Το ευαγγελικό ανάγνωσμα (Ματθ. 6,14-21) δεν προτείνει απλώς ηθικές οδηγίες· αποκαλύπτει μια ολόκληρη οντολογία σχέσεων, έναν τρόπο υπάρξεως που θεμελιώνεται στη συγχώρηση, την αφάνεια και την εσωτερική μετατόπιση της καρδιάς.
Η συγχώρηση των άλλων καθίσταται προϋπόθεση της θείας συγχώρησης. Δεν πρόκειται για μια νομική ανταπόδοση, αλλά για πνευματικό νόμο. Ο άνθρωπος που αρνείται να συγχωρήσει κλείνεται σε έναν εσωτερικό χώρο ασφυξίας. Η μνησικακία γίνεται ένας ιδιότυπος εγκλεισμός στο παρελθόν, μια διαρκής ανακύκλωση τραύματος που δεν επιτρέπει στην ύπαρξη να κινηθεί προς το μέλλον.
Η συγχώρηση, αντίθετα, δεν είναι απλή λήθη. Είναι μεταμόρφωση της μνήμης. Δεν αναιρεί το γεγονός της αδικίας, αλλά το απογυμνώνει από τη δύναμη να καθορίζει την ταυτότητα. Έτσι, η συγχώρηση δεν απελευθερώνει μόνο τον άλλον· πρωτίστως απελευθερώνει εκείνον που συγχωρεί. Του χαρίζει την ικανότητα να ζει όχι ως φορέας πληγής, αλλά ως φορέας ελπίδας.
Σε βαθύτερο επίπεδο, η συγχώρηση αποτελεί μίμηση του τρόπου της θείας αγάπης: μια αγάπη που δεν λογίζεται το κακό, που δεν μετρά, αλλά δωρίζει. Όποιος δεν συγχωρεί, αρνείται να μετέχει σε αυτή τη δωρεά. Και όποιος δεν μετέχει, δεν μπορεί να δεχθεί. Η καρδιά που κλείνεται, δεν μπορεί να γεμίσει.
Η νηστεία πρέπει να λειτουργήσει όχι ως διατροφική πρακτική, αλλά ως άσκηση αλήθειας. Η επίκριση δεν στρέφεται κατά της νηστείας, αλλά κατά της υποκρισίας: της επιθυμίας να φανεί το έργο, να μετατραπεί η άσκηση σε θέαμα.
Η υποκρισία γεννιέται από μια υπαρξιακή πείνα για αναγνώριση. Ο άνθρωπος που επιδεικνύει τη νηστεία του αναζητεί επιβεβαίωση της αξίας του από τα βλέμματα των άλλων. Όμως το βλέμμα των ανθρώπων είναι πεπερασμένο· προσφέρει πρόσκαιρη ικανοποίηση και γρήγορα αποσύρεται. Έτσι, η «ἀνταμοιβή» εξαντλείται στην ίδια τη δημοσιότητα.
Αντίθετα, η αληθινή νηστεία στρέφεται προς το «κρυπτόν». Το κρυφό δεν είναι απλώς ο ιδιωτικός χώρος· είναι ο εσωτερικός τόπος της συνείδησης. Εκεί όπου ο άνθρωπος συναντά τον εαυτό του χωρίς προσωπεία. Εκεί όπου η πράξη δεν αποσκοπεί στην εντύπωση, αλλά στη μεταμόρφωση.
Η προτροπή να «ἀλείψεις τήν κεφαλήν» και να «νίψεις τό πρόσωπον» φέρει έναν λεπτό συμβολισμό: η άσκηση δεν είναι θλιβερή παραμόρφωση, αλλά χαρμόσυνη προσφορά. Η νηστεία δεν αποσκοπεί στη λύπη, αλλά στην ελευθερία από τα περιττά. Είναι άρνηση όχι της ζωής, αλλά της προσκόλλησης. Είναι άνοιγμα χώρου μέσα στην ψυχή.
