ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΔΕΞΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΜΑΣ!

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

Ό δεσπότης καί ή σαλή

Ή μακάρια Πελαγία ήταν μία διά Χριστόν σαλή, μία γυναίκα δηλαδή, πού αντί γιά άλλη πνευματική άσκηση, διάλεξε τό μαρτύριο νά προσποιείται τήν ανόητη, τήν τρελλή.
Μέ τό μαρτύριο αυτό πολλοί δόξασαν τόν Θεό. Εμπαίζοντας τήν ματαιότητα τής σοφίας τού υπερήφανου κόσμου απόκτησαν τήν χαριτόβρυτη ταπείνωση.
Πρίν αρχίσει ή Πελαγία τό εκούσιο αυτό μαρτύριο, πήρε τήν ευλογία από τόν Όσιο Σεραφείμ τού Σάρωφ.
Ό στάρετς τής χάρισε ένα κομποσχοίνι καί τήν αποχαιρέτησε μέ μία βαθιά υπόκλιση.
Οί τρέλλες της καί τά σκάνδαλα πού προκαλούσε αναστάτωναν τήν κοινωνία.
Ό σύζυγος της, απογοητευμένος, τήν έδιωξε. Τήν απαρνήθηκε ακόμα καί ή μητέρα της. Κάποτε, πού τρομοκράτησε ένα νεωκόρο καί τόν έκανε νά χτυπήσει μέ τήν καμπάνα συναγερμό, τήν συνέλαβαν καί τήν μαστίγωσαν.
Παράλληλα όμως μέ τήν περιφρόνηση πού αντιμετώπιζε, άρχισαν νά προβάλλονται καί τά χαρίσματα τού Αγίου Πνεύματος στήν διά Χριστό σαλή.
Από παντού έτρεχαν νά τήν συμβουλευθούν. Έγινε ξακουστή γιά τό διορατικό της χάρισμα.

  Τήν εποχή εκείνη ήδη είχε κοιμηθεί ό Όσιος Σεραφείμ καί τήν θέση της ηγουμένης στό γυναικείο μοναστήρι του, στό Ντιβέγιεβο, τήν κατείχε ή γερόντισσα Ελισάβετ (Μαρία) Ουσάκωβα, μία εξαιρετική μοναχή. Πλήν όμως ένας δόλιος ιερομόναχος, φθονώντας τήν δόξα τού οσίου, θέλησε να καταστρέψει το έργο του ανεβάζοντας στον ηγουμενικό θρόνο μια άλλη μοναχή, που θα την είχε υποχείριο του. Έπεισε λοιπόν τον τοπικό επίσκοπο Νεκτάριο να απομακρύνει την γερόντισσα Ελισάβετ, παρά την θέληση τετρακοσίων μοναζουσών.
Ο επίσκοπος Νεκτάριος ήρθε στο Ντιβέγιεβο για να αντικαταστήσει βίαια την Ελισάβετ με την Λουκερία .Λίγο πριν έλθει, κατάλαβα πως κάτι ενοχλούσε πολύ την Πελαγία μου. Περπατούσε βιαστικά πάνω κάτω κι έλεγε:
– Πω, πω, τί στενοχώρια! Τί αγωνία, τί αγωνία!
– Τι στενοχώρια εννοείς; την ρώτησα. Εδώ όλοι περιμένουμε το σεβασμιώτατο και συ μιλάς για στενοχώρια; Έλα να ζεστάνουμε το σαμοβάρι .
– Αχ, μάτιουσκα, είπε (ήταν η πρώτη φορά που με είπε μάτουσκα). Τί λες τώρα, “να ζεστάνουμε το σαμοβάρι “, με τέτοια στενοχώρια; Πω, πω τί καταιγίδα έρχεται! Πάμε στην πύλη…
– Τί κεραυνός θα πέσει τώρα! είπε. Ίσως και να σκοτώσει κάποιον.
– Τί είν ‘ αυτά που λες; της είπα. Κύριε ελέησον!


Τρομοκρατήθηκα ,έτρεμα ολόκληρη…
Ξέσπασε μπόρα. Έπιασε δυνατή βροχή κι οι αστραπές φώτιζαν τον ουρανό…
Είχαμε μουσκέψει ως το κόκαλο…
Την πρώτη μέρα μετά την άφιξή του, είδα τον βλαντίκα να ‘ρχεται για επίσκεψη. Μπήκε μέσα και την βρήκε να κάθεται ακίνητη σ’ ένα σκαμνί. Πήρε κι αυτός ένα σκαμνί και κάθισε δίπλα της.
– Δούλη του Θεού, τι μπορώ να κάνω; την ρώτησε..
Εκείνη του έριξε ένα αυστηρό βλέμμα και του απάντησε κοφτά:
– Σεβασμιώτατε, ματαιοπονείς.
– Τι να κάνω; Δεν ξέρω τι να κάνω, μουρμούρισε ο δεσπότης.

Αυτό είναι, λοιπόν, σκέφτηκα. Μάζεψα όσο κουράγιο είχα και είπα απλά:
-Σεβασμιώτατε, γιατί την αλλάζετε; Στο κάτω κάτω δεν ενοχλεί κανέναν…

Δεν πρόφτασα καλά καλά να τελειώσω τη φράση μου κι η Πελαγία Ιβάνοβνα πετάχτηκε πάνω ερεθισμένη, έτοιμη για πόλεμο. Ήταν φοβερό να την βλέπεις. Όλοι όσοι ήταν με τον βλαντίκα φοβήθηκαν και το ‘σκασαν από δω κι από κει, όπου μπορούσαν. Μόνο εγώ έμεινα μαζί του. Άρχισα να τρέμω. “Κύριε, βοήθησέ μας “, είπα. Κάποια στιγμή βρήκα μια ευκαιρία κι έβγαλα τον βλαντίκα έξω. Εκείνη έκανε καυγά. Άρπαξε ό,τι έφταναν τα χέρια της, το χτυπούσε και το ‘σπαζε .

 Τρόμαξαν όλοι. Κατά το βράδυ άκουσα πως ο δεσπότης είπε στο Βινογκράτωφ, έναν ευγενή που είχε έλθει μαζί του:

– Η Πελαγία Ιβάνοβνα με φόβισε. Τώρα δεν ξέρω τι να κάνω.
– Το συνηθίζετε, σεβασμιώτατε, ν’ ακούτε τις ανόητες γριές; είπε εκείνος.
Το άλλο πρωί ο βλαντίκα πήγε αντίθετα στη θέληση όλων. Δεν έδωσε προσοχή στις εκκλήσεις και τα δάκρυα των αδελφών κι έβγαλε από προϊσταμένη την Ελισάβετ. Στη θέση της έβαλε τη Λουκερία. Τα νέα μας τά’φερε η Αγκράφενα Νικολάγεβνα Ναζάροβα…
Ο βλαντίκα έφυγε από την ακολουθία με την άμαξα. Η Πελαγία μου καθόταν στο δρόμο (πως πρόλαβε κι έφτασε εκεί;). Έπαιζε με αυγά, τα κυλούσε στο έδαφος. Όλα αυτά έγιναν μετά το Πάσχα. Ο δεσπότης άκουσε μεν τον ευγενή αλλά δεν είχε ειρήνη μέσα του, γιατί δεν είχε ενεργήσει κατά Θεόν. Είδε την Πελαγία Ιβάνοβνα κι έδειξε να χάρηκε. Νόμισε πως ίσως θα μπορούσε να ηρεμήσει τη συνείδησή του. Κατέβηκε από την άμαξα, πήρε ένα πρόσφορο και την πλησίασε.
-Ορίστε, δούλη του Θεού, της είπε. Πάρε ένα πρόσφορο από τη λειτουργία που έκανα.
Εκείνη γύρισε κι έφυγε ήρεμα. Εκείνος θα ‘ φευγε,αλλά σκέφτηκε πως δεν θά ‘ταν καλό ν’ αφήσει το πράγμα έτσι. Ποιός έφτιαξε νόμο γι’αυτούς τους διά Χριστόν σαλούς; Γι’ αυτό νομίζω πως είναι σαλοί. Ο δεσπότης πήγε από την άλλη μεριά και της έτεινε πάλι το πρόσφορο. Εκείνη τότε ορθώθηκε, νευρίασε μ’ αυτό και τον χτύπησε στο μάγουλο λέγοντας:
– Πού νομίζεις ότι πηγαίνεις ;
Φαίνεται πως ξεσκέπασε τον δεσπότη, γιατί εκείνος όχι μόνο δεν αγρίεψε, αλλά γύρισε ταπεινά και το άλλο του μάγουλο και είπε:
– Ωραία, χτυπά και το άλλο, για να εκπληρωθεί το ευαγγελικό.
– Το ένα σου φτάνει, απάντησε εκείνη.
Και σα να μην είχε κάνει τίποτα πραγματικά, σα να μην την αφορούσε καθόλου, σα να ‘ταν όλα κανονικά, συνέχισε να κυλάει τ’αυγά.

Ό δεσπότης έφυγε. …τό συγκλονιστικό επεισόδιο δέν είχε καμμία συνέχεια. Αντίθετα ό επίσκοπος τού Νίζνι-Νόβγκοροντ Νεκτάριος τής έστελνε δώρα καί ευλογίες, ζητώντας συγχρόνως τίς προσευχές της.
... Όσο καιρό η Λουκερία ήταν στην θέση της ηγουμένης ,η Πελαγία τα χτυπούσε και τά ‘σπαγε όλα….

Από το βιβλίο: Χαρίσματα και χαρισματούχοι. Ανθολογία χαρισματικών εκδηλώσεων. Τόμος πρώτος. Εκδόσεις Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής, εκδ. Δ΄ 1990 .
-«Οσία Πελαγία Ιβάνοβνα, Η διά Χριστόν σαλή», μετάφραση-επιμέλεια Πέτρου Μπότση, Αθήνα
./
πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια: