ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΔΕΞΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΜΑΣ!

Δευτέρα 6 Ιουνίου 2011

Γέροντας Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης-Ένας υμνωδός από τον Άθωνα


«Από το Καρούλι, ανηφορίζων προς δυσμάς, προχωρείς εις τα ανώμαλα υψώματα, κατά μήκος της μεσημβρινής παραλίας της Αγιορειτικής Χερσονήσου και, μετά ημίσειαν περίπου ώραν, φθάνεις εις το κελλίον του Μοναχού Γερασίμου Μικραγιαννανίτου, ήγουν του ανήκοντος εις την Σκήτην της Μικράς Αγίας Άννης. Ούτος ο ευλογημένος μοναχός Γεράσιμος κατάγεται από την Βόρειον Ήπειρον και ασκητεύει επί 3Ο έτη εις το Άγιον Όρος, κέκτηται δε παρά Θεού το χάρισμα του υμνογράφου ...».
(Απόσπασμα από προσκυνηματικό οδηγό του Αγίου Όρους, 1950).
001.jpg
Ο κατά κόσμον Αναστάσιος-Αθανάσιος γεννήθηκε στις 5 Σεπτεμβρίου 1905 στην Δρόβιανη της επαρχίας Δελβίνου Βορείου Ηπείρου. Έμαθε τα πρώτα του γράμματα στο δημοτικό σχολείο της γενέτειράς του. Με το τέλος του δημοτικού σχολείου ο έφηβος πλέον Αναστάσιος έμελλε να εγκαταλείψει το περιβάλλον του χωριού. Ήδη ο πατέρας του είχε εγκατασταθεί στον Πειραιά, όπου εργαζόταν. Και ο ίδιος έπρεπε να τον ακολουθήσει για να εργαστεί κοντά του. Έτσι, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την μητέρα και τον μικρότερο αδελφό του.
Ο ίδιος περιγράφει την αναχώρησή του από το χωριό: «Από την Δρόβιανη δεν θυμούμαι αν έφυγα με σκοπό να ξαναγυρίσω». Ο χωρισμός αυτός κόστισε σε όλα τα μέλη της οικογένειας. Ιδιαίτερα στην μητέρα του Αθηνά. Ο ανηψιός του μας πληροφορεί σχετικά: «Για πρώτη φορά άκουσα για τον γέροντα το 1941, όταν επιστρέψαμε από Ελλάδα, εγώ, η μαμά μου Ευθαλία και ο πατέρας μου Κίμων, όπου με είχαν φέρει για κάποια χειρουργική επέμβαση. Όταν, λοιπόν, επιστρέψαμε στο σπίτι, με ρώτησε η γιαγιά μου· τον θείο σου τον είδες; Τον αντάμωσες; Εγώ με απορία την κοίταξα στα μάτια και ρώτησα· ποίον; Και μου λέει· τον Γεράσιμο. (Ήξερε ότι έγινε μοναχός, γιατί είχαν αλληλογραφία). Όχι, της λέω. Ήμουν 5-6 χρονών τότε. Έκτοτε άρχισα να ζω την αγωνία της γιαγιάς μου, μήπως κλείσει τα μάτια της μη βλέποντάς τον ποτέ, πράγμα που έγινε κιόλας».

-Από την Β. Ήπειρο στην Αθήνα
Αρχικά εγκαταστάθηκε στον Πειραιά, κοντά στον πατέρα και την θεία του, Φωτεινή Χαρμπάτση-Γεωργίου. Στην συνέχεια μετακόμισαν στην Αθήνα. Στην νέα του διαμονή συνέχισε τις σπουδές του στο γυμνάσιο. Ο ζήλος του για τα γράμματα εντυπωσιακός. Μετά το γυμνάσιο συνέχισε τις σπουδές του σε κάποια ανώτερη σχολή ελληνικής παιδείας.
Στην Αθήνα φρόντισε και για την πνευματική του ζωή και εκκλησιαζόταν τακτικά. Θυμάται ο ίδιος: «Η ενορία μας ήταν ο Άγιος Διονύσιος Αρεοπαγίτης. Συνήθως πηγαίναμε επί της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας, όπου ήτο η παλαιά Ριζάρειος Σχολή, στον Άγιο Γεώργιο της Ριζαρείου, επειδή ήταν κοντά. Εκεί κατ πανάληψη λειτούργησε και ο Πενταπόλεως Νεκτάριος, τον οποίο είδα. Ήρχετο από την Αίγινα καμμιά φορά. Ένας πολύ σεβάσμιος, πολύ ... Που να ξέρω εγώ ότι αυτός είναι άγιος! Ήταν όπως στο ύψος μου· ταπεινός, γεμάτος χάρη· όταν ομιλούσε ολίγα "άλατι ηρτυμένα", αυτά τα θυμούμαι. Δεν θυμούμαι άλλους λειτουργούς».
Στην Αθήνα καλλιέργησε την σκέψη να γίνει μοναχός και σκέφθηκε να φύγει έγκαιρα, πριν αναλάβει άλλες υποχρεώσεις. Και δεν χρειάστηκε πολύ χρόνο για να πραγματοποιήσει την κλίση του. Έτσι έρχεται στο Άγιον Όρος στις 15-8-1922 σύμφωνα με δική του διήγηση, ενώ σύμφωνα με τα στοιχεία του Μοναχολογίου του αρχείου της Μονής Μεγίστης Λαύρας στις 15-8-1923.

-Από την Αθήνα στο Άγιον Όρος
Στο Άγιον Όρος εγκαταβιώνει ως δόκιμος στην σκήτη της Αγίας Άννης. Συγκεκριμένα στην Μικρά Αγία Άννα, στο κελλί του Τιμίου Προδρόμου, έχοντας ως γέροντα τον μικρασιάτη ιερομόναχο Μελέτιο Ιωαννίδη.
Εδώ, σ' αυτή την ερημική, άνυδρη, αιχμηρή και άγονη τοποθεσία της Μικράς Αγίας Άννης, βρίσκει απόλυτη πνευματική χαρά και εκπλήρωση του ονείρου της ζωής του. Μπορεί πλέον απερίσπαστα να επιδοθεί στην άσκηση της πνευματικής ζωής και στην μελέτη των ιερών εκκλησιαστικών κειμένων.
Στις 20 Οκτωβρίου του 1924 κατά την διάρκεια της αγρυπνίας στην μνήμη του αγίου Γερασίμου Κεφαλληνίας έγινε η μοναχική κουρά του παίρνοντας το όνομα του αγίου.
G.jpg
Ο μοναχός Γεράσιμος, προσαρμοσμένος πλήρως στην νέα του ζωή, αποτέλεσε πρότυπο υπακοής, ταπεινώσεως και κάθε αρετής. Παράλληλα με την τέλεση των καθημερινών μοναχικών ακολουθιών και την μελέτη, οι δύο μοναχοί της καλύβης, γέροντας και υποτακτικός, εργάζονταν για την επιβίωσή τους ως άνθρωποι. Ο Γέροντας Μελέτιος γνώριζε καλά και ασκούσε από χρόνια την τέχνη κατασκευής ξυλόγλυπτων σφραγίδων που χρησιμοποιούνται στην παρασκευή προσφορών για την θεία Λειτουργία. Κοντά σ αυτόν και ο νέος μοναχός Γεράσιμος έμαθε την τέχνη αυτή, την οποία και ασκούσε φίλεργα.0011.jpg
Εκείνο, όμως, το οποίο τον γοήτευε ήταν η ενασχόληση με τα γράμματα. Μας λέει σχετικά: «Εδώ, όταν ήρθα, καλλιέργησα και ανακεφαλαίωσα τις γνώσεις μου. Τους αρχαίους συγγραφείς, όλα τα χόρτασα, όλα τα χώνεψα. Είχα μερικά βιβλία απ' έξω, που τα έδωσα σε ορισμένα πτωχά παιδιά που μ' επισκέφθηκαν από την Συκιά απέναντι».
Μετά την παρέλευση λίγων ετών, ο γέροντας Μελέτιος φεύγει οριστικά για την Αθήνα, αφήνοντας τελείως μόνο του τον νέο μοναχό Γεράσιμο. Ο τελευταίος εξηγεί τους λόγους: «Ο γερο-Μελέτιος έφυγε το 1924-1925. Ήμουν 24-25 ετών. Εκείνος έφυγε, επειδή τον παραπλάνησαν οι ζηλωταί, για να κάνει τον παπά έξω. Δεν με πήρε μαζί του. Εγώ έφυγα από τον κόσμο για να ρθει εδώ· όχι να γυρίσω πάλι πίσω».
Κάτω από την καλύβη του Τιμίου Προδρόμου βρίσκεται η καλύβη Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Σε αυτήν εγκαταβιούσε ο ασκητής Γέροντας Αβιμέλεχ (1965). Το 1946 υποτάχθηκε σ' αυτόν ο μετέπειτα ιερομόναχος Διονύσιος. Με τον π. Διονύσιο συνδέθηκε ο π. Γεράσιμος και αργότερα, το 1966, ενώθηκαν σε μία μόνη συνοδεία. Ο μοναχός Γεράσιμος γίνεται κτίτορας του ναού των αγίων Πατέρων Διονυσίου του ρήτορος και Μητροφάνους. Συγκεκριμένα, το 1956 στο σπήλαιο όπου ασκήτευσαν οι δύο όσιοι κτίζει μικρό ναΐδριο και το 1960 το συμπληρώνει με την λιτή. Στο μεταξύ, η συνοδεία αυξάνει.
Ο Γέροντας Γεράσιμος, εκτός των άλλων, φημιζόταν για την διάθεση φιλοξενίας, την οποία ενέπνευσε και στους υποτακτικούς του. Είναι άξιο λόγου ότι η ασκητική και αναχωρητική του βιοτή σε τίποτα δεν έπληξε την κοινωνικότητά του. Οι προσερχόμενοι σ'; αυτόν λαϊκοί επισκέπτες πάντοτε έφευγαν ωφελημένοι και γοητευμένοι, καθώς ο λόγος του ήταν πάντοτε προσεγμένος. Συνετός στις αποκρίσεις του, απέφευγε συστηματικά τις άκαιρες συζητήσεις και φλυαρίες· επιδίωκε πάντοτε την σιωπή, την οποία και θεωρούσε «μητέρα σοφωτάτων εννοιών».
Εκτός από τους λαϊκούς, οι επισκέπτες ήταν πολλές φορές κληρικοί η και μοναχοί, που έρχονταν με τον ίδιο σκοπό: να ακούσουν τον γέροντα, να ωφεληθούν πνευματικά και να διδαχθούν από την ενάρετη ζωή του. Κατά την διάρκεια της ζωής του, του ανατέθηκαν μοναχικά διακονήματα. Διετέλεσε βιβλιοθηκάριος και τυπικάρης του Κυριακού της σκήτης Αγίας Άννης. Ως βιβλιοθηκάριος μάλιστα ασχολήθηκε με την σύνταξη και δημοσίευση καταλόγου των χειρογράφων κωδίκων της βιβλιοθήκης του κυριακού της σκήτης. Με την ιδιότητα αυτή βοήθησε πολλούς επιστήμονες στην εύρεση και απόκτηση αντιγράφων των χειρογράφων. Ο ίδιος συνέταξε αξιόλογες μελέτες και άρθρα.
Ο Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης είναι μια από τις σπάνιες περιπτώσεις υμνογράφων, που το μεγαλύτερο μέρος του έργου του χρησιμοποιήθηκε αμέσως στην λειτουργική ζωή της Εκκλησίας. Έτσι, το μεγαλύτερο μέρος του έργου είναι προσιτό, παρά το γεγονός ότι ένα μικρό μόλις τμήμα του έχει εκδοθεί. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι πολλές ακολουθίες κυκλοφορούν ευρύτατα σε δακτυλογραφημένα φωτοαντίγραφα.
Αλλά και την ίδια την υμνογραφία την θεωρεί προέκταση της προσευχής, κοινωνία με τον Θεό και τους αγίους: «Έχω τον άγιο μπροστά. Γι' αυτό και δεν θέλω επικοινωνία με κανέναν. Η υμνογραφία, η πνευματική αυτή εργασία, είναι ένωση της ψυχής μετά του Θεού· είναι μία θαυμασία προσευχή· είναι μία μεταρσίωσις του νοός· είναι μία μυστική θεωρία· είναι ένα μυστήριον, που δεν ερμηνεύεται και με λόγους δεν εξωτερικεύεται. Η υμνογραφία είναι η υπάτη φιλοσοφία. Δεν εκφράζεται με αυτά τα λόγια. Πρέπει κανείς να την δοκιμάση για να την αισθανθή».
002.jpg
-Υμνογραφικό έργο
Ο Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης αναδείχθηκε ως ο μεγαλύτερος υμνογράφος της μεταβυζαντινής εποχής. Το έργο του γνώρισε μεγάλη απήχηση και η φήμη του ως υμνογράφου ξεπέρασε σύντομα το ασκητικό κελλί και διαδόθηκε σε ολόκληρο το Άγιον Όρος. Ιδιαίτερα αξιομνημόνευτο είναι το γεγονός ότι η αναγνώριση του έργου δεν συνέβη κατά το τέλος η έστω την διάρκεια της υμνογραφικής παραγωγής, αλλά ήδη από τα πρώιμα στάδιά της.
Η Εκκλησία αποδέχθηκε πολύ νωρίς το έργο του νέου υμνογράφου της και το ενέταξε στις εκκλησιαστικές ακολουθίες. Επανειλημμένα επαινεί το έργο και τιμά το πρόσωπο του υμνογράφου. Οι ύμνοι ψάλλονται στις εκκλησιαστικές ακολουθίες, εντάσσονται δηλαδή στην λειτουργική χρήση, παράλληλα με τα έργα των προγενέστερων μεγάλων υμνογράφων της. Η ευρεία απήχηση του έργου φαίνεται και από την μεγάλη ζήτηση των διαφόρων ακολουθιών, από ολόκληρο τον κόσμο, προκειμένου να συμπληρωθούν τα εκκλησιαστικά βιβλία.
Όπως ήταν φυσικό, η πανθομολογούμενη αναγνώριση της αξίας του έργου του υμνογράφου προκάλεσε και την, συνδεόμενη με αυτήν, απονομή διαφόρων διακρίσεων, τόσο από την Εκκλησία όσο και από την Πολιτεία.
Η Εκκλησία τίμησε τον υμνογράφο με πολλές διακρίσεις. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο του απονέμει την ευαρέσκειά του. Η ανώτατη εκκλησιαστική διάκριση δόθηκε από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα, όταν ο π. Γεράσιμος ονομάστηκε Υμνογράφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Στην απόφαση αυτή οδηγήθηκε το Οικουμενικό Πατριαρχείο, όπως αναφέρει το σχετικό πατριαρχικό γράμμα με ημερομηνία 25 Αυγούστου 1955.
Πέρα από τις παραπάνω εκκλησιαστικές διακρίσεις ο υμνογράφος έλαβε και πολλά μετάλλια και παράσημα. Το 1963 του απονεμήθηκε από τον Οικουμενικό Πατριάρχη ο σταυρός της χιλιετηρίδας του Αγίου Όρους, για την συμβολή του στην διοργάνωση και επιτυχία των εορτών που είχαν προγραμματισθεί.
400 (2).JPG
Εκτός από την Εκκλησία και η Ελληνική Πολιτεία τίμησε τον υμνογράφο. Η ύψιστη τιμή και ταυτόχρονα αναγνώριση του έργου του προέρχεται από την Ακαδημία Αθηνών. Στις 3 Δεκεμβρίου 1953 από το βήμα του ανώτατου πνευματικού ιδρύματος της χώρας έγινε ιδιαίτερος λόγος για το έργο του υμνογράφου. Ύστερα από 15 χρόνια η Ακαδημία Αθηνών απονέμει το αργυρό της μετάλλιο στον υμνογράφο, «δια το υπέροχον υμνογραφικόν του έργον το οποίον τιμά την ελληνικήν γραμματείαν και την θρησκευτικήν ποίησιν».
Ο υμνογράφος Γεράσιμος δεν ήταν «φρέαρ συντετριμμένον», αλλά πηγή «ύδατος ζώντος, αλλομένου εις ζωήν αιώνιον» (Ιω. δ 14). Το καθαρό του στόμα ήταν η διέξοδος των πολλών υδάτων της εκκλησιαστικής υμνογραφικής παραδόσεως, στην οποία ήταν ταπεινά ενταγμένος και την οποία με καθαρή καρδιά και συντετριμμένη ψυχή βίωνε σε όλη την ασκητική του ζωή. Έτσι εξηγείται η ασύγκριτη σε ποσότητα (37.000 σελίδες) και εκλεκτή σε ποιότητα υμνογραφική του παραγωγή. Το δοθέν από τον Θεό τάλαντο φιλοπόνως καλλιέργησε και γρηγορών χρησιμοποίησε, ψάλλοντας προς δόξαν Θεού και την τιμή της Θεοτόκου και των αγίων, αλλά και για την οικοδομή και την στήριξη της Εκκλησίας του Χριστού.
-Η εκδημία του
Ο Γέροντας Γεράσιμος αποτελεί χαρακτηριστική και γραφική μορφή του σύγχρονου αθωνικού μοναχισμού και δεν λείπει από τις αναφορές των διαφόρων οδοιπορικών και προσκυνηματικών οδηγών του Αγίου Όρους. Παρά το γεγονός ότι ποτέ δεν τον εγκατέλειψαν η σωματική ευρωστία και η πνευματική διαύγεια, που τον χαρακτήριζαν, τα τελευταία χρόνια διαισθανόταν τον θάνατό του. Έτσι, φρόντισε να καταγράψει τις τελευταίες πατρικές του υποθήκες προς τους υποτακτικούς του και να επιλέξει τον τόπο ταφής του, κοντά στο σπήλαιο των αγίων Διονυσίου και Μητροφάνους.
Δεν αντιμετώπιζε ιδιαίτερα προβλήματα υγείας. Μέχρι και την παραμονή της εκδημίας του έγραφε, χωρίς κανένα πρόβλημα. Η τελευταία του μάλιστα επιστολή, με ημερομηνία 30 Νοεμβρίου 1991, απευθύνεται προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη. Το μεσημέρι της Παρασκευής 6 Δεκεμβρίου 1991, έπειτα από αναπνευστική δυσφορία, έμεινε κλινήρης και ξημερώματα Σαββάτου 7 Δεκεμβρίου άφησε στο μοναχικό του κελλί την τελευταία του πνοή, ενώ βάδιζε ήδη το 86ο έτος της επίγειας ζωής του.
0022.jpg
Η είδηση του θανάτου του προκάλεσε βαθειά συγκίνηση σε ολόκληρο τον ορθόδοξο κόσμο, ελληνόφωνο και μη. Η νεκρώσιμη ακολουθία τελέστηκε την επομένη με την παρουσία λίγων ιερέων, μοναχών και λαϊκών, που μπόρεσαν να βρεθούν εκεί. Σε ένδειξη σεβασμού και εκτιμήσεως η μονή Αγίου Παύλου πρόσφερε τον τάφο. Η σφοδρή κακοκαιρία, που έπληξε την περιοχή την ημέρα εκείνη, δεν επέτρεψε την παρουσία όλων όσοι θα επιθυμούσαν να παραστούν στην νεκρώσιμη ακολουθία.
0000.jpg
Ο Γέροντας Γεράσιμος έμεινε βέβαια περισσότερο γνωστός ως υμνογράφος. Διακρίθηκε, όμως, και ως μοναχός. Δεν θα ήταν υπερβολή να λέγαμε πως ήταν υμνογράφος επειδή ήταν μοναχός. Στο πρόσωπό του η υμνογραφία δεν ήταν κάτι εξωτερικό η επίκτητο, αλλά προέκταση του ζωντανού βιώματος ενός δοκιμασμένου και παραδοσιακού αγιορείτη μοναχού, όπως ακριβώς ήταν ο ίδιος.
Διατηρούσε σε ολόκληρη την ζωή του αμείωτη την προθυμία προς τους πνευματικούς αγώνες, και άσβεστη την φλόγα της αγάπης προς την μοναχική ζωή. Ο ίδιος θεωρούσε δωρεά της Θεοτόκου το να είναι κανείς αγιορείτης μοναχός και, κάθε φορά που τύχαινε να βρίσκεται εκτός Αγίου Όρους, διακατεχόταν από έντονη αγωνία μήπως αρρωστήσει και δεν προλάβει να επιστρέψει πίσω.
Ιδιαίτερα διακρίθηκε για την υπακοή και την ταπείνωση. Θεωρούσε πως η τέλεια και αδιάκριτη υπακοή είναι το θεμέλιο της πνευματικής ζωής, γεννήτρια της ταπεινώσεως, πηγή ειρήνης και πνευματικής χαράς στην καρδιά του καλού και υπάκουου μοναχού. Και αυτό συνιστούσε πάντοτε στους υποτακτικούς του.
Πράος, ειρηνικός και ήσυχος, δεν έχασε, μέχρι και τα βαθιά του γεράματα, την γλυκύτητα του προσώπου του, παρά την αγριότητα και σκληρότητα του τόπου που κατοικούσε. Αναδείχθηκε, κατά γενική μαρτυρία, «των αρετών θησαυρός, των εν τω Άθω μοναστών θείον καύχημα, ο πράξει και θεωρία καταλαμπρύνας τον νουν και πλησθείς των θείων επιλάμψεων ... ως πραύς και ακέραιος».
-Υποθήκες προς τα πνευματικά του τέκνα:
«Τέκνα μου εν Κυρίω αγαπητά και περιπόθητα, ακούσατέ μου της ταπεινής φωνής, ήτις χάριτι Κυρίου και βοηθεία της Κυρίας ημών Θεοτόκου θα είπη εις υμάς ρήματα ζωής αιωνίου, ήτοι μικρόν και συνεπτυγμένον, αλλά πρακτικόν λόγον ωφελείας και οικοδομής.
Δόξαν και ευγνωμοσύνην να προσφέρωμεν καθ' εκάστην ημέραν τω Κυρίω και τη Παναγία Αυτού Μητρί, διότι ηξίωσαν ημάς να έλθωμεν εις τον άγιον τούτον τόπον και να γίνωμεν μοναχοί, όπερ πολλοί επεθύμησαν, αλλά δεν το κατόρθωσαν. Γενόμενοι μοναχοί να έχωμεν αμείωτον την προθυμίαν προς τους πνευματικούς αγώνας και άσβεστον την φλόγα της αγάπης προς την μοναχικήν ζωήν, ως είμεθα την πρώτην ημέραν της ενταύθα ελεύσεώς μας. Να προσέχωμεν πολύ δια να φυλάττωμεν τον νουν μας καθαρόν από τους πονηρούς και ακαθάρτους λογισμούς, οίτινες μολύνουν την καρδίαν μας, αποδιώκουν μακράν ημών την θείαν χάριν και γινόμεθα παίγνιον του σατανά.
Ιδιαιτέρως σας συνιστώ να προσέξωμεν το έργον της υπακοής, της τελείας και αδιακρίτου υπακοής, ήτις είναι το θεμέλιον της μοναχικής ζωής, γεννήτρια της ταπεινώσεως και πηγή ειρήνης και πνευματικής χαράς εις την καρδίαν του καλού και υπηκόου μοναχού. Υπακοή και ταπεινοφροσύνη είναι δύο πτέρυγες, αίτινες υψώνουν ημάς ταχύτερον εις την πνευματικήν τελειότητα. Υπήκοος μοναχός, εργάτης αρετής· παρήκοος, πλήρης ακαταστασίας.
Να εξομολογήσθε ταχτικώς και ειλικρινώς και να ανοίγητε διάπλατα την καρδίαν σας εις τον πνευματικόν σας πατέρα. Η συνεχής και καθαρά εξομολόγησις καίει τον σατανά, ευφραίνει τον άγγελον φύλακα της ψυχής και πληροί την καρδίαν μας θείας χάριτος.
Να προσέρχεσθε ταχτικότερον εν φόβω Θεού και καθαρά εξομολογήσει εις την μετάληψιν των αγίων και αχράντων Μυστηρίων. Ο μεταλαμβάνων ταχτικώς εν φόβω Θεού ενούται μετά του Κυρίου, φωτίζεται η ψυχή του, λαμβάνει μυστικήν δύναμιν κατά του αοράτου εχθρού, όστις σφόδρα φοβείται την θείαν Μετάληψιν και κατακαίεται υπ' αυτής και γενικώς ο μεταλαμβάνων εν βαθυτάτη ταπεινώσει αξιούται νοερώς πολλών παρά Θεού πραγμάτων και δωρεών ως εμπράκτως εδοκιμάσαμεν τούτο.
Να μην αμελήτε τον κανόνα σας και τα λοιπά καθήκοντά σας, ήτοι εσπερινόν, απόδειπνον, όρθρον ως και την ανάγνωσιν.
Όταν δε εργάζεσθε να προσπαθήτε να λέγετε την ευχήν «Κύριε Ιησού Χριστέ» και ενδιαμέσως το «Θεοτόκε Παρθένε».
Να έχετε αγάπην μεταξύ σας αδελφικήν, άδολον και ανυπόκριτον, δια να σας επισκιάζη η χάρις του Θεού.
Να αγαπάτε και να σέβεσθε τον πνευματικόν σας πατέρα, ήτις αγάπη και σεβασμός αναφέρεται εις τον Χριστόν.
Να είσθε προσεκτικοί εις τους λόγους σας, συνετοί εις τας αποκρίσεις σας, να αποφεύγετε τας ακαίρους συζητήσεις και φλυαρίας και να επιδιώκετε πάντοτε την σιωπήν, ως μητέρα σοφωτάτων εννοιών κατά τον ειπόντα θείον Πατέρα.
Να ευλαβείσθε σφόδρα την Κυρίαν ημών Θεοτόκον, την έφορον και προστάτιδα ημών, τον αρχηγόν ημών Άγιον Ιωάννην τον Πρόδρομον και τους ιδιαιτέρους προστάτας ημών Άγιον Διονύσιον τον Ρήτορα και Άγιον Μητροφάνην, οίτινες υπερίπτανται νοερώς και ευλογούσιν ημάς και να λέγετε εν τακτύή ημέρα της εβδομάδος ανελλιπώς τους χαιρετισμούς και την παράκλησιν αυτών.
Να βιάζεσθε, αγαπητά μου τέκνα, να βιάζεσθε εις το καλόν και γενικώς εις τα μοναχικά σας καθήκοντα και ως λέγει ο Ουρανοβάμων Άγιος Απόστολος Παύλος "βλέπετε πως ακριβώς περιπατείτε μη ως άσοφοι αλλ'; ως σοφοί εξαγοραζόμενοι τον καιρόν, ότι αι ημέραι πονηραί εισι".
Μακάριος ο μοναχός εκείνος, όστις βιάσει τον εαυτόν του και ζήσει εναρέτως κατά τας δοθείσας υποσχέσεις εν τη κουρά. Ούτος θα αξιωθή μακαρίου τέλους και μετά το τέλος του η Κυρία Θεοτόκος θα απολογηθή υπέρ αυτού προς τον εύσπλαχνον Υιόν της και Θεόν ημών Κύριον Ιησούν Χριστόν, ου η χάρις και το άπειρον έλεος είη μεθ' ημών. Αμήν.
Και ταύτα πάντα μετά πολλής εν Χριστώ αγάπης και θερμών πατρικών ευχών, ο ταπεινός Γέρων Μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης
Υμνογράφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας
Εν μηνί Αυγούστω 15. 1985
Κατά ταύτην την ημέραν εορτή της Κοιμήσεως της Κυρίας ημών Θεοτόκου ήλθον εις Άγιον Όρος εν έτει 1922.
-«Το κύκνειον άσμα του Γέροντα»
Αλλ' ω Πανύμνητε Δέσποινα, δέξαι παρακαλώ, εν πολλή μητρική ευνοία και συμπαθεία και συγκαταβάσει, ως εδέξατο ο Υιός σου και Θεός ημών τα δύο λεπτά της χήρας, τα ταπεινά μου ταύτα ψελλίσματα, άτινα γονυκλινώς εν πολλύή ευλαβεία προσφέρω τη Θεομητορική σου μεγαλειότητι, «ως δώρα ευπρόσδεκτα και προσφοράν τελείαν», και εν τη φοβερά ώρύα του θανάτου βοήθει μοι τω αναξίω και αμαρτωλώ ικέτη σου, εν δε τω αδεκάστω βήματι του φιλανθρώπου Υιού σου και Θεού ημών, παράστησόν με ακατάκριτον δια της Μητρικής σου παρρησίας, ως υπέσχου, φιλάγαθε Δέσποινα, και πάντας τους ψάλλοντας αυτούς εν ευλαβεία, αξίωσον της ουρανίου βασιλείας. Αμήν.
Δέξασθε ευμενώς, παρακαλώ υμάς, αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί, το παρόν Θεοτοκάριον, και ψάλλατε τους εν αυτώ κανόνας εν πίστει και ευλαβεία προς την Κυρίαν ημών Θεοτόκον, ίνα απαλλάττη υμάς πειρασμών και κινδύνων και πάσης αμαρτίας, μετά δε το τέλος αξιώση υμάς, ταις Μητρικαίς αυτής πρεσβείαις, της βασιλείας των ουρανών· ης γένοιτο πάντας ημάς επιτυχείν χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού· ω η δόξα και το κράτος και η προσκύνησις συν τω ανάρχω αυτού Πατρί, και τω Παναγίω και ομοουσίω αυτού Πνεύματι νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Tου αρχιμανδρίτου Γεωργίου Χρυσοστόμου, Διδάκτορος Φιλολογίας, Πρωτοσυγκέλλου Ι. Μητροπ. Βεροίας
Αντιγραφή από agioritikesmnimes.pblogs

Σάββατο 4 Ιουνίου 2011

Πως Ένας Απλός Παπάς Έσωσε το Ομοούσιο!

Ολοι μας θα γνωρίζουμε  την αίρεση του Αρείου πού καταδικάστηκε άπο την Α' Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια το 325. Ό "Αρειος δίδασκε σχετικά με την Αγία Τριάδα ότι, ο Υιός δεν ήταν ομοούσιος με τον Πατέρα άλλα δημιούργημα Του, το πρώτο και τέλειο.


Ή συνοδική καταδίκη του Αρείου δεν ανέστειλε τη διάδοση της αιρέσεως του. Σέ τουτο συνετέλεσαν δύο παράγοντες. Ό πρώτος ήταν ότι οι διάδοχοι, του Μεγάλου Κωνσταντίνου (306-323) άμεσα ή έμμεσα υποστήριξαν τον αρειανισμό, μέχρις ότου στον αυτοκρατορικό θρόνο ανέβηκε ο Θεοδόσιος ό Μέγας (373-395). Ό δεύτερος παράγοντας ήταν ότι υπήρχαν και θεολόγοι άρειανίζοντες, οι οποίοι με τη βοήθεια και την υποστήριξη των όμόπιστων αυτοκρατόρων εξακολουθούσαν να κατέχουν υψηλές εκκλησιαστικές θέσεις.
Ανάμεσα σ' αυτούς τους άρειανίζοντες υπήρξαν και θεολόγοι με μεγάλη μόρφωση και αντίστοιχη διαλεκτική ικανότητα, όπως για παράδειγμα ό Εύνόμιος. Ό τελευταίος άρειανός αυτοκράτορας, ό Ούάλης (364-378)μαζί με τον όμόπιστό του αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως Εύδόξιο (360-370) έκαναν τον Εύνόμιο επίσκοπο Κυζίκου. Σκοπός τους ήταν να επηρεάσει ό Εύνόμιος με τα φυσικά χαρίσματα πού είχε και να παρασύρει στον αρειανισμό ολόκληρη την ορθόδοξη επισκοπή. Ό νέος επίσκοπος στην αρχή πράγματι εξέπληξε το λαό με τη δύναμη του λόγου του. "Οταν όμως άρχισε να προβάλλει τις άρειανικές του δοξασίες, ό λαός αντέδρασε, γιατί κατάλαβαν έγκαιρα πώς ήταν άρειανός. Τελικά τον απόδιωξαν από την πόλη τους. Ό Εύνόμιος αναχώρησε και εγκαταστάθηκε σε ένα κτήμα πού είχε στη Χαλκηδόνα κοντά στην Κωνσταντινούπολη. Έκει συνέχισε με τα κηρύγματα του να διδάσκει τις θέσεις του.Ή φήμη του ως κήρυκα ήταν μεγάλη, σε τέτοιο βαθμό πού πολλοί από την Κωνσταντινούπολη και από τα γύρω κοντινά μέρη πήγαιναν στο κτήμα του για να τον ακούσουν. Οι άνθρωποι, πού πήγαιναν στον Εύνόμιο δεν ήσαν όλοι οπαδοί της αίρέσεως, άλλα προφανώς τους κινούσε ή περιέργεια να άκούσουν τα λόγια του. Πάντως, ή δραστηριότητα και ή φήμη του Εύνομίου είχε προξενήσει, στους ορθοδόξους έγνοια και φόβο.
Στο μεταξύ στον αυτοκρατορικό θρόνο είχε ανέβει ο ορθόδοξος αυτοκράτορας Θεοδόσιος ό Μέγας (379-395). Ή φήμη του Εύνομίου έφτασε μέχρι και το νέο αυτοκράτορα, ό όποίος εκδήλωσε την πρόθεση του να τον συναντήσει. Θα το είχε πραγματοποιήσει αν δεν τον εμπόδιζε ή σύζυγος του Πλακίλλα, που ήταν «φύλαξ του δόγματος της εν Νικαία συνόδου. Ό φόβος της ήταν μήπως, συζητώντας ό αυτοκράτορας με τον Εύνόμιο, «παραπεισθείς ό άνηρ» αλλάξει, την πίστη του.


Τελικά ό αυτοκράτορας παρέμεινε πιστός στην ορθόδοξη πίστη εξαιτίας και ενός απροσδόκητου περιστατικού.

Εκείνη την εποχή βρίσκονταν στην Κωνσταντινούπολη αρκετοί επίσκοποι διάφορων δογματικών αποκλίσεων, πού συγκεντρώνονταν με σκοπό τη σύγκληση της νέας συνόδου, πού πραγματοποιήθηκε το 381 και πού αργότερα ονομάστηκε Οικουμενική Β'.
Κάποια ημέρα, οί συγκεντρωμένοι στην Κωνσταντινούπολη επίσκοποι παρουσιάστηκαν στα βασιλικά ανάκτορα για να χαιρετήσουν, σύμφωνα με το έθος, τον αυτοκράτορα. Μεταξύ αυτών υπήρχε και ένας ιερέας από κάποια άσημη πόλη, πού ήταν απλός και στα κοινωνικά άσχετος, αλλά συγχρόνως «περί τα θεία νουν έχων». Σύμφωνα με το πρωτόκολλο όλοι οί επίσκοποι χαιρετούσαν τον αυτοκράτορα, καθώς και τον παρακαθήμενο μικρά γιο του, με πολλή ευλάβεια. "Οταν ήρθε ή σειρά του ιερέα χαιρέτησε κι αυτός τον αυτοκράτορα, αλλά δεν απέδωσε την ίδια τιμή και στο γιο του. Τον χαιρέτησε όπως κάνουμε στα παιδιά, λέγοντας του ''γεια σου'' και νεύαντας απλά με τα δάχτυλα του. Ή συμπεριφορά του ιερέα εξόργισε τον αυτοκράτορα, γιατί τη θεώρησε ως περιφρόνηση του γιου του, καθώς δεν αποδόθηκε και σ' αυτόν ή ίδια τιμή, όπως και στον πατέρα.
Ό οργισμένος αυτοκράτορας έδωσε αμέσως διαταγή να συλλάβουν τον ιερέα και να τον πετάξουν έξω άπο τα ανάκτορα. Καθώς οι φρουροί τον έσπρωχναν, αυτός στράφηκε προς τα πίσω και είπε στον αυτοκράτορα: «Κατάλαβε, βασιλιά, ότι κατά τον ίδιο τρόπο ό ουράνιος Πατέρας αγανακτεί κατά των άνομοίων [αιρετικοί στους οποίους άνηκε και ό Εύνόμιος, Σ.τ.Σ], πού δεν τιμούν τον Υίό Του όπως Αυτόν τον ίδιο, άλλα τον θεωρούν κατώτερο Του''. Ό λόγος αυτός άρεσε στον αυτοκράτορα. Γύρισε τον ιερέα πίσω, του ζήτησε συγνώμη και του δήλωσε ότι συμφωνεί με όσα είπε.
"Ετσι, με αυτό το απλό γεγονός ό αυτοκράτορας βεβαιώθηκε περισσότερο για την αλήθεια των ορθοδόξων, τους οποίους και μόνο πλέον αποδεχόταν. Μάλιστα απαγόρευσε να γίνονται τέτοιου είδους συζητήσεις στην αγορά και, όρισε ανάλογες τιμωριες σε περίπτωση περιφρονήσεως των διαταγών του

πηγή το βιβλίο ''Καθημερινές ιστορίες αγίων και αμαρτωλών στο Βυζάντιο εκδ.''ΜΑΙΣΤΡΟΣ''
www.proskynitis.blogspot.com

Οσίου Εφραίμ του Σύρου-Περί αγάπης


Τοιχογραφία καθολικού Ι.Μ.Διονυσίου-16ος αιώνας

Μακάριος ό άνθρωπος εκείνος πού έχει την αγάπη του Θεού. Διότι έχει εντός του τον Θεόν. «Ό Θεός αγάπη εστίν. Καί ό μένων εν τη αγάπη, εν τω Θεώ μένει».

Ό έχων την αγάπη υπερνικά τα πάντα με την βοήθεια του Θεοϋ.

Ό έχων την αγάπη δεν φοβάται. διότι ή αγάπη «έξω βάλλει τον φόβον».
Ό έχων την αγάπη δεν αποστρέφεται κανένα, ούτε μεγάλο, ούτε ένδοξο, ούτε πτωχό, ούτε πλούσιο. Τα πάντα στέργει, τα πάντα υπομένει.

Ό έχων την αγάπη δεν επαίρεται κατά τίνος, δεν κομπάζει, δεν καταλαλεϊ κανένα, αλλά αποστρέφεται τους καταλαλητάς.
Ό έχων την αγάπη δεν περπατάει με δόλο, δεν υποσκελίζει τον άδελφόν, ούτε υποσκελίζεται.

Ό έχων την αγάπη δεν φθονεί, δεν συκοφαντεί, δεν χαίρεται για τα σφάλματα των άλλων, δεν διασύρει τον πταίστη, αλλά τον συλλυπείται καί τον βοηθάει. Δεν παραβλέπει τον άδελφόν του στην ανάγκη του, αλλά υπερασπίζει αυτόν καί πεθαίνει μαζί του.

Ό έχων την αγάπη κάνει το Θέλημα του Θεοϋ καί είναι μαθητής Του. Διότι ό καλός Δεσπότης μας είπε: «εκ τούτου γνώσονται πάντες ότι έμοί μαθηταί έστέ, εάν άγάπην έχητε εν άλλήλοις».

Ό έχων την αγάπη ουδέποτε θεωρεί, ούτε λέγει ότι κάτι είναι δικό του, αλλά όσα έχει παρουσιάζει κοινά προς όλους.
Ό έχων την αγάπη κανένα δεν θεωρεί ξένον, αλλά όλους οικείους.

Ό έχων την αγάπη δεν θυμώνει, δεν κομπάζει, δεν έξάπτεται, δεν χαίρει για τίς αδικίες, δεν καταγίνεται ακατάπαυστα στα ψεύδη, κανένα δεν νομίζει έχθρόν, παρά μόνο τον διάβολο.

Ό έχων την αγάπη τα πάντα υπομένει, πολιτεύεται ενάρετα καί μακροθυμεί
.
Λοιπόν, μακάριος είναι αυτός που έχει την αγάπη καί αναχωρεί εκ του κόσμου προς Κύριον μαζί με αυτή. Διότι ό Κύριος γνωρίζει τον δικό Του καί θα τον προσδεχθή στην αγκαλιά Του. Διότι, ό εργάτης της αγάπης θα συνδιαιτάται μαζί με τον Χριστό, άφού δι' αυτής ήλθε στη γη ό Θεός, δι' αυτής ανοίχθηκε ό Παράδεισος καί φάνηκε για μας κλίμακα προς Ουρανό. Κι' ενώ υπάρχουμε εχθροί συμφιλιωθήκαμε μαζί Του...
Αθλιος καί ταλαίπώρος είναι εκείνος πού βρίσκεται μακρύα από την αγάπη. Ποιος δεν θα λυπηθή τον άνθρωπον εκείνον, πού είναι μακρυά από τον Θεό καί στερείται από το φως καί ζει μέσα στο σκοτάδι;...Όποιος δεν έχει την αγάπη του Χρίστου είναι εχθρός Του. Ό άψευδής Χριστός είπε: «Όποιος μισεί τον αδελφό του είναι άνθρωποκτόνος καί περπατάει μέσα στο σκοτάδι...»."Οποιος δεν έχει αγάπη καί οξύθυμος γίνεται καί από το μίσος κυριεύεται εναντίον των άλλων.
Όποιος δεν έχει αγάπη χαίρεται για τις αδικίες, πού υποφέρουν οι άλλοι. Δεν συμπάσχει με τον άμαρτάνοντα. Δεν εκτείνει το χέρι του στον πεσμένο κατά γης. Δεν συμβουλεύει τον πταίστη. Δεν στηρίζει τον κλονισμένο.
"Οποιος δεν έχει αγάπη ειναι βλαμμένος στον νουν. Είναι φίλος του διαβόλου.
Είναι εφευρέτης κάθε πονηρίας . Είναι αίτιος φιλονεικιών καί ύβρεων. Είναι σύντροφος των καταλαλούντων, σύμβουλος των υβριστών, εργάτης της υπερηφάνειας, σκεύος της αλαζονείας
.

Όποιος, τέλος, δεν έχει αγάπη είναι όργανο του έχθροϋ καί πλανάται σε κάθε στενωπό καί δεν γνωρίζει ότι περπατάει μέσα στο σκοτάδι.

Παρασκευή 3 Ιουνίου 2011

Οι Άγιοι μάρτυρες Ζωτικός,Ατταλός,Κάμασις και Φίλιππος(+4ος αιώνας)ο τάφος των οποίων ανακαλύφθηκε το 1971


Οι τέσσερεις μεγάλοι μάρτυρες καί συγκεκριμένα οι: Ζωτικός, Άτταλός, Κάμασις καί Φίλιππος ήταν ενταφια­σμένοι στην κρύπτη μιας Βασιλικής, πού ανακαλύφθηκε στην περιοχή της Κοινότητος Νικολιτσέλ του νόμου Τούλτσεα της Ρουμανίας, το φθινόπωρο του έτους 1971.
 Τα Λείψανα των Μαρτύρων ήταν τοποθετημένα σε ειδικό ξύλινο κιβώτιο πού είχε στην συνέχεια τεθή σ' αυτή την κρύπτη. Είχαν τοποθετηθή, σύμφωνα με την χριστιανική παράδοσι πού έχουμε μέχρι σήμερα, δηλαδή με τα χέρια στο στήθος καί το κεφάλι προς την δύση. Ή κρύπτη έχει την μορφή περίπου τετραγώνου καί είναι φτιαγμένη από κεραμίδες καί κονίαμα. Οι διαστάσεις της είναι: 3,70 Χ 3,40 καί το ΰψος της 2,30 μ. Ή είσοδος είχε φραχθή με μία μεγάλη πέτρα. Εσωτερικά, ό τοίχος της αριστεράς πλευράς είχε χαραγμένη με σκληρό κονίαμα την έξης επι­γραφή: «Οι Μάρτυρες του Χρίστου», ενώ στόν δεξιό τοί­χο διαβάζουμε την ίδια λέξη «Μάρτυρες» καί μετά τα ονό­ματα τους γραμμένα με την εξής σειρά: «Ζωτικός, Άτταλός, Κάμασις, Φίλιππος». Αυτές οί επιγραφές έχουν στα άκρα τους καί το μονόγραμμα του Χρίστου.
Ο τάφος των 4 μαρτύρων
Μερικοί αρχαιολόγοι υποστηρίζουν ότι οι τέσσερεις αυτοί άνδρες υπέστησαν το μαρτύριο στην εποχή του με­γάλου διωγμού του Διοκλητιανού, κατά το 303-304. "Αλ­λοι λέγουν ότι μαρτύρησαν στα χρόνια 319-324, όταν βα­σιλεύς έκεΐ ήτο ό Λικίνιος, στην εποχή του οποίου πάρθη­καν μέτρα κατά των χριστιανών. 

Μπορούμε επίσης να ι­σχυρισθούμε ότι οί τέσσερεις Μάρτυρες τελειώθηκαν μαρτυρικά στα βόρεια του Δούναβη, όπου τότε κατοι­κούσαν οΐ Γότθοι, στους οποίους έκήρυξε την Χριστιανι­κή πίστη ό άγιος Σάββας του Μπουζέου. Ή καταδίωξις πού εξαπέλυσε ό βασιλεύς Άθανάριχος κατά των Χρι­στιανών, στα έτη 370-372, ίσως να προκάλεσε καί τον θά­νατο αυτών των Μαρτύρων, των οποίων τα σώματα στην συνέχεια έτάφησαν στο Νικολιτσέλ. Κατόπιν από Χρι­στιανούς θα μεταφέρθηκαν στον νότιο Δούναβη καί τοποθετήθηκαν στην κρύπτη πού αναφέραμε.

 Τέλος,συμ­φωνα καί με γνώμες άλλων, έμαρτύρησαν στίς αρχές του 5ου αιώνος, στην εποχή των βαρβαρικών επιδρομών."Αν καί οί προσπάθειες για τον χρονικό προσδιορι­σμό τους δεν είναι οριστικές, μπορούμε όμως να παραδε­χθούμε ότι το μαρτύριο τους καί ή Βασιλική δεν απέχουν από τον 4ον αιώνα ή τίς αρχές του 5ου.



Οί άποκαλυφθέντες βέβαια μαρτυρικοί τάφοι στο Νικολιτσέλ έχουν μία ιδιαίτερη αξία διότι:
1) "Εφεραν στο φως για πρώτη φορά όλα τα Λείψανα (σκελετούς) τεσσάρων Αγίων, των οποίων γνωρίζουμε μόνο τα ονόματα

2) Ήλθε στην επιφάνεια μία από τίς παλαιότερες Βα­σιλικές, απ' αυτές πού έχουμε στην Ρουμανία.

3) Ενισχύεται ή πεποίθησίς μας για την πιστότητα των Μαρτυρολογίων καί ότι αυτά είναι αληθινά, όπως αυ­τό.

4) Αποδεικνύεται ή δύναμις καί ή παλαιότης της Χριστιανικής πίστεως καί στο Ρουμανικό έδαφος καί

5) Ή προαναφερθείσα άνακάλυψις είναι μοναδική τους τελευταίους χρόνους σ' ολόκληρο τον βαλκανικό χώρο καί εξαιρετικά σπάνια στην Ρωμαϊκή αυτοκρατο­
ρία.

Σήμερα τα Λείψανα των Μαρτύρων του Νικολιτσέλ, μετά από 16 αιώνες αναπαύσεως στο υγρό δωμάτιο της κρύπτης, ευρίσκονται στο Μοναστήρι Κοκός του νομού Τούλτσεα καί είναι μία παρηγοριά για τον κάθε χριστιανό πού θα πάη έκεί για να τα προσκύνηση.

πηγή- 30 βίοι Ρουμάνων Αγίων /www.proskynitis.blogspot.com

Φώτη Πήττα-Από το ημερολόγιο ενός μάρτυρα του κυπριακού αγώνα


Πέμπτη  10-1-57
Με συνέλαβεν ή Αστυνομία (...) ή ώρα 4 π.μ. Ξυλοκόπημα από τις 5 π.μ. - 11 π.μ. στον σταθμόν Αμμοχώστου. Το απόγευμα 3-5 και 9-11 μ.μ. ξυλοκόπημα. Ντίαρ, Λίγκουιτ, Ρόμαν (Μάριος), Όσμάν και άλλοι (Σ.Σ. οι βασανισται είναι "Αγγλοι και Τούρκοι). Ήμερα φρίκης, αγωνίας, πόνου. Σπάσιμο πλευρών. Παράλυσις δυνάμεων. Ουραιμία. Κρύο.
Παρασκευή  11-1-57
Δεν μπόρεσα να σκεπασθώ με τις πατανίες (κουβέρτες) από άπώλειαν δυνάμεων. Φρικτοί πόνοι. Ξυλοκόπημα από 8-10 π.μ. και 3-5 μ.μ. Δεν έφαγα τίποτε από την Τετάρτη. Μόνο νερό. Με δυσκολία περπατώ. Με πολλές προσπάθειες σηκώνομαι. Μέρα και νύκτα γογγύζω από τους πόνους. Κάθε κίνησι και γογγυσμός. Ξαπλωμένος με μαξιλάρι ψωμιά. Τραβώ με το χέρι τα μαλλιά μου, για να σηκώσω την κεφαλή μου.
Σάββατον  12-1-57
Ή νύκτα πέρασε με φοβερούς πόνους και αγωνία (...)· Από τις 8-10 π.μ. με ξυλοκόπησαν άγρια...Κυριακή  13-1-57(...) Ακούω την καμπάνα του αγίου Γεωργίου Έξορινού να κτυπά. Ή καρδιά μου κτυπά, αναγαλλιάζει. Παρακαλώ τον Παντοδύναμο να με βοη­θήσει, να μου δώσει κουράγιο και θάρρος για να μπορέσω να άνταπεξέλθω στο μαρτύριο. Παρακαλώ να με ενδυναμώσει. Να με αξιώσει να ιδώ την Κύπρο μας ελεύθερη. Ήμερα αγωνίας. Το απόγευμα μπαίνουν στο κελλί, με φοβερίζουν.
Δευτέρα  14-1-57
Την Κυριακή, χθες (...) έκανα το τάμα μου. Μια λαμπάδα ίση με το ανάστημα μου. Νύκτα τρόμου και αγωνίας (...). Ξυλοκόπημα από τις 8-10 π.μ. και 3-5 μ.μ. Πάλιν σχεδόν νηστικός. "Ενα γάλα, γιαούρτι και νερό. Προσευχή.
Τρίτη 15-1-57
Μια νύχτα, που θα την θυμάμαι σ' όλη μου τη ζωή (...)· Στίς 11 μ.μ, με πήραν στο γραφείο, οπού βρήκα ο,τι μου είπαν. Δυο ηλεκτρικούς προβολείς, πολύ ίσχυρας εντάσεως. Με υποχρέωσαν να κάθομαι μέχρι τη ροδοδάκτυλη αυγή μπροστά σ' αυτούς. Σέ απόσταση 12-15 ιντσών. Ζέστη. Με ψήσανε σιγά-σιγά. Τα χείλη μου σχημάτισαν κρούστα.
Τετάρτη 16-1-57
Ό ίδρωτας τρέχει αδιάκοπα. Αισθάνομαι ισχυρούς πονοκεφάλους. Μου περιγράφουν σκηνές φρίκης. Πώς θα με κρεμάσουν κ.λπ. Απώλεια αισθήσε­ων. Με περιλούουν νερό. Συνέρχομαι. Με μεταφέρουν στο κελλί μου δυο Τούρκοι επικουρικοί, υποβαστάζοντας με από τις μασχάλες. Όλη μέρα την Τρίτη δεν με άφησαν να κοιμηθώ. Τρίτη και Τετάρτη ήμερες τρόμου, ανα­κρίσεων και αγωνίας.
Σάββατο  19-1-57
(...) Οί ανακρίσεις συνεχίζουν νυχθημερόν. Ή καμπάνα κτυπά στην εκ­κλησία του "Αη-Γιώργη. Προσεύχομαι, παρακαλώ, ευχαριστώ.«· 
Κυριακή 20- 1-57
Με ξύπνησε το χαρμόσυνο σήμαντρο της εκκλησίας. Προσεύχομαι, αρχί­ζω να ψάλλω. Ό,τι ήξερα κι ό,τι μπορούσα να θυμηθώ από τη Θεία Λειτουρ­γία. Το απόγευμα τραγουδούσα πατριωτικά άσματα.
Τρίτη 22-1-57
(...) Καθώς με βγάζουν το πρωί και μεσημέρι (...) και το βράδυ, ακούω τις γοερές κραυγές άνακρινομένων προσώπων. Ασφαλώς τους κτυπούν με τον ίδιο κτηνώδη τρόπο πού με κτύπησαν και μένα.
Πέμπτη 24-1-57
Πληροφορούμαι ότι φονεύθηκε ό Μάρκος Δράκος, ένας από τους καλύτε­ρους αγωνιστές. Με λυπεί αυτό κατάκαρδα, άλλα και δεν χάνω το θάρρος και τις ελπίδες μου. Πιστεύω στην έλευθερίαν της Κύπρου, αργά ή γρήγορα θα 'ρθεί.
Σαββατο- 26-1-57
Κτυπώ τον τοίχον του διπλανού κελλιού. Δίδω το σύνθημα και το τραγού­δι αρχίζει, όπως και τις άλλες μέρες. Όλα περνούν μονότονα και πληκτικά. Πάλι κτυπά ή καμπάνα για τον εσπερινό.
Κυριακή 27-1-57 
Μετά από τα πρωινά τροπάρια καί ψαλμούς πού γνώριζα, άρχισα να σκέφτομαι να σχεδιάσω κάτι. στον τοίχο. Συλλαμβάνω την ιδέα. Ή Ελευ­θερία με το σπαθί ξεγυμνωμένο και τη σημαία ψηλά.Πέμπτη 31-1-57Ανοίγει ή πόρτα, όπως συνήθως, τρίζουν οι αμπάρες. Παίρνω τη σούπα μου από λουβάνες, κρεμμύδια κ.λπ. Μετά από λίγο ανοίγει ξανά ή πόρτα και μου λένε να ετοιμασθώ (...). Μου βάζουν τις χειροπέδες (με παίρνει το παράπονο), με ανεβάζουν στο αυτοκίνητο καί με μεταφέρουν στην Κοκκινοτριμιθιά. Νέα ζωή. Γνωστοί και άγνωστοι. "Εληξε το μαρτύριο Αρχίζει νέο.

Από το βιβλίο του Ν.Π. Βασιλειάδη, Εθνομάρτυρες του Κυπριακού "Επους 1955-59, εκδ. Αδελφ. Θεολόγων «Ό Σωτήρ», Αθήνα
μεταφορά στο διαδίκτυο  www.proskynitis.blogspot.com

Η ΛΕΗΛΑΣΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΜΟΥΣΕΙΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ


«Μόλις μπήκαν οι Γερμανοί, οι αρχαιολόγοι τους απαιτήσανε πρώτα πρώτα να ανοίξουνε αμέσως τα μουσεία, λέγοντας στην αρχή πως ο πόλεμος τελείωσε πια, ύστερα πως τα αρχαία θα πάθουν κρυμμένα, ύστερα πως στον πόλεμο οι άνθρωποι έχουν ανάγκη να καταφεύγουν στην τέχνη. Η επίμονη αντίσταση της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας μας εγλύτωσε τα σπουδαιότερα μουσεία μας από την καταστροφή και τη λεηλασία. Γιατί όπου βρήκαν ευκαιρία, όχι πολύ συχνά ευτυχώς, τα έκαμαν και τα δύο.Πέτυχαν να ανοίξουν τα Μουσείο του Κεραμεικού, που το είχαν κάμει αυτοί: Σε λίγες μέρες Γερμανοί αξιωματικοί έκλεψαν, μπροστά στα μάτια του Γερμανού αρχαιολόγου που τους οδηγούσε,
έναν ωραίο
πήλινο αρχαϊκό πίνακα, με παράσταση πρόθεσης του νεκρού. Σε διάφορα άλλα
επαρχιακά μουσεία (Μέγαρα, Θήβα, Χαιρώνεια, Τανάγρα, Αλμυρό, Λάρισα, Βέροια, Θέρμο, Κόρινθο, Άργος, Δήλο, Σίφνο, Κνωσό, Χανιά, Σάμο) Γερμανοί και Ιταλοί, αφού μπήκαν ή εγκαταστάθηκαν στα μουσεία, αλλού έσπασαν βιτρίνες και αποθήκες, αλλού έκαψαν την ξυλεία, αλλού πήραν ό,τι αρχαία μπόρεσαν. Οι φύλακές μας στάθηκαν όλοι, σχεδόν, αξιοθαύμαστα πιστοί στο καθήκον τους, με κίνδυνο όχι μόνο της δικής τους ζωής, αλλά και όλου του σπιτιού τους. Μερικά έπαθαν ανεπανόρθωτες καταστροφές για να κάμουν αυτοί τα “απόρθητα” οχυρώματά τους (Βασιλικός τάφος Κνωσού, Ακρόπολη Ασίνης, βωμός ανακτόρου Τίρυνθος, Ναός Ποσειδώνος – Σούνιο, ανατίναξη του Λαβυρίνθου της Γόρτυνος, του μινωικού βασιλικού τάφου των Ισοπάτων, τείχη του Κόνωνος). Η Αρχαιολογική μας Υπηρεσία δεν άφησε καμία ευκαιρία που να μην απευθυνθεί στη στρατιωτική τους “υπηρεσία προστασίας της τέχνης” και να τους καταγγείλει, με σπάνια παρρησία και με πολύ έντονα έγγραφα, τα εγκλήματά τους. Οι αρχαιολογικοί σταυρωτήδες, όμως, που υπηρετούσαν εκεί μόνη έγνοια είχαν το πώς θα γλυτώσουν το μέτωπο. Η γενναιότητά τους ξεθύμαινε με έγγραφα απερίγραπτης τραχύτητας και θρασύτητας, με τα οποία κατά κανόνα έριχναν πάντα την ευθύνη στους Έλληνες και φοβέριζαν τους αρχαιολογικούς μας υπαλλήλους για τη δυσφήμηση του στρατού κατοχής. Αρκετοί φύλακες φυλακίσθηκαν και βασανίστηκαν, επειδή είχαν τολμήσει να κάμουν τέτοιες καταγγελίες. Ας αφήσουμε τις παράνομες λαθραίες ή τις φανερές ανασκαφές τους»
(  Από το περιοδικό «Μέντωρ» της Αρχαιολογικής Εταιρείας κείμενο του  μεγάλου Έλληνα αρχαιολόγου και διευθυντή του Αρχαιολογικού Μουσείου Χρήστου Καρούζου , τεύχος 16ης Ιουνίου 1945)/istorikesphotografies

Ο άγιος Kevin του Glendalough (3 Ιουνίου)


Ο όσιος Κεβίνος καταγόταν από ιρλανδική οικογένεια βασιλικής γενιάς. Η γέννησή του αναγγέλθηκε από έναν άγγελο στην μητέρα του (περί τό 498) <Έξ ου και τό όνομα του: «καλογεννημένος» (Coemgen).> και μετά την βάπτισή του ανατέθηκε η μόρφωσή του στους άγιους μοναχούς της Μονής του Κιλλνάμαναγκ.
 Αφού χειροτονήθηκε πρεσβύτερος αποσύρθηκε σε τόπο έρημο καλούμενο Γκλεντάλω («Κοιλάδα των δύο λιμνών»), νότια του Δουβλίνου. Ξεχασμένος από τον κόσμο, διήγε εκεί βιοτή αφιερωμένη καθ’ ολοκληρίαν στον Θεό, ενδεδυμένος μηλωτή και τρεφόμενος μόνο με τσουκνίδες και ξυνήθρες, περνώντας ολόκληρες νύχτες στο παγωμένο νερό της λίμνης, όπου είχε την φωλιά του ένα τέρας, απαγγέλλοντας το Ψαλτήριο. 
Αναφέρεται ότι παρέμεινε επτά χρόνια όρθιος, με τά χέρια υψωμένα σε σχήμα σταυρού, δίχως να κλείσει μάτι. Ένα πουλί έκτισε την φωλιά του στην χούφτα του και ο άγιος δεν χαμήλωσε τα χέρια παρά μόνο αφού βγήκαν από το αυγό και μπόρεσαν να πετάξουν οι νεοσσοί. Με παρόμοιους αγώνες απέκτησε τόσην εύνοια παρά τω Θεώ, ώστε οι άγγελοι έδειχναν να συνοδεύουν την προσευχή του, ενώ τα δένδρα έκλιναν τους κλώνους τους στο πέρασμά του.

Σύντομα συγκεντρώθηκαν μαθητές κοντά του για να μιμηθούν την ουράνια πολιτεία του. Καθώς δεν είχαν άλλη μέριμνα πέραν της εγκαρτερήσεώς τους στην προσευχή, ο Κύριος φρόντιζε για τις ανάγκες τους και μία ενυδρίδα τούς έφερνε καθημερινά έναν φρέσκο σολομό. Όταν όμως ένας από τους μοναχούς έβαλε κατά νού να σκοτώσει το ζώο για το ωραίο τρίχωμά του, η ενυδρίδα έγινε άφαντη. Ο άγιος εγκατέστησε αργότερα την αδελφότητα λίγο πιο μακριά και η μονή έγινε κέντρο μιας πραγματικής μοναχικής πολιτείας, όπου λέγεται ότι συγκεντρώθηκαν χιλιάδες μοναχοί, οι οποίοι συνέβαλαν τα μέγιστα στην πρόοδο του Χριστιανισμού της ανατολικής Ιρλανδίας. Επιστρέφοντας από προσκύνημα στην Ρώμη, ο άγιος Κεβίνος έφερε μαζί του πολλά ιερά λείψανα τα οποία χάρις στην μεσιτεία του επιτέλεσαν πλήθος θαυμάτων. 
Μετά από πολλά χρόνια πνευματικής καθοδήγησης των μαθητών του και του λαού εκοιμήθη εν ειρήνη σε ηλικία εκατόν είκοσι ετών (περί το 618). Ο όσιος Κεβίνος τιμήθηκε εν συνεχεία μεταξύ των μεγαλύτερων αγίων της Ιρλανδίας: Πατρικίου [17 Μάρτ.], Βριγίδης [1 Φεβρ.], και Κολόμβα [9 Ιουν.], ενώ η μονή του κατέστη ένας από τους τέσσερεις σπουδαιότερους τόπους προσκυνήματος της Ιρλανδίας.



Πηγή: “Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας”, υπό ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, εκδ. Ίνδικτος, /https://vatopaidi.wordpress

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2011

Θαυμαστή εμφάνιση του Αγ.Λουκιλιανού στον γέροντα Παίσιο(3 Ιουνίου 1979)

Το 1979 ο Γέροντας Παϊσιος μετακόμισε από τον Τίμιο Σταυρό στο κουτλουμουσιανό κελί της Παναγούδας. Ήταν 3 Ιουνίου και ο Γέροντας λόγω της μετακόμισης δεν είχε βγάλει από τα κιβώτια τα εκκλησιαστικά βιβλία και δεν ήξερε ακριβώς την ημερομηνία ούτε φυσικά και τον εορταζόμενο άγιο. Έκανε τις ακολουθίες με κομποσχοίνι και όταν άρχισε να εύχεται και για τον άγιο της ημέρας, τον απασχόλησε ο λογισμός ποιος ήταν αυτός ο άγιος. Τότε εμφανίστηκαν μέσα στο εκκλησάκι δύο άγιοι, ο ένας μπροστά και ο άλλος από πίσω. Ο δεύτερος ήταν ο άγιος Παντελεήμων, τον οποίο αναγνώρισε ο Γέροντας. Ο πρώτος όμως τού ήταν άγνωστος. 
Από την απορία τον έβγαλε ο ίδιος ο άγιος που τού είπε: «Γέροντα, είμαι ο Λουκιλιανός.»
 Ο Γέροντας δεν πρόσεξε καλά το όνομα και ρώτησε: «Πώς; Λουκιανός;».
 «Όχι, Γέροντα. Είμαι ο Λουκιλιανός.» Και αμέσως οι δύο άγιοι εξαφανίστηκαν. Ο Γέροντας εντυπωσιάστηκε και βρήκε το μηναίο του Ιουνίου για να βεβαιωθεί αν γιόρταζε ο άγιος Λουκιλιανός. Πράγματι ήταν η μνήμη του.» 
(Από το βιβλίο του π. Διονυσίου Τάτση, «Ο ασκητής της Παναγούδας»)/ΠΗΓΗ

ΤΟ ΚΟΜΠΟΣΧΟΙΝΙ




Βαρύ του φαίνεται το κομποσχοίνι να κρατά
στην αγρυπνία της μονής όλη τη νύχτα
ψυχές μια μια με τ' όνομα τους ν' ανασύρει
από το φρέαρ του θανάτου καί της λήθης.

Μορφές πελώρια πού έχουν μείνει μάτια 
καί στην εστία να ρθουν της συνείδησης του 
σιωπηλές προσμένουν, να γευθούν σταγόνα φως, 
σμάρι πουλιών πού το ίδιο ψίχαλο ραμφίζουν. 

Το αίμα της καρδιάς του γίνεται πηγή ζωής 
καί ιερέας τίς ψυχές μεταλαμβάνει 
στην κοινωνία του Χρίστου καί της αγάπης 
πού αίρει τη μεθόριο των ζώντων καί νεκρών. 
Συνδαιτημόνες όλοι μυστικής τραπέζης 

κι αυτός οικοδεσπότης τους ανεβάζει 
στο υπερώο κόμπο κόμπο με το κομποσχοίνι 
στη συνεστίαση, στο Δείπνο πού ό Κύριος τελεί. 

ΕΛ.ΜΑΙΝΑΣ

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2011

Βοήθα...Αγία Ανάληψη






Είπεν γέρων:
Ή φυσική άπλότης φθάνει εκ φύσεως σύντομα στον αγιασμό.

Κάποιος απλούς, αλλά άγιος άνθρωπος, όταν ευρέθη στην ανάγκη καί ήθελε να περιποιηθή ένα πτωχό άρρωστο, πήγε στην παραλία οπού υπήρχε ό ναός της Αναλήψεως. Καί άφοϋ άπλωσε τα χέρια του είπε:«Αγία μου Άνάληψι. Δώσε μου ένα ψαράκι για τον άρρωστο». Καί, ώ του θαύματος! Ευρέθη στα χέρια του το ψάρι καί πήγε, το ετοίμασε δια τον ασθενή, ευχαριστών τον Θεό καί την Αγία Άνάληψι.

ΑΘΩΝΙΚΟΝ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ/ www.proskynitis.blogspot.com

Μετεωρα:Απίστευτες φωτογραφίες



ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ- ΕΔΩ


Η άλωση της Πόλης μέσα από αγιογραφίες

Τα προσκυνητάρια της Ρουμανίας

Αίσθηση προκαλεί στον επισκέπτη της Ρουμανίας μια απροσδόκητη, θα έλεγα, παρουσία σ' όλη τη χώρα. Εϊναι οι σταυ­ροί(troita τα λένε η Ρουμάνοι). Ξύλινοι ή πέτρινοι. Ύψος τους περί­που όσο και το ανάστημα του ανθρώπου. Σκαλισμένοι οι περισσότεροι. Οι ξύλινοι συχνά έχουν ένα είδος σκεπής, πού ενώ­νει τις άκρες των οριζοντίων πλευρών με την κορυφή τους. Σέ μερικούς έχουν προ­στεθεί ανάμεσα σταύς βραχίονες τους άλ­λοι μικρότεροι σταυροί σε όμορφες συν­θέσεις. Τοποθετημένοι σε σταυροδρόμια, σε αυλόγυρους ναών, στην εϊσοδο χω­ριών ή κάπου ανάμεσα στα χωράφια. 
Ομοιοι σε σχήμα, μέγεθος και διακόσμηση είναι, μερικές φορές, και οϊ σταυροί στα κοιμητήρια. Σέ μας τους "Ελληνες θυμί­ζουν προσκυνητάρια με το μικρό εικόνι­σμα, πού υπάρχουν κυρίως στην ελληνική ύπαιθρο. Στήν Ρουμανία κάθε τύπος τέ­τοιου σταυρού συνδέεται με κάποιο σημα­ντικό γεγονός πού έζησαν οί κάτοικοι της περιοχής. 
Μια νίκη σε πόλεμο εναντίον επιδρομέων η κατακτητών, ένα θαϋμα σωτηρίας οπό επιδημία πού τους μάστιζε. Ευεργεσίες του Θεού, πού οϊ άνθρωποι πού τις έζησαν θέλησαν να μη ξεχαστούν ποτέ. "Ετσι στήθηκαν, φτιαγμένοι από τούςίδιους, αύτοϊ οί σταυροί, μερικοί από τον 17ο ακόμη αιώνα. Οί Ρουμάνοι γνωρί­ζουν με ποιο γεγονός συνδέεται ό κάθε σταυρός. "Εχω την εντύπωση πώς δεν περνούν αδιάφοροι από κοντά τους. Το μήνυμα πού τους άφησαν οι προγονοί τους, με τους σταυρούς αυτούς, αιώνια σύμβολα θυσίας, πόνου άλλα και νίκης, σίγουρα το λαβαίνουν.σωτηρίας από επιδημία πού τους μάστιζε. Ευεργεσίες του Θεοϋ, πού οι άνθρωποι πού τις έζησαν θέλησαν να μη ξεχαστούν ποτέ.
 "Ετσι στήθηκαν, φτιαγμένοι από τους ίδιους, αυτοί οι σταυροί, μερικοί από τον 17ο ακόμη αιώνα. Οί Ρουμάνοι γνωρί­ζουν με ποιο γεγονός συνδέεται ό κάθε σταυρός. Έχω την εντύπωση πώς δεν περνούν αδιάφοροι από κοντά τους. Το μήνυμα πού τους άφησαν οί προγονοί τους, με τους σταυρούς αυτούς, αιώνια σύμβολα θυσίας, πόνου άλλα και νίκης, σίγουρα το λαβαίνουν.
www.proskynitis.blogspot.com