Το αποκορύφωμα είναι η διάκριση των θησαυρών. Ο επίγειος θησαυρός υπόκειται στη φθορά: σκόρος, σκουριά, κλοπή. Δεν πρόκειται μόνο για υλικά αγαθά· είναι κάθε τι που θεμελιώνεται στη μεταβλητότητα: η δόξα, η δύναμη, η κοινωνική αποδοχή, ακόμη και οι ιδέες όταν γίνονται ιδιοκτησία εγωισμού.
Ο ουράνιος θησαυρός δεν περιγράφεται με συγκεκριμένα αντικείμενα. Παραμένει αόριστος, γιατί δεν είναι πράγμα, αλλά σχέση. Είναι ό,τι συνδέει τον άνθρωπο με το άφθαρτο: η αγάπη, η ταπείνωση, η εσωτερική καθαρότητα. Αυτά δεν διαβρώνονται από τον χρόνο· αντιθέτως, βαθαίνουν μέσα του.
«Ὅπου ἐστιν ὁ θησαυρός ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καί ἡ καρδία ὑμῶν». Η καρδιά δεν είναι απλώς το κέντρο των συναισθημάτων· είναι το κέντρο της ύπαρξης. Εκεί όπου κατευθύνεται η επιθυμία, εκεί συγκεντρώνεται και ολόκληρος ο άνθρωπος. Αν ο θησαυρός είναι γήινος, η καρδιά γίνεται εύθραυστη, διασκορπισμένη, αγχώδης. Αν ο θησαυρός είναι ουράνιος, η καρδιά αποκτά σταθερότητα, ενότητα, ειρήνη.
Ο θησαυρός, επομένως, δεν αποκαλύπτει μόνο τι κατέχουμε· αποκαλύπτει ποιοι είμαστε.
Συγχώρηση, νηστεία, ουράνιος θησαυρός δεν είναι τρείς ασύνδετες διδασκαλίες. Συνιστούν τρείς όψεις της ίδιας πορείας: της αποδέσμευσης από το εγώ.
Η συγχώρηση αποκόπτει τον δεσμό με το παρελθόν της πικρίας.
Η νηστεία αποκόπτει τον δεσμό με την εξάρτηση της ύλης και της επιδοκιμασίας.
Η αναζήτηση του ουράνιου θησαυρού αποκόπτει τον δεσμό με τη φθορά και τη ματαιότητα.
Έτσι, ο άνθρωπος ελευθερώνεται για να αγαπήσει χωρίς όρους, να πράξει χωρίς επίδειξη, να ζήσει χωρίς το φόβο της απώλειας.
Στην Κυριακή της Τυρινής, λίγο πριν από την είσοδο στη νηστεία της Τεσσαρακοστής, δεν ζητείται απλώς εγκράτεια τροφών, αλλά μετατόπιση καρδιάς.
Ο άνθρωπος καλείται να ερωτηθεί: Πού βρίσκεται η καρδιά μου;
Σε ποια φθορά έχω επενδύσει την ελπίδα μου;
Ποιόν θησαυρό υπερασπίζομαι;
Ο άνθρωπος καλείται να ερωτηθεί: Πού βρίσκεται η καρδιά μου;
Σε ποια φθορά έχω επενδύσει την ελπίδα μου;
Ποιόν θησαυρό υπερασπίζομαι;
Το Ευαγγέλιο δεν επιβάλλει· αποκαλύπτει. Δείχνει ότι ο δρόμος προς τον ουρανό δεν είναι γεωγραφική μετακίνηση, αλλά εσωτερική μεταμόρφωση. Και αυτή η μεταμόρφωση αρχίζει εκεί όπου η καρδιά τολμά να συγχωρήσει, να κρυφτεί από τα βλέμματα, και να στραφεί προς το άφθαρτο.
Διότι τελικά, ο θησαυρός δεν είναι κάτι που απλώς κατέχουμε. Είναι αυτό που μας κατέχει. Και η σωτηρία της καρδιάς εξαρτάται από το τι επιλέγουμε να αγαπήσουμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου