Μπορεί να στάθηκε δίπλα μας χρόνια, να μας βοήθησε, να μας συγχώρεσε, να μας στήριξε στις δύσκολες στιγμές μας· κι αν κάποτε πέσει, αν κάποτε μας απογοητεύσει, αν πει έναν άσχημο λόγο ή πάρει μια λανθασμένη απόφαση, ξαφνικά όλα τα προηγούμενα σβήνουν. «Αυτός είναι». Όχι. Αυτό έκανε. Δεν είναι πάντοτε το ίδιο. Ίσως μία από τις μεγαλύτερες αδικίες που μπορούμε να κάνουμε σε έναν άνθρωπο είναι να πάρουμε τη χειρότερη στιγμή της ζωής του και να την κάνουμε ολόκληρη τη βιογραφία του. Κι όμως, πόσο εύκολα το κάνουμε.
Υπάρχει μια φράση που αποδίδεται στον Άγιο Νικόλαο Βελιμίροβιτς:
«Ο Θεός ψάχνει έστω ένα καλό στον πιο αμαρτωλό για να τον σώσει, ενώ ο άνθρωπος ψάχνει ένα κακό και στον πιο άγιο άνθρωπο για να τον καταδικάσει».
Ανεξάρτητα από την ακριβή διατύπωση της φράσης, η σκέψη της κρύβει μια μεγάλη πνευματική αλήθεια: ο Θεός κοιτάζει τον άνθρωπο αναζητώντας δρόμο σωτηρίας· εμείς πολλές φορές τον κοιτάζουμε αναζητώντας λόγο καταδίκης. Αυτό ακριβώς βλέπουμε ξανά και ξανά στο Ευαγγέλιο.
Οι άνθρωποι βλέπουν τον Ζακχαίο και λένε: «αμαρτωλός». Ο Χριστός βλέπει έναν άνθρωπο που μπορεί ακόμη να αλλάξει.
Βλέπουν τη γυναίκα που συνελήφθη στην αμαρτία της και κρατούν πέτρες. Ο Χριστός δεν ονομάζει το κακό καλό. Δεν της λέει ότι δεν συνέβη τίποτε. Της ανοίγει όμως δρόμο επιστροφής: «πορεύου καί μηκέτι ἁμάρτανε».
Βλέπουν τον Ματθαίο και βλέπουν έναν τελώνη. Ο Χριστός βλέπει έναν Απόστολο. Βλέπουν τον ληστή πάνω στον Σταυρό και βλέπουν έναν εγκληματία που πληρώνει για τη ζωή του. Ο Χριστός ακούει μία μόνο κραυγή μετανοίας και του ανοίγει τον Παράδεισο.
Και όταν ο Πέτρος Τον αρνείται τρεις φορές, ο Χριστός δεν τον φυλακίζει για πάντα μέσα στη νύχτα της άρνησής του. Τον συναντά ξανά στην ακρογιαλιά και τον ρωτά: «ἀγαπᾷς με;»
Αυτός είναι ο Θεός μας. Δεν είναι ένας Θεός που αγνοεί την αμαρτία. Είναι ένας Θεός που αρνείται να πιστέψει ότι η αμαρτία είναι ολόκληρος ο άνθρωπος. Κι εδώ βρίσκεται ίσως η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στη θεία κρίση και στη δική μας κατάκριση. Ο Θεός γνωρίζει τα πάντα για έναν άνθρωπο και εξακολουθεί να τον αγαπά. Εμείς γνωρίζουμε ελάχιστα και πολλές φορές είμαστε έτοιμοι να τον καταδικάσουμε. Βλέπουμε μια πράξη, αλλά δεν γνωρίζουμε τον πόλεμο που προηγήθηκε. Ακούμε έναν λόγο, αλλά δεν γνωρίζουμε την πληγή από την οποία βγήκε. Βλέπουμε μια πτώση, αλλά δεν γνωρίζουμε πόσες φορές εκείνος ο άνθρωπος πάλεψε για να μη φτάσει εκεί. Βλέπουμε την αμαρτία του, αλλά δεν βλέπουμε τα δάκρυα που ίσως χύνει όταν μένει μόνος. Και το σημαντικότερο: βλέπουμε το χθες του, ενώ ο Θεός βλέπει και το αύριό του.
Εμείς λέμε: «Τελείωσε». Ο Θεός λέει: «Μπορείς ακόμη να επιστρέψεις».
Εμείς λέμε: «Δεν αλλάζει». Ο Θεός περιμένει.
Εμείς θυμόμαστε την πτώση. Ο Θεός περιμένει τη μετάνοια.
Ίσως γι’ αυτό ο Χριστός ήταν τόσο αυστηρός απέναντι στην κατάκριση:
«Μή κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε». Όχι επειδή δεν υπάρχει καλό και κακό. Όχι επειδή πρέπει να κλείνουμε τα μάτια στην αδικία ή να ονομάζουμε την αμαρτία αρετή. Η Εκκλησία ποτέ δεν μας ζήτησε να χάσουμε τη διάκριση. Άλλο όμως κρίνω μια πράξη και άλλο καταδικάζω έναν άνθρωπο.
Μπορώ να πω: «Αυτό που έκανες είναι λάθος». Δεν μπορώ όμως να πω: «Εσύ είσαι χαμένος». Γιατί όσο ένας άνθρωπος αναπνέει, η τελευταία λέξη της ζωής του δεν έχει ακόμη γραφτεί.
Ο ληστής χρειάστηκε λίγες λέξεις.
Ο Πέτρος ένα πικρό κλάμα.
Ο Ζακχαίος μια συνάντηση.
Η πόρνη λίγα δάκρυα.
Και η Χάρη έκανε εκεί όπου εμείς θα βλέπαμε ένα τέλος, μια καινούργια αρχή.
Πόσο διαφορετικός θα ήταν ο κόσμος μας αν μαθαίναμε να κοιτάζουμε λίγο περισσότερο όπως κοιτάζει ο Θεός. Όχι αφελώς. Όχι δικαιολογώντας το κακό. Αλλά αφήνοντας πάντοτε ένα παράθυρο ανοιχτό για τη μετάνοια, την αλλαγή, την επιστροφή.
Ιδίως σήμερα, στην εποχή των κοινωνικών δικτύων, έχουμε γίνει πολύ εύκολα δικαστές ανθρώπων που δεν γνωρίζουμε. Μια φωτογραφία, μια φράση, ένα λάθος, ένα απόσπασμα λίγων δευτερολέπτων αρκούν για να στηθεί ένα ολόκληρο δικαστήριο. Κατηγορία, δίκη και καταδίκη μέσα σε λίγα λεπτά. Και πίσω από την οθόνη ξεχνάμε κάτι τρομακτικά απλό: εκείνος που καταδικάζουμε είναι ένας άνθρωπος. Ένας άνθρωπος με ιστορία. Με πληγές. Με αδυναμίες. Με ανθρώπους που τον αγαπούν. Με πράγματα για τα οποία ίσως μετάνιωσε. Με μάχες που δεν είδαμε ποτέ. Και, πάνω απ’ όλα, ένας άνθρωπος για τον οποίο επίσης σταυρώθηκε ο Χριστός.
Πριν λοιπόν αναζητήσουμε το σκοτάδι στον άλλον, ας θυμηθούμε πόσο σκοτάδι έχει συγχωρήσει ο Θεός μέσα σε εμάς.
Πριν σηκώσουμε την πέτρα, ας κοιτάξουμε για λίγο το δικό μας χέρι.
Πριν πούμε «αυτός δεν αλλάζει», ας θυμηθούμε πόσες φορές ζητήσαμε από τον Θεό να πιστέψει ότι μπορούμε να αλλάξουμε εμείς. Γιατί Χριστιανός δεν είναι εκείνος που έμαθε να εντοπίζει καλύτερα τις αμαρτίες των άλλων. Χριστιανός είναι εκείνος που, όσο περισσότερο γνωρίζει το έλεος του Θεού, τόσο δυσκολότερα σηκώνει πέτρα εναντίον του αδελφού του.
Και ίσως, τελικά, αυτό να είναι ένα από τα δυσκολότερα μαθήματα του Ευαγγελίου: Να βλέπεις την πτώση χωρίς να χάνεις από τα μάτια σου τον άνθρωπο.
Να καταδικάζεις το κακό χωρίς να καταδικάζεις εκείνον που έπεσε.
Να λες την αλήθεια, αλλά να αφήνεις πάντοτε χώρο για το έλεος.
Γιατί εκεί όπου εμείς βλέπουμε έναν αμαρτωλό, ο Θεός μπορεί ήδη να βλέπει έναν μετανοημένο. Εκεί όπου εμείς βλέπουμε ένα παρελθόν, Εκείνος μπορεί να βλέπει ένα καινούργιο μέλλον. Κι εκεί όπου εμείς είμαστε έτοιμοι να γράψουμε τη λέξη τέλος, ο Θεός μπορεί μόλις να αρχίζει να γράφει τη λέξη επιστροφή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου