Είναι 30 Ιανουαρίου του 1823. Το κρύο του Αιγαίου τρυπάει τα κόκαλα, αλλά στην Τήνο η νύχτα έχει γίνει μέρα. Η είδηση έτρεξε πιο γρήγορα από τον άνεμο: «Βρέθηκε!»
Οι άνθρωποι βγαίνουν από τα σπίτια τους με την ανάσα τους να αχνίζει στο σκοτάδι. Δεν περιμένουν το ξημέρωμα. Αρπάζουν ό,τι βρουν – ένα φανάρι, ένα κερί, μια δάδα – και αρχίζουν να περπατούν. Από τα ψηλά χωριά, από τα στενά σοκάκια, μια αργή, φωτεινή ποτάμια ροή κατηφορίζει προς τη Χώρα.Κάθε φανάρι που ανάβει εκείνη τη νύχτα δεν φωτίζει μόνο το μονοπάτι. Φωτίζει την ελπίδα ενός ολόκληρου έθνους που παλεύει να γεννηθεί. Είναι το φως που νικάει το σκοτάδι της σκλαβιάς, η πίστη που γίνεται ζεστασιά μέσα στο καταχείμωνο. Οι Τηνιακοί τρέχουν να δουν το «σημάδι», να ακουμπήσουν την εικόνα που έμεινε θαμμένη στη γη για αιώνες, περιμένοντας τη στιγμή της.
Είναι μια στιγμή που ο χρόνος σταματά:Είναι η συγκίνηση στο βλέμμα των παππούδων που βλέπουν τα εγγόνια τους να κρατούν τη σκυτάλη.
Είναι ο ήχος των βημάτων πάνω στο μάρμαρο, που αντηχεί σαν τον παλμό μιας καρδιάς που δεν ξέχασε. Είναι η υπόσχεση πως, όσα σκοτάδια κι αν έρθουν, πάντα θα υπάρχει ένα φανάρι αναμμένο, ένας άνθρωπος που θα ψάχνει το φως και μια πατρίδα που θα γιορτάζει τη δική της Ανάσταση.
Στην Τήνο, τα «Φαναράκια» δεν είναι απλώς ένα έθιμο. Είναι η απόδειξη πως, όταν οι άνθρωποι περπατούν μαζί προς το φως, η νύχτα δεν έχει καμία δύναμη.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου