Μέσα στη διαδρομή της Σαρακοστής, καθώς οι εβδομάδες προχωρούν και ο χρόνος αποκτά έναν διαφορετικό ρυθμό, φτάνουμε κάθε χρόνο σε εκείνη τη στιγμή όπου η Εκκλησία στέκεται όρθια και ψάλλει τον Ακάθιστο Ύμνο. Και φέτος, αυτή η στιγμή φωτίζεται αλλιώς, καθώς συμπληρώνονται 1400 χρόνια από εκείνη τη νύχτα του 626, όταν μέσα στον φόβο της πολιορκίας, μέσα σε μια ακραία ιστορική απειλή, ένας λαός στάθηκε και ευχαρίστησε. Όχι αφού σώθηκε, αλλά μέσα στην αγωνία του.
Και κάπως έτσι καταλαβαίνει κανείς ότι η Σαρακοστή δεν είναι μια περίοδος που αρχίζει και τελειώνει ημερολογιακά.
Είναι μια αργή μετατόπιση της ύπαρξης.Ένας άλλος τρόπος να περνά ο χρόνος μέσα σου.
Μπαίνει κανείς σε αυτήν όχι με θόρυβο, αλλά σχεδόν ανεπαίσθητα, όπως μπαίνει σε έναν πιο εσωτερικό χώρο. Και εκεί αρχίζει να φαίνεται πόσο κουρασμένος είναι ο άνθρωπος σήμερα.
Από τη βιασύνη, από την ανάγκη να προλάβει, από την αίσθηση ότι πρέπει συνεχώς να αποδεικνύει την αξία του.
Η Σαρακοστή τότε δεν γίνεται βάρος.Γίνεται ανάσα.Ένα άνοιγμα μέσα στον πυκνό ρυθμό της ζωής.
Η άσκηση, με αυτό το βλέμμα, δεν είναι μια στέρηση που επιβάλλεται στον άνθρωπο. Είναι μια πράξη ελευθερίας. Ένα μικρό σπάσιμο της συνήθειας που μας κρατά κλεισμένους στο ίδιο. Γιατί ο σύγχρονος άνθρωπος δεν πεινά τόσο από τροφή, όσο από νόημα. Δεν διψά τόσο από έλλειψη, όσο από υπερβολή. Έχει τα πάντα και όμως κάτι μέσα του μένει άδειο.
Η νηστεία, τότε, παύει να είναι απλώς μια αλλαγή στο τραπέζι και γίνεται μια υπενθύμιση ότι η ζωή δεν εξαντλείται σε ό,τι καταναλώνεται.
Ότι υπάρχει ένας άλλος τρόπος να κατοικεί κανείς τον κόσμο, πιο ήσυχος, πιο συνειδητός, πιο αληθινός.
Και η μετάνοια, μέσα σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι μια βαριά λέξη που φέρνει ενοχή.Είναι μια κίνηση επιστροφής.
Μια στροφή του βλέμματος προς τα μέσα.
Μια στιγμή που ο άνθρωπος σταματά και αναγνωρίζει τον εαυτό του χωρίς τα προσωπεία του.
Όχι για να τον καταδικάσει, αλλά για να τον ξαναβρεί. Σε μια εποχή που όλα ωθούν προς τη διασπορά και τη διάχυση, αυτή η επιστροφή γίνεται σχεδόν πράξη αντίστασης.
Να μαζέψεις τον εαυτό σου.
Να τον κρατήσεις.
Να του επιτρέψεις να σταθεί σιωπηλός χωρίς να χρειάζεται να μιλά συνεχώς.
Η Σαρακοστή είναι βαθιά εκκλησιαστική εμπειρία.
Ακόμη κι όταν ο άνθρωπος νηστεύει στο σπίτι του, ακόμη κι όταν προσεύχεται μόνος, κινείται μέσα σε έναν κοινό ρυθμό. Κάποιοι άλλοι νηστεύουν την ίδια στιγμή.
Κάποιοι άλλοι προσεύχονται. Κάποιοι άλλοι αγωνίζονται να συγχωρήσουν.
Και αυτή η αόρατη συνάντηση ανθρώπων που δεν γνωρίζονται μεταξύ τους, αλλά βαδίζουν προς την ίδια κατεύθυνση, γεννά κάτι βαθύ.
Μια αίσθηση ότι δεν είσαι μόνος. Ότι η πορεία προς το φως είναι κοινή.
Μέσα σε αυτή τη διαδρομή, το σώμα δεν γίνεται εχθρός. Αντίθετα, γίνεται συνοδοιπόρος. Η άσκηση δεν στρέφεται εναντίον του, αλλά το ξαναφέρνει σε μια λεπτή ισορροπία. Σε έναν κόσμο που άλλοτε το κακοποιεί με υπερβολές και άλλοτε το θεοποιεί με εμμονή, η Σαρακοστή προτείνει έναν τρίτο δρόμο: να κατοικείς το σώμα σου με ευγνωμοσύνη.
Να το ακούς.
Να το σέβεσαι.
Να το αφήνεις να συμμετέχει κι αυτό στην προσευχή, στη σιωπή, στη λιτότητα.
Κι έτσι, όταν φτάνει η ώρα του Ακάθιστου Ύμνου, μέσα στην καρδιά της Σαρακοστής, όλα αποκτούν ένα άλλο βάθος.
Δεν είναι μια μέρα που παρεμβάλλεται.
Είναι μια κορύφωση.
Μια στιγμή όπου η κοινή μνήμη συναντά τη δική μας προσωπική πορεία.
Στεκόμαστε όρθιοι, όπως στάθηκαν τότε.
Όχι γιατί ζούμε τις ίδιες ιστορικές απειλές, αλλά γιατί κάθε εποχή έχει τις δικές της πολιορκίες.
Τη μοναξιά, τον φόβο, την αβεβαιότητα, την αίσθηση ότι η ζωή γλιστρά μέσα από τα χέρια.
Και μέσα σε αυτές τις πολιορκίες, ο ύμνος δεν είναι απλώς λόγος. Είναι τρόπος να κρατηθείς.
Να θυμηθείς ότι η πίστη δεν γεννιέται όταν όλα είναι τακτοποιημένα, αλλά όταν όλα είναι ανοιχτά.Όταν δεν έχεις βεβαιότητες, αλλά εμπιστοσύνη.Όταν δεν ξέρεις πού θα οδηγήσει ο δρόμος, αλλά συνεχίζεις να βαδίζεις.
Η Σαρακοστή, στο βάθος της, είναι αυτός ο δρόμος. Μια αργή κίνηση από την επιφάνεια προς το βάθος.
Από τη διάχυση προς τη συγκέντρωση.Από την αυτάρκεια προς τη σχέση.
Και όσο προχωρά, τόσο ο άνθρωπος αρχίζει να αισθάνεται ότι κάτι μέσα του αλλάζει, σχεδόν ανεπαίσθητα. Ότι μαλακώνει. Ότι ξαναβρίσκει την ικανότητα να συγκινείται, να συγχωρεί, να ελπίζει.
Και τότε, χωρίς να το καταλάβει, αρχίζει να φωτίζεται από μέσα η προσμονή της Ανάστασης.
Όχι ως ένα μακρινό γεγονός που θα έρθει στο τέλος, αλλά ως μια υπόσχεση που ήδη δουλεύει μέσα του.
Σαν ένα φως που δεν θορυβεί, αλλά επιμένει.
Σαν μια σιωπηλή βεβαιότητα ότι ακόμη και μέσα στην πιο βαθιά νύχτα, ο άνθρωπος μπορεί να σταθεί όρθιος και να ψάλει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου