Τὸ 1981 έμφανίστηκε τὸ AIDS. Ἐπειδὴ δὲν ἤξεραν πολλὰ γιὰ τὴν ἀρρώστια αὐτή, ἀποφασίστηκε ἀρχικὰ οἱ ἀσθενεῖς τοῦ AIDS νὰ μὴν ἔχουνε ἐπικοινωνία μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Ἔτσι, τοὺς εἶχαν σὲ ἀπομόνωση γιὰ προληπτικούς λόγους. Τοὺς ἔφεραν, λοιπόν, στὸ Λοιμωδῶν. Σὲ ἀπόσταση 100 μέτρων ἀπὸ τὸ Ἱερὸ στὸ ὁποῖο λειτουργοῦσε ὁ ἅγιος Εὐμένιος ὑπῆρχε ἕνα μακρόστενο κτήριο μὲ κάγκελα στὰ παράθυρα σὰν φυλακή, κι ἐκεῖ μέσα κλείνανε τὰ παιδιὰ πέντε-πέντε, δέκα-δέκα. Δὲν τοὺς ἐπέτρεπαν νὰ βγαίνουν ἔξω, γιατὶ δὲν εἶχε ἀκόμα διερευνηθεῖ ἡ ἀρρώστια καὶ δὲν ἤξεραν μὲ ποιούς τρόπους κολλάει.
Τὸ 1988 ἀποφάσισαν νὰ τοὺς ἀφήσουν νὰ βγαίνουν. Οἱ περισσότεροι ἦταν ὁμοφυλόφιλοι τότε, ἀλλὰ ὑπῆρχαν καὶ ἄνθρωποι πού δὲν ἦταν ὁμοφυλόφιλοι καὶ ἀσθενοῦσαν. Γιὰ παράδειγμα, δεκαπέντε παιδάκια κι ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη ἦταν στὴν Αιματολογικὴ Κλινικὴ τοῦ Λαϊκοῦ Νοσοκομείου, ἔχοντας κολλήσει AIDS ἀπὸ τὶς μεταγγίσεις μολυσμένου αἵματος ποὺ τοὺς εἶχαν κάνει. Κοιμήθηκαν ὅλα τὰ παιδιὰ αὐτά, διότι δὲν εἶχαν ἀνακαλυφθεί ἀκόμα τὰ φάρμακα καὶ προσπαθοῦσαν οἱ γιατροὶ νὰ ἀντιμετωπίσουν τὴν ἀσθένεια αὐτὴ μὲ τὰ φάρμακα τῆς λευχαιμίας. Η κατάσταση που σᾶς περιγράφω διήρκεσε ἀπὸ τὸ 1981, πού έμφανίστηκε ἡ ἀσθένεια, μέχρι τὸ 1990 περίπου.
Νὰ κάνω, ὅμως, ἐδῶ μιὰ παρένθεση. Ὁ π. Εὐμένιος δὲν εἶχε ἀνθρωπιστικὴ συμπεριφορὰ καὶ πρέπει νὰ τὸ καταλάβουμε αὐτό. Σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ σύστημα τὸ καινούργιο τὸ ὁποῖο ζοῦμε, ποὺ εἶναι ἀνθρωπιστικό, ἔχει ἀνθρωπιστικές ἀρχές κ.λπ., ό χριστιανός, ἐφόσον ζεῖ τὸν Χριστό, τότε, φυσικά, ὅπου βρεθεῖ θὰ διακονήσει τὸν ἀδελφό του, χωρὶς νὰ ἔχει ἀξίες ανθρωπιστικές. Οἱ ἄνθρωποι λένε ὅτι αὐτὲς εἶναι ἀνθρωπιστικὲς ἀξίες. Ὁ ἄνθρωπος, ὅμως, ποὺ εἶναι ἐνχριστωμένος θὰ ἀγαπήσει, θὰ συγχωρήσει, θὰ παραβλέψει, θὰ διακονήσει, θὰ ριψοκινδυνεύσει χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνει, γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.
Ποιοί, λοιπόν, ἀνέλαβαν τὴ διακονία τῶν παιδιῶν ποὺ εἶχαν νοσήσει με AIDS; Οἱ λεπροί, έξαιτίας τῆς ἐσωτερικῆς λεπτότητος πού εἴχανε, ἐπειδὴ κι αὐτοὶ εἶχαν ἀποκλειστεῖ ἀπὸ τὸν κόσμο. Καὶ τί ἔκαναν; Μαγείρευε ὁ Γέροντας μαζὶ μὲ τὴ Ντῖνα καὶ τὴν Ἀργυρώ εἰδικὰ φαγητά, φύλαγαν καὶ τὰ γιαούρτια τους, φροῦτα, λεμονάδες, πορτοκαλάδες κ.λπ. καὶ τὰ πήγαιναν στὸ παράθυρο τῶν ἀσθενῶν, ἀπ’ ὅπου μὲ ἕνα φτυάρι, σὰν αυτὰ ποὺ φουρνίζουν τὰ ψωμιά, τὰ ἔδιναν στὰ παιδιά. Γιατὶ οι γιατροί δὲν ἄφηναν οὔτε τοὺς λεπρούς νὰ πλησιάσουν τοὺς ἀσθενεῖς μέ AIDS. Και δυστυχῶς, οὔτε ἡ Ἐκκλησία ἦταν κοντά τους.
Καὶ ὅπως εἴπαμε, τὸ AIDS ἐκείνη τὴν ἐποχὴ εἶχε ἐπιπολασμό κυρίως στοὺς ὁμοφυλόφιλους. Καὶ ὅταν ἀνοίξανε οἱ πόρτες τοῦ τόλ καὶ τοὺς ἐπέτρεπαν νὰ κάνουν βόλτες μέσα στὸ Λοιμωδῶν, πολλοὶ ὁμοφυλόφιλοι πήγαιναν στους κήπους τῶν χανσενικῶν. Ἐρχόντουσαν στὸν Γέροντα μὲ κολάν παντελόνια, μὲ περίεργο ντύσιμο, προκλητικά ροῦχα κ.λπ. Καταλαβαίνετε… Ὁ Γέροντας, ὅμως, δὲν εἶχε λογισμό. (Μπορεῖτε νὰ το καταλάβετε; Ἄνθρωπος χωρίς λογισμούς.) Οὔτε ἔκανε ειδικὴ κατήχηση στοὺς ἀνθρώπους, παρ’ όλο ποὺ γνώριζε τί ἦταν, ἀλλὰ τοὺς φερόταν ὅπως σέ ὅλους. Τοὺς καλωσόριζε, τοὺς κερνοῦσε κ.λπ.
-Περάστε, παιδιά, καθίστε.Βαγγέλη, φέρε καρέκλες στὰ παιδιά, καθίστε, καθίστε.
Νὰ πορτοκαλάδες, νὰ λεμονάδες, νὰ ὑποβρύχια, νὰ τυρί ἀπὸ τὴν Κρήτη, νὰ καρπούζια, ἂν ἦταν καλοκαίρι. Ὅ,τι εἶχε τοὺς τά ‘βγαζε.
«Παιδιά μου…, παιδιά μου…», τοὺς ἔλεγε.
Ἔλεγα εγώ:
– Γέροντα….
– Ξέρω, Βαγγέλη, ξέρω, μὴ μιλᾶς..
Ἐγὼ ἤθελα νά τοῦ πῶ, «Γέροντα, ἡ ἀρρώστια αὐτὴ δὲν ἔχει ἐρευνηθεῖ, να προσέξουμε λίγο», μὰ δὲν μὲ ἄφηνε.
– Ξέρω, Βαγγέλη. Ξέρω, Βαγγέλη. Ξέρω, Βαγγέλη. Δὲν κολλάει, δὲν κολλάει. Εὐαγγέλιο θέλει, δὲν κολλάει, δὲν κολλάει
– Γέροντα, τοῦ λέω, κολλάει καὶ δὲν ξέρουμε πῶς κολλάει.
– Δὲν κολλάει, δὲν κολλάει, δὲν κολλάει, φέρε τὰ παιδιὰ ἐδῶ.
Ἔλεγα εγώ:
– Γέροντα….
– Ξέρω, Βαγγέλη, ξέρω, μὴ μιλᾶς..
Ἐγὼ ἤθελα νά τοῦ πῶ, «Γέροντα, ἡ ἀρρώστια αὐτὴ δὲν ἔχει ἐρευνηθεῖ, να προσέξουμε λίγο», μὰ δὲν μὲ ἄφηνε.
– Ξέρω, Βαγγέλη. Ξέρω, Βαγγέλη. Ξέρω, Βαγγέλη. Δὲν κολλάει, δὲν κολλάει. Εὐαγγέλιο θέλει, δὲν κολλάει, δὲν κολλάει
– Γέροντα, τοῦ λέω, κολλάει καὶ δὲν ξέρουμε πῶς κολλάει.
– Δὲν κολλάει, δὲν κολλάει, δὲν κολλάει, φέρε τὰ παιδιὰ ἐδῶ.
Πάρα πολλὰ παιδιὰ ἀπὸ αὐτὰ πού ἦσαν μέσα στὸ νοσοκομεῖο πηγαίνανε στὸν Γέροντα. Κι ἐκεῖνος τὰ περιποιόταν. Ένα βράδυ εἶχαν ἔρθει δύο μὲ κολάν, τιραντούλες, νύχια βαμμένα κ.λπ. Ὁ Γέροντας τοὺς λέει:
– Ἐλᾶτε, παιδιά μου.
Κι ἀρχίζει νὰ τούς δίνει νερό, πορτοκαλάδες, διάφορα κεράσματα. Ἐγὼ σκέφτηκα ὅτι ὁ παπποῦς δὲν καταλαβαίνει…
– Γέροντα, τοῦ λέω, ἔχεις καταλάβει τί εἶναι αὐτοὶ ἐδῶ;
– Ξέρω, ξέρω… τὰ καταλαβαίνω ὅλα, μὴν μοῦ ξαναπεῖς τίποτα, τὰ καταλαβαίνω ὅλα, ξέρω, Βαγγέλη μου, ξέρω, ἀλλὰ ἐδῶ ὁ Χριστὸς τὰ σκεπάζει ὅλα.
– Μά, Γέροντα, φοβᾶμαι μὴν παρεξηγηθοῦμε, μὴ μᾶς ποῦν ἀπὸ τὸ νοσοκομεῖο τί τους μαζεύουμε ὅλους αὐτοὺς ἐδῶ….
– Γιατί νὰ παρεξηγηθοῦμε, Βαγγέλη; Γιατί; Τι κάναμε; Ὅπως ἔρχονται ὅλοι, ἔρχονται κι αὐτὰ τὰ παιδιά.
Τί σημαίνει αὐτό; Ὅτι ὅταν ὁ όφθαλμός σου εἶναι φωτεινός, τότε καὶ τὸ σῶμα σου εἶναι ὅλο φωτεινὸ καὶ δὲν ξεχωρίζεις ἄνδρα, γυναῖκα, τρίτο φύλο, πέμπτο φύλο κ.λπ. Δὲν σ’ ἐνδιαφέρουν αὐτά.
Ὁ Γέροντας ποτὲ δὲν ξεχώρισε κάποιον ἄνθρωπο ἀπὸ τήν ἁμαρτία του, ἀπὸ τήν ἰδιαιτερότητά του, ἀπὸ τὰ προβλήματά του. Ήτανε γελαστὸς καὶ τοὺς ἀποδεχόταν ὅλους. Καὶ ἔπινε κι ἀπ’ τὰ ποτήρια τους, μάλιστα.
Ἔλεγε: «Παιδιά μου, δὲν κολλάει. Δὲν κολλάει, παιδιά μου, δὲν κολλάει» καὶ ἔπινε. Γιατί; Γιατί ὁ πόνος ποὺ εἶχε περάσει ὁ ἴδιος τὸν εἶχε κάνει ἀνοιχτὸ στὸν πόνο τῶν ἄλλων. Γιατί αὐτός εἶχε τρέλα Θεοῦ. Ξέρετε ή σαλότητα εἶναι μία εἰδικὴ εὐλογία πού δίνει ό Θεὸς στοὺς ἀνθρώπους. Δὲν σκέφτονται τίποτα, τὰ ξεπερνᾶνε ὅλα.
Καὶ εἶναι πολὺ κοντὰ στὸν Ἑλληνισμό ή σαλότητα. Γιατὶ ἐμεῖς εἴχαμε τοὺς Κυνικούς, ποὺ εἶχανε πολὺ μεγάλη τρέλα.
Ὅταν πῆγε ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος νὰ γνωρίσει τὸν Διογένη τὸν Κυνικὸ καὶ στάθηκε μπροστὰ σ’ αὐτὸ τὸ πυθάρι, τὸν ρώτησε:
– Θὲς νὰ σοῦ κάνω κάτι;
Καὶ τοῦ εἶπε ὁ Διογένης κάτι πολὺ ώραῖο:
– Ἀποσκότισόν με..
Τί σημαίνει αυτό; «Ρέ, μή μᾶς σκοτίζεις…». Τί σημαίνει βαθύτερα; «Ἀλέξανδρε, εἶσαι ὁ τύπος τοῦ κόσμου. Σ’ αρέσει ή δόξα, τὰ λεφτά, ἡ ἐξουσία, ὅλα αὐτὰ σοῦ ἀρέσουν ἐσένα, Ἀλέξανδρε. Αὐτὸ γιὰ ἐμένα εἶναι σκότος. Φύγε». Εἶναι βαθιὰ αὐτὴ ἡ λέξη. Ἐνῶ στὰ σχολεῖα μᾶς λένε ὅτι εἶπε: «Φύγε, σε παρακαλῶ, μή μου κρύβεις τὸν ἥλιο».
Καὶ εἶναι πολὺ κοντὰ στὸν Ἑλληνισμό ή σαλότητα. Γιατὶ ἐμεῖς εἴχαμε τοὺς Κυνικούς, ποὺ εἶχανε πολὺ μεγάλη τρέλα.
Ὅταν πῆγε ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος νὰ γνωρίσει τὸν Διογένη τὸν Κυνικὸ καὶ στάθηκε μπροστὰ σ’ αὐτὸ τὸ πυθάρι, τὸν ρώτησε:
– Θὲς νὰ σοῦ κάνω κάτι;
Καὶ τοῦ εἶπε ὁ Διογένης κάτι πολὺ ώραῖο:
– Ἀποσκότισόν με..
Τί σημαίνει αυτό; «Ρέ, μή μᾶς σκοτίζεις…». Τί σημαίνει βαθύτερα; «Ἀλέξανδρε, εἶσαι ὁ τύπος τοῦ κόσμου. Σ’ αρέσει ή δόξα, τὰ λεφτά, ἡ ἐξουσία, ὅλα αὐτὰ σοῦ ἀρέσουν ἐσένα, Ἀλέξανδρε. Αὐτὸ γιὰ ἐμένα εἶναι σκότος. Φύγε». Εἶναι βαθιὰ αὐτὴ ἡ λέξη. Ἐνῶ στὰ σχολεῖα μᾶς λένε ὅτι εἶπε: «Φύγε, σε παρακαλῶ, μή μου κρύβεις τὸν ἥλιο».
Ὅμως, εἶπε τὸ βαθύ, αὐτὸ πού ἔλεγε ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, πού ἔκλαιγε στὸ Ἅγιον Ὄρος γιὰ χρόνια καί φώναζε: «Κύριε, φώτισόν μου τὸ σκότος». Αὐτὴ ἡ λέξη εἶναι ἡ συνέχεια αὐτοῦ τοῦ πράγματος. Καὶ αὐτοὶ οἱ Γεροντάδες τί κάνανε; Παίζανε μὲ τὸν κουτσομούρη καὶ λέγανε: «Ἀποσκότισόν με, μὴ μὲ σκοτίζεις».
Καὶ νὰ συνεχίσω μὲ τὸν Διογένη τὸν Κυνικό. Ἀφοῦ τοῦ εἶπε τὸ «ἀποσκότισόν με», μετὰ τοῦ ἔστειλε ἕνα δῶρο ὁ Ἀλέξανδρος. Τοῦ ἔστειλε μιὰ κανέσκα με κόκκαλα, γιὰ νὰ τὸν κοροϊδέψει ὅτι εἶναι Κυνικός, δηλαδὴ σκύλος. Τὰ πῆρε ὁ Διογένης καὶ δὲν εἶπε τίποτα.
Τὸν βρίσκει, ὅμως, μιὰ μέρα ὁ Ἀλέξανδρος καὶ τοῦ λέει:
– Διογένη, σοῦ ἄρεσε τὸ δῶρο μου;
– Γιὰ Κυνικό, πολὺ καλό. Γιὰ βασιλιᾶ, χάλια.
Δηλαδή, ἐσὺ εἶσαι βασιλιᾶς καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ μοῦ στείλεις κάποιο καλὸ δῶρο. Ἐγώ, πού εἶμαι Κυνικός, τὸ πῆρα.
Καὶ νὰ συνεχίσω μὲ τὸν Διογένη τὸν Κυνικό. Ἀφοῦ τοῦ εἶπε τὸ «ἀποσκότισόν με», μετὰ τοῦ ἔστειλε ἕνα δῶρο ὁ Ἀλέξανδρος. Τοῦ ἔστειλε μιὰ κανέσκα με κόκκαλα, γιὰ νὰ τὸν κοροϊδέψει ὅτι εἶναι Κυνικός, δηλαδὴ σκύλος. Τὰ πῆρε ὁ Διογένης καὶ δὲν εἶπε τίποτα.
Τὸν βρίσκει, ὅμως, μιὰ μέρα ὁ Ἀλέξανδρος καὶ τοῦ λέει:
– Διογένη, σοῦ ἄρεσε τὸ δῶρο μου;
– Γιὰ Κυνικό, πολὺ καλό. Γιὰ βασιλιᾶ, χάλια.
Δηλαδή, ἐσὺ εἶσαι βασιλιᾶς καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ μοῦ στείλεις κάποιο καλὸ δῶρο. Ἐγώ, πού εἶμαι Κυνικός, τὸ πῆρα.
Ὁ Γέροντας Εὐμένιος, λοιπόν, λέγοντας αὐτὸ ἐννοοῦσε: «Εὐάγγελέ μου, μή μὲ σκοτίζεις. Μὲ σκοτίζεις μ’ αύτὰ ποὺ μοῦ λές. Ἐγὼ βλέπω δύο ἀνθρώπους ποὺ εἶναι γιὰ τὸν παράδεισο. Δὲν μὲ νοιάζει τί εἴχανε, τί κάνανε, πῶς τὸ ἀποκτήσανε… Δὲν μὲ νοιάζει, ἐγὼ τοὺς βλέπω γιὰ τὸν παράδεισο. Δὲν τοὺς ξεχωρίζω. Ὅ,τι δίνουμε σὲ ὅλους δίνουμε καὶ σ’ αὐτούς».
Καὶ νὰ σᾶς πῶ καὶ κάτι ἄλλο. Τὰ παιδιὰ αὐτὰ δὲν κρίνανε τὴ σαλότητα τοῦ πατρὸς Εὐμενίου. Ἐνῶ ἔβλεπαν ὅτι ὁ πατὴρ Εὐμένιος εἶχε τὰ γένια του ἀπεριποίητα, τὰ μαλλιά του τὸ ἴδιο, φοροῦσε κάτι ἄθλιες παντόφλες, τὰ ράσα του ἦταν συνήθως βρόμικα, γιατὶ ἔσκαβε ἢ ἔκανε διάφορες δουλειές, τὰ χέρια του μύριζαν λιβάνια, μύριζαν τυρὶ κ.λπ., τὰ παιδιὰ αὐτὰ ποτὲ δὲν εἶπαν ὅτι ὁ Γέροντας δὲν εἶναι στὰ καλά του.
Ἀντίθετα, ξέρετε πόσοι μετανόησαν, πόσοι ἐξομολογηθήκανε σ’ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο, ποὺ εἶχε αὐτὴν τὴν παλαβωμάρα; Καὶ πόσα παιδιὰ κοινωνήσανε ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο; Καὶ πολλά ἀπὸ τὰ παιδιὰ αὐτὰ πεθάνανε, γιατὶ τότε δεν εἴχανε βρεθεῖ τὰ φάρμακα καὶ πεθάνανε ἀπὸ λευχαιμίες. Μερικοί ἦταν Κρητικοὶ καὶ τοὺς κηδέψαμε στὸ Ηράκλειο, καναδυό νομίζω. Εἶχα πάει μαζὶ μὲ τὸν Γερο-Εὐμένιο, τὴν Ἀργυρώ καὶ τὴ Ντῖνα στὴν Κρήτη καὶ μείναμε στὰ σπίτια τῶν ἀνθρώπων, τούς κάναμε τὰ τριήμερα καὶ μετὰ ἐπιστρέψαμε στὴν Ἀθήνα. Γιατί αὐτά τὰ παιδιά ποὺ εἶχαν AIDS, ζῶντας μέσα στὸ Λοιμωδῶν, μάθανε τὴν ἱστορία τῆς Σπιναλόγκας καὶ τῶν κατοίκων της. Καὶ αἰσθανθήκανε κι αὐτὰ ὅτι εἶναι ἀποδιωγμένα ὅπως ἤσανε οἱ χανσενικοί και ἄρα ἔχουν κάτι τό κοινό- καί γνωριστήκανε κι ἀγαπηθήκανε. Καὶ οἱ χανσενικοί πήγαιναν στὶς κηδείες τους. Ἀλλὰ κι ὁ ἴδιος ὁ Γέροντας συντρόφευε τοὺς ἀνθρώπους μέχρι τέλους. Μὲ ὅλη τὴν ἀγάπη.
Καὶ νὰ σᾶς πῶ καὶ κάτι ἄλλο. Ὅταν τὰ παιδιὰ αὐτὰ πεθαίνανε, δὲν τὰ ντύνανε. Τὰ βάζανε στὸ φέρετρο γδυτὰ καὶ τὰ τυλίγανε ἀπὸ πάνω μὲ σακούλες γιὰ νὰ τὰ θάψουν. Καὶ πήγαινε ὁ παπα-Εὐμένιος μαζὶ μὲ τὴν Ἀργυρὼ καὶ τὴ Ντῖνα καὶ ἔπαιρναν κουστούμια στὰ παιδάκια καὶ τοὺς τὰ φόραγαν. Οἱ ὑπεύθυνοι τοὺς φώναζαν, ἔκαναν φασαρία, ἀλλὰ ἐκεῖνοι λέγανε, «δὲν μᾶς νοιάζει».
Τί νὰ πρωτοπεῖς καὶ τί νὰ ἀφήσεις… Ὁ Γερο-Εὐμένιος εἶχε μεγάλη ταπείνωση, ἦταν ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, δοσμένος σ’ Αὐτὸν ὁλοκληρωτικά.
Μάλιστα, μοῦ ἔλεγε συχνά:
– Βαγγέλη, εἴμαστε ἁμαρτωλοί, ἀλλὰ ἔχουμε καλὸ Θεό. Καὶ ὁ Θεὸς εὐχαριστιέται ποὺ λέμε ὅτι εἴμαστε ἁμαρτωλοί. Τοῦ λέμε, «συγχώρησέ μας, Κύριε, εἴμαστε ἁμαρτωλοί» καὶ ἀμέσως καταλαβαίνουμε τὸ ἔλεός Του.
«Γράφει ο Άγγελος, Βαγγέλη» Αναμνήσεις και εμπειρίες από τον Όσιο Ευμένιο. π. Ευάγγελος Παπανικολάου, σελ. 154-166, Εκδόσεις: Άθως

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου