Η Εκκλησιαστική χρονιά 1992-93 με βρήκε σπουδαστή του Εκκλησιαστικού Λυκείου Αθηνών.
Η χρονιά κυλούσε σύμφωνα με το εκπαιδευτικό πρόγραμμα και υπήρχε αρκετό ενδιαφέρον για τα μαθήματα, αν και περισσότερο επιζητούσαμε επίκαιρες Εκκλησιαστικές συζητήσεις που αφορούσαν καυτά θέματα της Εκκλησίας.
Ένα από αυτά ήταν και ο καινοτόμος νεωτερισμός από κάποιους καθηγητές, ευτυχώς όχι πολλούς, που επέμεναν σε κάθε μάθημα να μειωθεί ο χρόνος της Θείας Λειτουργίας με το αιτιολογικό, άκουσον – άκουσον, ότι η καημένη η γριούλα δεν μπορεί να ταλαιπωρείται όρθια σε κάποια γωνιά του Ναού.
Άσε που η ακαταλαβίστικη γλώσσα των Αρχαίων «δημιουργούσε» ένα πρόσθετο πρόβλημα!
Πολλές φορές αγανακτούσα και ήθελα να τα «χώσω» σε κάποιον καθηγητή μου άλλα σαν κάτι μου έλεγε να μην εκδηλώσω την ιερή αγανάκτησή μου. Αλλά δεν θα πέρναγε πολύς καιρός που η απάντηση θα ερχόταν από έναν Άγιο.
Ο καιρός περνούσε ώσπου πριν τις εξετάσεις αποφασίσθηκε να πάμε εκδρομή στο Άγιον Όρος. Η χαρά μου ήταν απερίγραπτη. Άγιον Όρος… ο πόθος κάθε προσκυνητή η λαχτάρα του πιστού να έρθει στο περιβόλι της Παναγιάς μας.
Ξεκινήσαμε με πρώτο μοναστήρι το Ρωσικό του Αγίου Παντελεήμονα. Εκεί έμελλε να με αξιώσει η Παναγιά με το πρώτο θαύμα της.
Κάποιος προσκυνητής αγνόησε τις προσταγές του αρχοντάρη, που δεν του επέτρεπε να βγάλει φωτογραφίες την εικόνα του Αγίου Παντελεήμονα.
Εκείνος προκλητικά με μια ακριβή φωτογραφική στάθηκε μπρος στον Άγιο και προσπάθησε να βγάλει φωτογραφία. Τότε εκ του Θαύματος η φωτογραφική μηχανή «πήδησε» ψηλά από τα χέρια του, που έντρομος και με τη βία την έπιασε.
Ο προσκυνητής ξεπέρασε γρήγορα την έκπληξή του και προσπάθησε να ξανατραβήξει φωτογραφία παρά την επιτακτική φωνή του μοναχού.











































