερινώς, πιθανώς δεν είχε την άνεσή του…
Και εκείνο το πρωί, όταν άνοιξε την πόρτα, εγώ είχα προσευχηθεί όλη τη νύχτα στον Θεό. Ίσως είχα πει εκατό, χιλιάδες φορές «Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας, καί τοίς εν τοίς μνήμασι, ζωήν χαρισάμενος». Χιλιάδες φορές, ίσως, για να εισέλθει βαθιά στο νου και στην καρδιά μου η αλήθεια της Αναστάσεως. Στάθηκα με το πρόσωπο προς την πόρτα όταν μπήκε μέσα και του είπα: «Χριστός ανέστη!». Ο δεσμοφύλακας με κοίταξε, έστρεψε το κέφαλι και κοίταξε εκείνους που ήταν πίσω του. Στράφηκε πάλι προς εμένα και είπε: «Αληθώς ανέστη!».

Ήταν για μένα σαν ένα χτύπημα στην κορυφή της κεφαλής. Και κατάλαβα τότε ότι όχι αυτός μου είπε «Αληθώς ανέστη!», αλλά ο άγγελος του Κυρίου. Εκείνος ο άγγελος, ο οποίος, στεκόμενος στον τάφο, είπε στις μυροφόρες:
«Τι ζητείτε τον Ζώντα μετά των νεκρών; Ουκ έστιν ώδε, αλλ΄ηγέρθη. Ίδε ο τόπος όπου έθηκαν Αυτόν».
Με το στόμα του, ο άγγελος με διαβεβαίωσε για την Ανάσταση, διότι είχα ανάγκη από αυτή την διαβεβαίωση – και διότι ο Κύριος θέλησε να με διαβεβαιώσει για την αλήθεια της Αναστάσεως με το στόμα του εχθρού μου. Το κελλί μου γέμισε από Φως. Και η χαρά μου ήταν τόσο μεγάλη, ώστε τις πέντε – έξι ώρες μέχρι το μεσημέρι τις πέρασα μέσα σε Φως και πνευματική χαρά.

Π. Γεώργιος Calciu, «Η οδύνη ως ευλογία»
(Κείμενα μεταφρασμένα για πρώτη φορά στα ελληνικά από την Iερά Μονή Διακονέστι-Ρουμανία)

Σάββατο 11 Απριλίου 2015

Λόγος εις την Ταφή και την εις Άδου Κάθοδο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού

 Αγίου Επιφανίου Κύπρου
 
Σένα Αδάμ, σε προστάζω: σήκω από τον αιώνιο ύπνο σου. Δεν σε έπλασα, για να μένης φυλακισμένος στον Άδη. Ανάστα εκ των νεκρών. Γιατί εγώ είμαι η ζωή των θνητών. Σήκω επάνω, πλάσμα δικό μου, σήκω επάνω συ που είσαι η μορφή μου, που σε δημιούργησα κατ’ εικόνα μου. Σήκω να φύγουμε από εδώ.

(…) Γιατί απέραντη σιωπή βασιλεύει σήμερα στη γη; μεγάλη σιωπή και πολλή ηρεμία. Μεγάλη σιωπή, γιατί ο βασιλεύς κοιμάται. Η γη φοβήθηκε και ησύχασε, γιατί ο Θεός με το σώμα κοιμήθηκε. Ο Θεός με το σώμα πέθανε και ο Άδης ετρόμαξε. Ο Θεός για λίγο κοιμήθηκε και αυτούς που κοιμόνταν αιώνες, από τον Άδη ανέστησε (…).

Σήμερα σώζονται και αυτοί που ζουν επάνω στη γη και αυτοί που αιώνες τώρα βρίσκονται κάτω από τη γη. Σήμερα σώζεται όλος ο κόσμος, ορατός και αόρατος. Σήμερα είναι διπλή η παρουσία του Δεσπότου Χριστού. Διπλή ευσπλαχνία. Διπλή κατάβασις μαζί και συγκατάβασις. Διπλή φιλανθρωπία. Διπλή επίσκεψις στους ανθρώπους. Από τον ουρανό στη γη και από τη γη στα κατοχθόνια κατεβαίνει ο Χριστός. Οι πύλες του Άδου ανοίγονται. Χαρήτε όλοι εσείς που κοιμάσθε από τους πανάρχαιους αιώνες. (…).

Χτες εζήσαμε στην υποταγή Του, σήμερα την κυριαρχία Του. Χθες φανερώθηκαν τα σημάδια της ανθρώπινής Του φύσεώς και σήμερα της θεϊκής. Χθες τον ερράπιζαν και σήμερα με την αστραπή της θεότητος σχίζει το σκοτεινό κατηκητήριο του Άδου. Χθες τον έδεναν και σήμερα δένει Αυτός τον τύραννο διάβολο με άλυτα δεσμά (…).

Εκείνος που χθες, μέσα στην άπειρη συγκατάβασί Του, δεν εκαλούσε να τον βοηθήσουν οι λεγεώνες των Αγγέλων, λέγοντας στον Πέτρο, ότι είναι στο χέρι μου να παρατάξω τώρα αμέσως περισσότερες από δώδεκα λεγεώνες Αγγέλων, σήμερα κατέρχεται με τον θάνατο Τον κατά του Άδου και του θανάτου, του τυράννου, όπως ταιριάζει σε Θεό και Κυρίαρχο, επί κεφαλής των αθανάτων και ασωμάτων στρατευμάτων και των αοράτων ταγμάτων, όχι με δώδεκα μόνο λεγεώνες, αλλά με μύριες μυριάδες και χίλιες χιλιάδες Αγγέλων, Αρχαγγέλων, Εξουσιών, θρόνων, Εξαπτερύγων, Πολυομμάτων, τα οποία, ως βασιλέα και Κύριο τους, προπέμπουν, δορυφορούν και τιμούν τον Χριστό (…).
 
Και καθώς συμβαίνει όταν παρουσιασθή μια φοβερή, αήτητη και παντοδύναμη βασιλική στρατιωτική παράταξι, φρίκη μαζί και τρόμος και ταραχή και οδυνηρός φόβος κυριεύει τους εχθρούς του ακαταγώνιστου Στρατηγού, το ίδιο έγινε ξαφνικά, μόλις παρουσιάσθηκε τόσο παράδοξα ο Χριστός στα καταχθόνια του Άδη. Από επάνω μια δυνατή αστραπή ετύφλωνε τα πρόσωπα των εχθρικών δυνάμεων του Άδη και ταυτόχρονα ακούονταν βροντερές στρατιωτικές φωνές που διέταζαν: Άρατε πύλας• όχι ανοίξετε, αλλά ξερριζώστε τις από τα θεμέλια, βγάλτε τις τελείως από τον τόπο τους. ώστε να μην μπορούν πια να ξανακλείσουν.

Άρατε πύλας οι άρχοντες υμών, όχι γιατί δεν μπορεί να τις ανοίξη ο Κύριος μας, που όταν θέλη, διατάζει και μπαίνει με κλεισμένες τις πόρτες, αλλά σας διατάζει, σαν δραπέτες δούλους, να σηκώσετε και να μεταφέρετε αυτές τις προαιώνιες πύλες. Για τούτο και δεν διατάζει τους όχλους σας, αλλά σας που παρουσιάζεσθε σαν αρχηγοί τους: άρατε πύλας, οι άρχοντες υμών. Από τώρα και έπειτα δεν θα είσθε πια άρχοντες κανενός, παρ’ όλο που κάκιστα κυριαρχήσατε πάνω στους μέχρι τώρα κεκοιμημένους. Ούτε αυτών θα είσθε πλέον άρχοντες, ούτε άλλων, ούτε των εαυτών σας ακόμη. Άρατε πύλας, γιατί ήρθε ο Χριστός, η ουράνια θύρα. Ανοίξετε δρόμο σ’ Αυτόν που έβαλε το πόδι Του στη φυλακή του Άδη (…).

Και μόλις οι αγγελικές δυνάμεις εβόησαν, την ίδια στιγμή άνοιξαν οι πύλες! Την ίδια στιγμή έσπασαν οι αλυσίδες και οι μοχλοί. Έπεσαν τα κλειδιά και συγκλονίσθηκαν τα θεμέλια της φυλακής. Οι εχθρικές δυνάμεις ετράπησαν σε άτακτη φυγή, ο ένας έσπρωχνε τον άλλο, άλλος μπερδευόταν στα πόδια του άλλου και καθένας φώναζε στο διπλανό του να φεύγη γρήγορα. Έφριξαν, συγκλονίσθηκαν, τα έχασαν, εταράχθηκαν, άλλαξε το χρώμα τους, φοβήθηκαν, στάθηκαν και απόρησαν, απόρησαν και τρόμαξαν (…).

Κι ενώ αυτά διεδραματίζοντο στον Άδη και εσείοντο τα πάντα, ο δε Κύριος επλησίαζε να φθάση στα πιο έσχατα βάθη, ο Αδάμ ο πρωτοδημιούργητος και πρωτόπλαστος και πρωτόθνητος που βρισκόταν δεμένος γερά και βαθύτερα από όλους, άκουσε τα βήματα του Κυρίου, που ερχόταν στους φυλακισμένους και αμέσως ανεγνώρισε την φωνή Του, καθώς επερπατούσε μέσα στη φυλακή. Στράφηκε τότε προς όλους τους επί αιώνες συγκροτούμενους του και τους φώναξε: «Ω φίλοι μου! Ακούω να πλησιάζη σ’ εμάς ο ήχος των βημάτων Κάποιου. Εάν πραγματικά μας αξίωσε να έρθη έως εδώ, τότε είμαστε ελεύθεροι! Εάν τον ιδούμε ανάμεσά μας, σωθήκαμε από τον Άδη!».

Και την ώρα που ο Αδάμ έλεγε αυτά προς τους συγκαταδίκους του, εισέρχεται ο Κύριος, κρατώντας το νικηφόρο όπλο του Σταυρού. Μόλις τον αντίκρυσε ο Αδάμ, χτύπησε το στήθος από την χαρούμενη έκπληξι και φώναξε προς όλους τους επί αιώνες κεκοιμημένους: «Ο Κύριος μου ας είναι μαζί με όλους»! Και ο Χριστός απάντησε στον Αδάμ: «Και μετά του πνεύματός σου».
Ύστερα τον πιάνει από το χέρι, τον σηκώνει επάνω και του λέει: Σήκω συ που κοιμάσαι και ανάστα από τους νεκρούς, γιατί σε καταρτίζει ο Χριστός! Εγώ ο Θεός, που για χάρι σου έγινα υιός σου, έχοντας δικούς μου πλέον και σένα και τους απογόνους σου, με την θεϊκή εξουσία μου δίνω ελευθερία και λέω στους φυλακισμένους: εξέλθετε.

Σένα Αδάμ, σε προστάζω: σήκω από τον αιώνιο ύπνο σου. Δεν σε έπλασα, για να μένης φυλακισμένος στον Άδη. Ανάστα εκ των νεκρών. Γιατί εγώ είμαι η ζωή των θνητών. Σήκω επάνω, πλάσμα δικό μου, σήκω επάνω συ που είσαι η μορφή μου, που σε δημιούργησα κατ’ εικόνα μου. Σήκω να φύγουμε από εδώ. Γιατί συ είσαι μέσα σε μένα και εγώ μέσα σε σένα! Για σένα ο Κύριος έλαβε τη δική σου μορφή του δούλου. Για δική σου χάρι, εγώ που βρίσκομαι ψηλότερα από τους ουρανούς, κατέβηκα στη γη και πιο κάτω από τη γη. Για σένα τον άνθρωπο έγινα σαν ένας ανυπεράσπιστος άνθρωπος, βρέθηκα χωρισμένος κι εγώ από τη ζωή, ανάμεσα σ’ όλους τούς άλλους νεκρούς. Για σένα που βγήκες μέσα από τον κήπο του παραδείσου, μέσα σε κήπο παραδόθηκα στους Ιουδαίους και μέσα σε κήπο εσταυρώθηκα.

Κύτταξε στο πρόσωπο μου τα φτυσίματα, που καταδέχθηκα προς χάριν σου, για να σε αποκαταστήσω στην παλαιά σου δόξα, που σου είχα δώσει με το εμφύσημά μου. Κύτταξε στα μάγουλά μου τα ραπίσματα που καταδέχθηκα, για να επανορθώσω την διεστραμμένη μορφή σου και να την φέρω στην όψι που είχε σαν εικόνα μου. Κύτταξε στη ράχη μου τη μαστίγωσι που καταδέχθηκα, για να διασκορπίσω το φορτίο των αμαρτημάτων σου. Κύτταξε τα καρφωμένα χέρια μου, που τα άπλωσα καλώς επάνω στο ξύλο του Σταυρού, για να συχωρεθής συ που άπλωσες κακώς το χέρι σου στο απαγορευμένο δένδρο. Κύτταξε τα πόδια μου που καρφώθηκαν και τρυπήθηκαν στον Σταυρό, για να εξαγνισθούν τα δικά σου πόδια που έτρεξαν κακώς στο δένδρο της αμαρτίας (…).
 
Η πληγωμένη πλευρά μου εθεράπευσε τον πόνο της πλευράς σου. Ο δικός μου ύπνος θα σε βγάλη από τον ύπνο σου μέσα στον Άδη. Η ρομφαία που χτύπησε έμενα, σταμάτησε τη ρομφαία που στρεφόταν εναντίον σου. Γι’ αυτό σηκωθήτε, ας φύγουμε από εδώ. Από τον θάνατο στη ζωή. Από την φθορά στην αφθαρσία. Από το σκοτάδι στο αιώνιο φως. Από την οδύνη στην ελευθερία. Από τη φυλακή του Άδη στην άνω Ιερουσαλήμ. Από τα δεσμά στην άνεσι. Από τη σκλαβιά στην τρυφή του Παραδείσου. Από τη γη στον ουρανό.

Γι’ αυτόν τον σκοπό ο Χριστός απέθανε και ανέστη, για να γίνη Κύριος και νεκρών και ζώντων. Σηκωθήτε, λοιπόν. Ας φύγουμε από εδώ. Ο ουράνιος Πατέρας περιμένει με λαχτάρα το χαμένο πρόβατο. Τα ενενήντα εννέα πρόβατα των αγγέλων περιμένουν τον σύνδουλό τους Αδάμ, πότε θα αναστηθή, πότε θα ανέλθη καί θα επανέλθη προς τον Θεό. Ο Χερουβικός θρόνος είναι έτοιμος. Αυτοί που θα σας ανεβάσουν είναι γρήγοροι και βιάζονται. Ο νυμφικός θάλαμος έχει προετοιμασθή. Το μεγάλο εορταστικό δείπνο είναι στρωμένο. Τα θησαυροφυλάκια των αιωνίων αγαθών άνοιξαν. Η Βασιλεία των Ουρανών έχει ετοιμασθή «από καταβολής κόσμου». Αγαθά που μάτια δεν τα είδαν και αυτιά δεν τα άκουσαν περιμένουν τον άνθρωπο.

Αυτά και άλλα παρόμοια είπεν ο Κύριος. Και αμέσως ανασταίνεται μαζί Του ο ενωμένος σ’ αυτόν Αδάμ και μαζί τους και η Εύα. Ακόμη δε και «πολλά σώματα δικαίων, που είχαν πεθάνει πριν από αιώνες, αναστήθηκαν» διακηρύσσοντας την τριήμερο Ανάστασι του Χριστού. Αυτήν ας την υποδεχθούμε και ας την αγκαλιάσουμε οι πιστοί με πολλή χαρά, χορεύοντες με τους αγγέλους και εορτάζοντες με τους αρχαγγέλους και δοξάζοντες τον Χριστό, που μας ανέστησε από την φθορά. Εις Αυτόν αρμόζει η δόξα και η δύναμις, μαζί με τον αθάνατο Πατέρα και το πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό και ομοούσιο Πνεύμα, εις όλους τους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Μετάφραση Αρχιμανδρίτου Ιγνατίου (Ιερά Μονή Παρακλήτου Αττικής)
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΣΥΝΑΞΗ» ΤΕΥΧΟΣ 3

Κυριακή 5 Απριλίου 2015

...την Μεγάλη Παρασκευή της ζωής μας

Πάντα τὴ Μεγάλη Παρασκευή, νὰ ‘σαι μόνος σὰν τὸ Χριστὸ προσμένοντας τὸ τελευταιο καρφί, τὸ ξύδι, τὴ λόγχη. Τὶς ζαριὲς ν’ ἀκους ἀτάραχα στὸ μοίρασμα τῶν ὑπαρχόντων σου, τὶς βλαστήμιες, τὶς προκλήσεις, τὴν ἀδιαφορία. Πρὶν τὴν Παρασκευὴ δὲν ερχεται ἡ Κυριακή, τότε λησμονας τὰ μαρτύρια τῶν δρόμων της Μεγάλης Παρασκευης της ζωης μας. Μὴν ξαφνιαστεις, μὴ φοβηθεις στ’ ἀπρόσμενο σουρούπωμα. Οἱ μπόρες τοῦ οὐρανου δὲ στερεύουν. Ἡ ξαστεριὰ θὰ ’ρθει τὸ Σαββατόβραδο. Τότε λησμονας τὰ μαρτύρια των δρόμων της μεγάλης Παρασκευης της ζωης μας...

π. Μωϋσής Αγιορείτης