ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΔΕΞΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΜΑΣ!

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

«Φιλοθέη θα λέγεσαι από εδώ και πέρα. Φίλη του Θεού. Το σκοτάδι θα το πολεμήσεις με Φως.»


Εγώ, η ελάχιστη Αθηναία, μια ασήμαντη κόρη του Άγγελου και της Συρίγας, δεν γεννήθηκα απλώς με σάρκα. Γεννήθηκα από προσευχή. Από πόνο. Από μάτια δακρυσμένα στα πόδια της Παναγίας. Η μητέρα μου δεν μπορούσε να κάνει παιδιά, και η προσευχή της έγινε πληγή. Και όταν κοιμήθηκε στον ναό της Θεοτόκου, όταν το δάκρυ έγινε πιο βαρύ απ’ το αίμα, ήρθε Φως. Και μπήκε στη μήτρα της. Εγώ είμαι αυτό το Φως. Εγώ είμαι η Υπόσχεση.

Γεννήθηκα από τον στεναγμό της μάνας μου και στα παιδικά μου χρόνια, η καρδιά μου ησύχαζε μόνο όταν κρατούσα στα χέρια μου τον Σταυρό. Το όνομά μου ήταν Ρηγούλα, μικρή Παρασκευή. Κι αναπτυσσόμουν σαν λουλούδι σε σκλαβωμένο χωράφι — σε μια πόλη όπου ο Σταυρός ήταν κρυφός και η Ελπίδα προσευχόταν σιγανά. Μου έδωσαν γράμματα και εκκλησία. Κι εγώ τους έδωσα σιωπή. Δεν μιλούσα πολύ — μιλούσα όταν προσευχόμουν. Όταν έβλεπα οράματα το βράδυ, όταν το φως της Παναγίας ερχόταν και με τύλιγε, κι έλεγα μέσα μου:

«Κύριε, πώς να Σε αγαπώ σε γη που Σε διώχνει;
Παναγία, πότε θα με πάρεις στη Χαρά Σου;»

Μα με πάντρεψαν στα 14 μου. Αντί για λαμπάδα κρατούσα ψυχή. Αντί για νυφικό, σιωπή. Ο άντρας μου, άρχοντας και σκληρός, δεν με γνώρισε ποτέ ως πρόσωπο. Μόνο ως υποχρέωση. Έμαθα από νωρίς τι σημαίνει πόνος στον κόσμο. Μα όταν κοιμήθηκαν ο άντρας μου και οι γονείς μου, η ψυχή μου ανέπνευσε πρώτη φορά ελεύθερη. Και τότε το Φως της Παναγίας μου ξαναμίλησε:
«Φιλοθέη θα λέγεσαι από εδώ και πέρα. Φίλη του Θεού. Το σκοτάδι θα το πολεμήσεις με Φως.»

Κι έγινα μοναχή. Έβγαλα τον κόσμο από το σώμα μου και έντυσα το πνεύμα μου με ταπείνωση. Έχτισα μονή στο όνομα του Πρωτοκλήτου Ανδρέα. Και ο Κύριος έστελνε ψυχές. Πεινασμένους, κακοποιημένους, κορίτσια σκλάβες, αρρώστους, χαμένους. Κι εγώ για όλους ήμουν «μάνα». Αλλά μέσα μου, όλη μου η ζωή ήταν μια υπόσχεση:
«Κύριε, θα Σε αγαπώ μέχρι θανάτου. Κι αν πεθάνω για Σένα, τότε θα ζήσω αληθινά.»

Η υπόσχεση της Παναγίας ζούσε μέσα στο αίμα μου. Και με προετοίμαζε. Γιατί το φως που λάμπει μέσα στη νύχτα γίνεται πάντα στόχος του σκότους.

Εγώ, η ελάχιστη, που έγινα μάνα χωρίς να γεννήσω, έφτιαξα μοναστήρι όχι για ησυχία, αλλά για καταφύγιο. Ένα λιμάνι όπου ο πόνος μπορούσε να γονατίσει και ο φόβος να βρει προσευχή. Εκείνος ο τόπος, στο όνομα του Αγίου Ανδρέα, ήταν μικρός στην πέτρα, αλλά πλατύς στην αγάπη. Κορίτσια που κινδύνευαν να χαθούν στα χαρέμια, νέοι που γέρασαν απ’ τη σκλαβιά, άρρωστοι, πεινασμένοι, κυνηγημένοι, όλοι έβρισκαν στέγη. Κι εγώ, με τα χέρια ανοιχτά και την ψυχή δοσμένη στον Θεό, τους έπλενα τα πόδια, τους δίδασκα γράμματα, τους έλεγα ότι είναι άνθρωποι, όχι κτήματα.

«Ο Θεός θα σας αγκαλιάσει. Μην φοβάστε. Ακόμα κι αν ο κόσμος σας λέει βάρος, εγώ σας λέω φως.» Η μονή έγινε φως μέσα στον τάφο της Τουρκοκρατίας. Και εκείνη η παρηγοριά ήταν επανάσταση. Δεν κρατούσα ξίφος. Κρατούσα Ευαγγέλιο.

«Ο Χριστός είναι ελεύθερος, και όποιος Τον ακολουθεί, παύει να είναι δούλος.»

Και τότε άρχισαν οι φήμες. Ότι κρύβω κοπέλες από τους Τούρκους. Ότι μορφώνω Έλληνες. Ότι τρέφω την ελπίδα. Εγώ τάιζα σώματα, μα πιο πολύ ψυχές. Κι όταν με ρώτησαν: «Φοβάσαι το μαρτύριο;» απάντησα χωρίς δίλημμα:
«Διψώ για Χριστό. Αν Εκείνος μου ζητήσει το αίμα μου, θα το δώσω με χαρά. Για να σωθεί έστω ένας, αξίζει να πονέσει όλος μου ο κόσμος.»

Με μαστίγωσαν. Με έσυραν έξω από τον ναό και έδεσαν το σώμα μου στην κολόνα. Τα χέρια μου που μοίραζαν ψωμί έσπασαν κάτω από το μαστίγιο. Το στόμα που προσευχόταν, γέμισε αίμα. Μα μέσα μου, όπως ο Ηλίας, έβλεπα ζωντανή φωτιά.
«Φως, Κύριε. Μόνο φως. Αν πεθάνω, έλα πάρε με εκεί που δεν υπάρχει πια φόβος.»

Μετά με μετέφεραν στην Καλογρέζα. Ήμουν ήσυχη. Μην νομίζεις πως έκλαιγα. Εγώ για όσους έσωσα προσευχόμουν. Εγώ, η μικρή, που έγινα θυγατέρα της Παναγίας, ονομάστηκα Φιλοθέη — όχι γιατί αγάπησα τον Θεό με λόγια, αλλά γιατί έγινα σκιά Του για τους ανθρώπους.

Όταν έμεινα στην κρύπτη της Καλογρέζας μετά το μαρτύριο, δεν με ένοιαζε ο πόνος. Ούτε τα σπασμένα πλευρά. Ούτε οι πληγές που δεν έκλειναν. Με ένοιαζε μόνο η ψυχή μου να προσφερθεί ως θυμίαμα. Να φτάσει στον Χριστό, ως ευχή για τον λαό μου.

«Δέξου, Κύριε, όχι μόνο το αίμα μου, αλλά και την πνοή μου, σαν δώρο για όσους ακόμα πονάνε.»

Ο θάνατος δεν ήρθε απότομα. Ήρθε με πραότητα. Σαν παλιός φίλος που σε παίρνει από το χέρι. Στις 19 Φεβρουαρίου, έκλεισα τα μάτια στο φως του κόσμου και τ’ άνοιξα στο φως της αιωνιότητας. Και τότε άρχισαν οι μαρτυρίες… Η ευωδία, που δεν μπορούσε να εξηγηθεί με λόγια ανθρώπινα, έβγαινε από τον τάφο μου. Το σώμα μου έμεινε άφθορο. Με τίμησε ο Θεός όχι για όσα έκανα, αλλά για όσα έδωσα χωρίς όρο. Οι πιστοί ερχόντουσαν και προσκυνούσαν, με δάκρυα, με ελπίδα, με χαρά μέσα στους στεναγμούς. Και ο Κύριος τούς αντάμειβε με θεραπείες, με θαύματα, με ειρήνη.
«Η Φιλοθέη δεν έφυγε», έλεγαν οι ψυχές που ένιωθαν παρηγοριά.

Εγώ, η μικρή της Αθήνας, έγινα φως που αντέχει σε κάθε σκοτάδι. Γιατί ήμουν ολοκληρωτικά του Χριστού. Και ο Χριστός — σαν πιστός Νυμφίος — δεν αφήνει τη νύφη Του να χαθεί.

«Μην με θρηνείτε σαν νεκρή. Ζω, γιατί ο Έρωτάς μου δεν πεθαίνει. Ο Χριστός είναι η ζωή μου και η Ανάστασή μου. Και κάθε πονεμένη ψυχή που με ζητά, θα με βρίσκει δίπλα της — εκεί, στη σιγή της προσευχής.»


Τώρα το λείψανό μου βρίσκεται στον Μητροπολιτικό Ναό. Δεν είναι θησαυρός δόξας, αλλά μαρτυρία ότι η αγάπη ποτίζει τη γη. Και η γη θα φέρει άγια δέντρα, σε καιρούς σκοτεινούς.
«Μην φοβάστε. Ο Θεός δεν ξεχνά κανέναν που Τον αγάπησε. Και όποιος προσφέρει τη ζωή του για τους άλλους, την ξαναπαίρνει πίσω… πιο πλήρη, πιο λαμπερή, αιώνια.»
Εγώ είμαι η Φιλοθέη της Αγάπης. Και ακόμα ανασαίνω στις αγρυπνίες σας, στα ορφανοτροφεία, στα νοσοκομεία, στα μυστικά κελιά της υπομονής.

Έλα να γονατίσουμε μαζί.
Έλα να ξαναγίνουμε φως.
— Η δούλη του Κυρίου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: